Μήνας: Μάρτιος 2019

Παιδοκτονία-αυτοκτονία: μετά το σοκ, των Σ. Στυλιανίδη & Γ. Τζεφεράκου

Πηγή: Athens Voice

    Ο Στέλιος Στυλιανίδης, Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής Παντείου Παν/μίου, ψυχαναλυτής, ομαδικός αναλυτής, και ο Γιώργος Τζεφεράκος, Ψυχίατρος, Διευθυντής ΜΟΘΕ ΟΚΑΝΑ, Επιστημονικός Συνεργάτης του Τμήματος Ψυχολογίας – Πάντειο Πανεπιστήμιο, Πρόεδρος του κλάδου Ψυχιατροδικαστικής της ΕΨΕ, Γραμματέας του κλάδου Ψυχιατρικής, Νόμου και Δεοντολογίας της Παγκόσμιας Ψυχιατρικής Εταιρείας, γράφουν με αφορμή το θλιβερό συμβάν στο Νέο Κόσμο.

Μια νέα γυναίκα – μητέρα αυτοκτόνησε, αφού πρώτα σκότωσε το παιδί της. Ειδήσεις σαν και αυτή σε αφυπνίζουν με ένα τραγικό τρόπο από μια καθημερινότητα με τα μικρά και τα μεγάλα προβλήματά της. Σε μια κοινωνία, που έχει συθέμελα κλυδωνιστεί για πολλά χρόνια με την κοινωνική και οικονομική κρίση και η οποία προσπαθεί με αγωνία να ξαναϋφάνει τους κοινωνικούς της δεσμούς και να θεμελιώσει στέρεους πυλώνες κοινωνικής αλληλεγγύης, αναπηδούν αμείλικτα τα ερωτήματα «τι πήγε στραβά;», «τι έπρεπε να είχε γίνει», «τι πρέπει να γίνει;». Ένα τέτοιο περιστατικό δεν είναι μια απλή καταγραφή αστυνομικού συμβάντος. Μετά το αρχικό σοκ και το πάγωμα της σκέψης που μας προκαλεί , η τραγωδία αυτή θέτει ουσιώδη ερωτήματα τόσο για την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης και ψυχοπαθολογίας, όσο και για την ρεαλιστική δυνατότητα ενός δημόσιου συστήματος υπηρεσιών ψυχικής υγείας να προλάβει, να παρέμβει, να θεραπεύσει, να μάθει από τα κενά του , να αναστοχαστεί πάνω στις επιστημονικές δυνατότητες του και στην βούληση της πολιτείας και της κοινωνίας να επενδύσει ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα στην συνοχή και συνέχεια της κοινοτικής φροντίδας ψυχικής υγείας.

Ερωτήματα που ζητούν επιτακτική απάντηση. Απάντηση οργανωμένη, ψύχραιμη, σταθερή και επιστημονικά τεκμηριωμένη, μακριά από επικοινωνιακές, μετεωρικές φωτοβολίδες. Φωτοβολίδες, οι οποίες όταν σβήσουν, αφήνουν μια τρομαχτική σιωπή, η οποία καλύπτει θεσμικά ελλείμματα, οργανωτικά σφάλματα, κοινωνικά στερεότυπα και ανεξίτηλα στίγματα.

Για την αντιμετώπιση όλων των προαναφερθέντων χρειάζεται κατ’ αρχάς έρευνα, αναζήτηση, διερεύνηση μακριά από προκαταλήψεις, κοινωνικά στεγανά, σιωπή και ψευδο-βεβαιότητες για την απόλυτη επιστημονική αλήθεια. Αναζήτηση, που πρέπει να χαρακτηρίζεται από ειλικρινή επιθυμία για την αλήθεια και η οποία να εδράζεται επί της παραδοχής ότι τίποτα στον κόσμο δεν είναι απόλυτα καλό ή απόλυτα κακό και ότι μέσα στον κάθε άνθρωπο διαλαμβάνει χώρα μια συνεχής δυναμική εξισορρόπηση μεταξύ καταστροφικών και δημιουργικών δυνάμεων.

Παρόλη την κοινωνική εικόνα της μητρότητας, η οποία παρουσιάζεται ως ονειρική και εξιδανικευμένη, η πραγματικότητα της περιγεννητικής περιόδου και της λοχείας παρουσιάζουν αυξημένο ρίσκο για την εκδήλωση σοβαρών ψυχιατρικών προβλημάτων, τα οποία προϋπάρχουν αλλά παραμένουν σε λανθάνουσα μορφή, συμπεριλαμβανομένων αυτών της περιγεννητικής κατάθλιψης με η χωρίς ψυχωτικά στοιχεία, της αυτοκτονίας και της βρεφοκτονίας. Η περίοδος της εγκυμοσύνης επιφέρει ραγδαίες αλλαγές στο σώμα, την ταυτότητα και την αντίληψη του εαυτού της γυναίκας και δύναται να διακινήσει σημαντικά τραύματα αναφορικά με τον δεσμό της νέας μητέρας τόσο με τη δική της μητέρα όσο και με τα δικά της παιδιά, σε μια διαδικασία διαγενεακής μετάδοσης του τραύματος. Υπάρχει συντριπτική κοινωνική και οικογενειακή πίεση για την γυναίκα να νιώθει πληρότητα, ολοκλήρωση και ευτυχία στον ρόλο της ως μητέρα ενώ οτιδήποτε αποκλίνει από το ιδεώδες αυτό πρότυπο απορρίπτεται και διαψεύδεται τόσο από το ίδιο το άτομο, σε μια διαδικασία αυτό-στιγματισμού, όσο και από την οικογένεια και την ευρύτερη κοινωνία. Το φαινόμενο της μη ευτυχισμένης μητέρας, της μητέρας που δυσκολεύεται ή αποποιείται τον ρόλο της, της μητέρας που εγκαταλείπει τα παιδιά της για οποιονδήποτε λόγο αποτελούν κοινωνικά ταμπού που απειλούν την οικογενειακή και κοινωνική συνοχή και συχνά παθολογικοποιούνται, στιγματοποιούνται και συγκαλύπτονται από την οικογένεια και την κοινωνία. Δυστυχώς, τραγικές περιπτώσεις παιδοκτονίας συχνά επισημαίνουν τα βαθιά κοινωνικά αυτά προβλήματα, τα οποία όμως δαιμονοποιούνται, δραματοποιούνται και ανάγονται σε προβληματικές σύγχρονων Μηδειών, αντί να καθίστανται αντικείμενα μελέτης, προβληματισμού και ανάλυσης, προκειμένου να αναγνωριστούν οι ευθύνες και τα αίτια τόσο ψυχιατρικά όσο και κοινωνικό-οικονομικά.

Σε μία προσπάθεια ενημέρωσης και αποδόμησης των προκαταλήψεων και των νοσηρών στερεοτύπων είναι σημαντική η παράθεση επιστημονικών δεδομένων, που αντλούνται από την διεθνή βιβλιογραφία. Η μητρική παιδοκτονία αναφέρεται συχνά ως υποκινούμενη από αλτρουιστικά κίνητρα προς το ίδιο το παιδί, αποφυγή και «τελική λύση» μιας χρόνιας ανίατης νόσου του παιδιού, χρόνια οξεία ψυχωτική συνδρομή της μητέρας, γέννηση ενός ανεπιθύμητου παιδιού, κακοποίηση της μητέρας ή του τέκνου από τον σύντροφο ή εκδίκηση προς τον πατέρα του παιδιού. Οι μητέρες αυτές, πέραν από προϋπάρχουσες πλην όμως λανθάνουσες ψυχιατρικές ή ψυχολογικές δυσκολίες, συχνά αντιμετωπίζουν πληθώρα ψυχοπιεστικών παραγόντων όπως οικονομικά προβλήματα, ανεργία ή οικονομική εξάρτηση από τον σύντροφο, κοινωνικό αποκλεισμό, απώλεια οποιουδήποτε άλλου επαγγελματικού ρόλου πέραν του μητρικού- φροντιστικού, ένδο-οικογενειακή βία ή συγκρουσιακές σχέσεις με τον σύντροφο, τους φίλους και την οικογένεια και έλλειψη υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου. Ένα σημαντικό 16-29% των παιδοκτονιών ολοκληρώνονται με την αυτοκτονία της μητέρας.

Αντίθετα με την κοινή αντίληψη, η εν γένει παραβατική συμπεριφορά και εγκληματικότητα δεν φαίνεται να συσχετίζεται με την μητρική παιδοκτονία αλλά με την παρουσία ψυχιατρικών προβλημάτων στην μητέρα από την προ- και περί-γεννητική περίοδο και μετά. Διεθνείς μελέτες συσχετίζουν τόσο τον παιδοκτονικό ιδεασμό όσο και την μητροκτονία ακολουθούμενη από αυτοκτονία (πέρασμα στην πράξη) με την παρουσία μεγάλης βαρύτητας κατάθλιψης με ή χωρίς ψυχωτικά στοιχεία στην μητέρα, σε ένα ποσοστό 41%. Από την άλλη πλευρά, παιδιατρικές μελέτες στον γενικό πληθυσμό, χωρίς αναφερόμενα ψυχιατρικά προβλήματα, καταδεικνύουν ότι το 70% των μητέρων με βρέφη που υποφέρουν από κολικούς, αναφέρουν σαφείς επιθετικές σκέψεις προς τα βρέφη τους με ένα συντριπτικό 25% από αυτές να αναφέρουν ρητές σκέψεις παιδοκτονίας κατά την διάρκεια επεισοδίων κολικών των παιδιών τους. Οι μελέτες αυτές επισημαίνουν επίσης την σημαντική δυσκολία γυναικολόγων, παιδιάτρων και γενικών ιατρών να ανιχνεύσουν πρώιμα σημάδια δυσφορίας, αποδιοργάνωσης της συμπεριφοράς αλλά και της συχνότητας αυτοκαταστροφικού ή ετεροκαταστροφικού ιδεασμού σε νέες μητέρες.

Ο κάθε άνθρωπος και η κοινωνία κατ’ επέκταση πρέπει να έχει το κουράγιο και την ωριμότητα να αναγνωρίσει την σκοτεινή της πλευρά. Εξ άλλου η προκατάληψη, το στίγμα και τα απλουστευτικά στερεότυπα στηρίζονται και ανατροφοδοτούνται από την ανεπεξέργαστη ψυχικά σκοτεινή πλευρά της εσωτερικής μας πραγματικότητας. Στέρεοι κοινωνικοί και ψυχικοί δεσμοί κτίζονται όταν δεν εξοβελίζεται η (ψυχική) αρρώστια, η αδυναμία, η ιδιαιτερότητα ως κάτι βδελυρό και αποτρόπαιο, αλλά γίνεται αποδεκτό στην ολότητα του , ώστε έτσι να βοηθιέται και να φροντίζεται.

Πέραν της αλλαγής, όμως, της στάσης απέναντι στην ψυχική αρρώστια, η οποία εκκινεί από τις παρυφές της ατομικής υποκειμενικότητας και υπερακοντίζεται στον πυρήνα της κοινωνικής θεμελίωσης, είναι απαραίτητη η οργάνωση αντίστοιχων δομών ψυχικής υγείας.

Οι δομές αυτές θα πρέπει να έχουν κάποια θεμελιώδη χαρακτηριστικά. Αναγκαία συνθήκη και προϋπόθεση για την αποτελεσματικότερη λειτουργία τους είναι η ουσιαστική ενσωμάτωση τους στην κοινότητα. Οι ψυχιατρικές δομές, αντί για αποθήκες ψυχών και πλαίσια διαιώνισης του κοινωνικού αποκλεισμού, πρέπει να αποτελούν ένα ζωντανό ενδοκοινοτικό κόμβο και σημείο αναφοράς για την πληροφόρηση, πρόληψη και αντιμετώπιση της ψυχικής διαταραχής. Η επιτυχία, δε, αυτού του εγχειρήματος εδράζεται στην μαζική και βέλτιστη κινητοποίηση, χρήση και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων έμψυχων και υλικών κοινοτικών πόρων.

Μια άλλη παράμετρος επιτυχίας των δομών αυτών είναι η ευκολία πρόσβασης αλλά και η απενοχοποίηση της χρήσης τους. Είναι, πραγματικά τραγικό και εξοργιστικό, η έκκληση για βοήθεια ενός ανθρώπου να αρθρώνεται με ένα λόγο απολογητικό, γεμάτο ντροπή και φόβο. Τα συναισθήματα αυτά κατοπτρίζονται ανάγλυφα στα λόγια, που με αγωνία μας λένε οι ασθενείς μας: «Γιατρέ, βάλε με τελευταίο ραντεβού. Δεν θέλω να με δουν οι άλλοι. Δεν θέλω να ξέρουν ότι έρχομαι εδώ». Καθίσταται αδήριτη η ανάγκη της θέασης της ψυχικής υγείας και της ψυχικής νόσου σαν ένα συνεχές, ένα φάσμα που αφορά όλους μας, παρά σαν μια διχοτόμηση που διαχωρίζει «εμάς» από τους «άλλους» (ψυχικά ασθενείς).

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι καθίσταται επιτακτική η ανάγκη πρώιμης ανίχνευσης ψυχολογικών ή ψυχιατρικών δυσκολιών στην μητέρα από την προγεννητική κιόλας περίοδο καθώς και των παραγόντων που αυξάνουν το ρίσκο ένδο-οικογενειακής βίας, με την έλευση ενός νέου μέλους στην οικογένεια. Άλλοι σημαντικοί στόχοι που αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο για την όποια επιτυχή παρέμβαση είναι η απρόσκοπτη πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας στην κοινότητα, η ρεαλιστική σκιαγράφηση της μητρότητας καθώς και ο αποστιγματισμός των γυναικών αυτών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στον ρόλο αυτό μέσω επιμορφωτικών προγραμμάτων τόσο των επαγγελματιών υγείας που εμπλέκονται στην φροντίδα της νέας μητέρας (γυναικολόγοι, παιδίατροι, μαίες, νοσηλευτές) όσο και της ευρύτερης κοινωνίας.

Η επανάληψη των ίδιων επισημάνσεων για χρόνια, με αφορμή άλλη μια ανθρώπινη τραγωδία, φθείρει και ματαιώνει και τους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας και την κοινωνία, όταν δεν προτάσσεται ένα νέο όραμα και σχέδιο δράσης για την ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη χώρα μας.

Το ψευδές «επείγον» του προσφυγικού

    Στέλιος Στυλιανίδης*
    O Στέλιος Στυλιανίδης, είναι Ψυχίατρος- Ψυχαναλυτής – Ομαδικός Αναλυτής, Καθ. Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Επ. Σύμβουλος Ε.Π.Α.Ψ.Υ.

Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση του άρθρου, που δημοσιεύτηκε από το news247.

Οι Ευρωεκλογές πλησιάζουν. Ορθά επισημαίνεται από πολλές πλευρές ότι δύο από τους ορατούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή συνοχή είναι τόσο η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων όσο και η άνοδος των ακροδεξιών και φασιστοειδών πολιτικών σχηματισμών. Ένας από τους λόγους που τροφοδοτεί την ενίσχυση του εκφασισμού των ευρωπαϊκών κοινωνιών, όπως και την πολιτική έκφρασή του, είναι η “επείγουσα απειλητική» κατάσταση και ο βιωμένος κοινωνικός τρόμος απέναντι στην εισβολή των προσφύγων.

Πράγματι, υπάρχουν πολλοί αθώοι θάνατοι στη Μεσόγειο, πολλές αθώες ζωές που απωθούνται βίαια, που γίνονται αντικείμενο επίθεσης, ταπείνωσης, ως εάν να αποτελούσαν μια μέγιστη απειλή για τη δημοκρατική Ευρώπη. Όπως θα δούμε και με τα στοιχεία που θα παραθέσουμε παρακάτω, στο όνομα της δημοκρατίας, πολλοί θάνατοι στο όνομα της δημοκρατίας, η οποία πουλάει όπλα στο παγκόσμιο σουπερμάρκετ εξοπλισμών, πολλοί πρόσφυγες από τις «δημοκρατίες» που προσπάθησε να επιβάλει η Δύση στις χώρες καταγωγής τους μέσα από πολέμους, πολλές γυναίκες δολοφονημένες λόγω του γεγονότος ότι είναι μόνο γυναίκες.

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ εκτιμά ότι μόνο το 2015 μετακινήθηκαν πάνω από 65,3 εκατομμύρια άνθρωποι από τις χώρες καταγωγής τους, σχεδόν 6 εκατομμύρια περισσότερο από τον προηγούμενο χρόνο. Από αυτά τα 65,3 εκατομμύρια, μόνο τα 3,2 εκατομμύρια, δηλαδή λιγότερο από το 5%, περιμένουν να πάρουν άδεια εισόδου σε ανεπτυγμένες χώρες, όπως αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι αυτονόητο ότι, πέρα από οποιαδήποτε επίσημη αναφορά του ΟΗΕ και του ΠΟΥ, όσο υπάρχουν εμπόλεμες καταστάσεις, σφαγές αμάχου πληθυσμού και απεριόριστη φτώχεια σε επίπεδο δυσκολίας επιβίωσης, τόσο ο αριθμός των προσφύγων και των μετακινούμενων πληθυσμών γενικότερα θα αυξάνεται. Φαίνεται ότι αυτό το κακό αποτελεί μια σταθερά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και ενός κυνικού πραγματισμού, που καθορίζει τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτός ο πραγματισμός τροφοδοτείται από μια ακραία κουλτούρα ατομικισμού και μια μυωπική ματιά σε σχέση με την προαγωγή του well-being και της αναζήτησης της προσωπικής ευτυχίας, συσκοτίζοντας κάθε μορφή αλληλεγγύης, ανθρωπιάς και δημοκρατικού δικαιώματος υποδοχής ατόμων σε κίνδυνο. Αυτό που πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε λίγο περισσότερο και να αποτελέσει ένα σοβαρό κομμάτι της πολιτικής ατζέντας για τη συζήτηση που διεξάγεται στο πλαίσιο των Ευρωεκλογών είναι ότι μια πολιτική οντότητα 500 εκατομμυρίων κατοίκων, δηλαδή η Ευρωπαϊκή Ένωση, ορίζει σαν επείγουσα κατάσταση την άφιξη ενός πληθυσμού που αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% του πληθυσμού της. Η γηραιά Ευρώπη, με τα τεράστια δημοκρατικά προβλήματα, με την κατάρρευση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικού κράτους λόγω του ελλείμματος των ασφαλιστικών εισφορών από τη γήρανση του πληθυσμού, αποκαλεί επείγουσα μια κατάσταση της δικιάς της έλλειψης ανοχής, του εγωϊσμού της, και κυρίως της δικιάς της πολιτικής τυφλότητας.

Παρά την τεράστια πίεση που ασκεί η πλειοψηφία των ΜΜΕ, που καθοδηγούνται από κυβερνήσεις και συμφέροντα, για να περιγράψουν με δραματικούς τόνους το επείγον του προσφυγικού ζητήματος, η πραγματική σοβαρή και επίπονη, επείγουσα κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η παραίτησή της από τις αρχές της αλληλεγγύης και του κράτους δικαίου, η άρνησή της να επενδύσει στην ελπίδα, στη δράση για το καλό, στην ουτοπία του καλού. Μια προοδευτική ατζέντα των Ευρωεκλογών θα πρέπει να έχει σαν άμεσο στόχο την αποδόμηση του ψευδο-επείγοντος χαρακτήρα του προσφυγικού και του μεταναστευτικού, τον αποϊδρυματισμό της επείγουσας διαχείρισης στο βαθμό που οι ροές των απελπισμένων αυτού του κόσμου αποτελούν και θα αποτελούν, ακόμη και αν το αρνούμαστε, ένα μόνιμο φαινόμενο της καθημερινότητάς μας. Μια επείγουσα κατάσταση είναι ένα γεγονός τελείως απρόβλεπτο, σχετικά σπάνιο, με μια διάρκεια σχετικά προσδιορισμένη: η μαζική άφιξη μεταναστών και προσφύγων από τις χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, όπου τα στοιχειώδη δικαιώματα και οι υλικές συνθήκες ζωής είναι απούσες, δεν αποτελεί μια επείγουσα κατάσταση, αλλά μια προβλεπόμενη εξέλιξη του γεωπολιτικού χάρτη.

Μια επείγουσα κατάσταση ορίζεται σαν ένα συμβάν που προκαλεί μια άμεση απειλή στη ζωή, την υγεία, την ιδιοκτησία ή το περιβάλλον, οι ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εκτίθενται σε αυτές τις απειλές, και επομένως δεν μπορούν να ορίσουν σαν emergency την κατάσταση που αντιπροσωπεύεται από τις μαζικές προσφυγικές ροές. Αυτό που πρέπει να αντιμετωπίσουμε σαν κοινωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με επιμερισμό της ευθύνης της η καθεμία, είναι να θεωρήσουμε ότι και το προσφυγικό και το μεταναστευτικό πρόβλημα αποτελεί ένα «συστημικό» πρόβλημα και με αυτήν την έννοια πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο ενός μακροπρόθεσμου πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού σχεδιασμού για την ουσιώδη επίλυσή του. Πρόκειται για μια πραγματική αλλαγή προσανατολισμού: πρέπει να εγκαταλείψουμε την κουλτούρα των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» και της παροχής άμεσης ανθρωπιστικής βοήθειας και να σχεδιάσουμε μια δομική κουλτούρα παρέμβασης, η οποία να εγγυάται δικαιώματα, υγεία, κατοικία, μόρφωση, κοινωνική ενσωμάτωση.

Το καθεστώς του επείγοντος διευκολύνει τη δημιουργία καταστάσεων συναγερμού, πανικού, παραπληροφόρησης, συλλογικής υστερίας («εισβολή μεταναστών», «απειλή για τις θέσεις εργασίας των ντόπιων», «τρομοκρατικός κίνδυνος», «απόπειρα αλλοίωσης της εθνικής, θρησκευτικής, πολιτισμικής ταυτότητας»), αυτοί οι παρανοϊκοί κοινωνικοί μηχανισμοί τροφοδοτούνται από ξενοφοβικά κόμματα και κινήσεις, από εθνικιστικές εξάρσεις και δημαγωγούς πολιτικούς που χρίζουν την πολιτική τους εξουσία πάνω στο φόβο, στην προπαγάνδα, στον αποκλεισμό του άλλου και στη συστηματική παραπληροφόρηση, στην πρόσκληση του μίσους. Όλοι αυτοί οι πολιτικοί σχηματισμοί στις διάφορες χώρες (η Legga στην Ιταλία, το Front National στη Γαλλία, Farage στη Μ. Βρετανία, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία…), όλες αυτές οι νεοφασιστικές, ξενόφοβες πολιτικές δυνάμεις χτίζουν την πολιτική τους απήχηση πάνω στη συνθήκη του επείγοντος και της φαντασίωσης της συλλογικής απειλής από τους πρόσφυγες.

Είναι επείγον να πούμε την αλήθεια: πέρα από το πολιτικό επίπεδο, η συνθήκη του επείγοντος ευνοεί και πολυάριθμες «μπίζνες» γύρω από τη διαχείριση του προσφυγικού. Πάρα πολλά χρήματα δίνονται συχνά χωρίς στόχευση, χωρίς σχεδιασμό για την υποδοχή των προσφύγων, για τη δήθεν εκπαίδευση των επαγγελματιών, χωρίς σοβαρή αξιολόγηση, χωρίς λογοδοσία, χωρίς μετρήσιμα αποτελέσματα. Τα νούμερα για τη δήθεν διάσταση του επείγοντος για την Ευρωπαϊκή Ένωση μιλάνε από μόνα τους.

    stats1
    Ο αριθμός των ατόμων που μετακινούνται προς ευρωπαϊκές χώρες έχει μειωθεί αισθητά με την πάροδο των ετών. Χαρακτηριστικά, σε σύγκριση με τα 1.015.877 άτομα που έφτασαν στην Ευρώπη το 2015, ο αντίστοιχος αριθμός ανήλθε σε μόλις 116.647 το 2018. Πηγή: UNHCR Desperate Journeys: Refugees and migrants arriving in Europe and at Europe’s borders January – December 2018 (Executive Summary).

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Τουρκία, ο Λίβανος, η Αίγυπτος, η Τυνησία, απορροφούν πολύ μεγάλους αριθμούς προσφύγων σε σχέση με τον πληθυσμό τους, που δεν συγκρίνονται με την καχεκτική και ελλειμματική απορρόφηση των προσφύγων στις ευρωπαϊκές χώρες.

    stats2
    Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη ενημέρωση του UNHCR στις 07/03/2019, ο αριθμός των προφύγων στην Τουρκία ανέρχεται σε 3,642,738 άτομα. Πηγή: UNHCR Portal for Refugee Situations.
    stats3
    Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη ενημέρωση του UNHCR τον Φεβρουάριο του 2019, ο αριθμός των προφύγων στο Λίβανο ανέρχεται σε 946,291 άτομα. Πηγή: UNHCR Portal for Refugee Situations.
    stats4
    Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη μηνιαία στατιστική αναφορά από την Αίγυπτο, ο αριθμός των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο ανέρχεται σε 247.724 άτομα. Πηγή: UNHCR Egypt Monthly Statistical Report – February 2019.
    stats5
    Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, ο αριθμός των προσφύγων στην Τυνησία αναμένεται να φτάσει στους 1,680 μέχρι το τέλος του 2019. Πηγή: UNHCR Global Focus Tunisia.

Είναι ενδεικτικό ότι οι ρυθμοί αποδοχής των αιτούντων άσυλο απελπιστικά μικροί – λιγότερο από 5% παροχή αδείας παραμονής στην Ιταλία και 3% στην Ελλάδα (Πηγή: B. Saraceno, “Psicopolitica”, 2019).

Τι να κάνουμε σαν κοινωνίες, σαν ενεργοί πολίτες απέναντι σε αυτήν την ευρωπαϊκή υποκρισία και σε αυτό το φλερτ με το «αυγό του φιδιού» που σε πολλές χώρες έχει αρχίσει να σπάει. Πρέπει να ξανακάνουμε πολιτική με διαφορετικούς όρους, πρέπει να νοηματοδοτήσουμε αλλιώς τη δράση μας μέσα από τους εξής άξονες.

Πρώτος άξονας:
Πρέπει να πολεμήσουμε την παραπληροφόρηση και να προάγουμε τη συλλογή με συστηματικό και αξιόπιστο τρόπο δεδομένων, μαρτυριών και πληροφοριών στα εξής επίπεδα:

στα πραγματικά νούμερα της μετανάστευσης,
στις συνέπειες, συχνά πιο θετικές παρά αρνητικές, της μετανάστευσης στην αγορά εργασίας και στις τοπικές οικονομίες,
στα πραγματικά κόστη της φιλοξενίας και στις διαφορετικές δυνατές τυπολογίες της υποδοχής (καλές πρακτικές)
στους πραγματικούς κινδύνους εμφάνισης ορισμένων ασθενειών με ενδημικό χαρακτήρα, πχ. φυματίωση, και στην αξιολόγηση των φανταστικών κινδύνων και του συναγερμού για τη δημόσια υγεία,
στις συμπεριφορές, τις ανάγκες και τις δυσκολίες της κοινωνικής ενσωμάτωσης των διαφορετικών εθνικών ομάδων, μεταναστών ή προσφύγων, που υποδεχόμαστε,
στη σχέση μεταξύ μετανάστευσης και παραβατικότητας,
στην εφαρμογή ή μη των νομοθεσιών, εθνικών και διεθνών, που ισχύουν.

Επομένως, έχουμε επείγουσα ανάγκη να δημιουργήσουμε ένα ισχυρό κέντρο αντι-πληροφόρησης, δηλαδή ενός αξιόπιστου εθνικού και Ευρωπαϊκού παρατηρητηρίου του τι συμβαίνει.

Δεύτερος άξονας:
Πρέπει να πραγματοποιηθεί συστηματικά μια συλλογή καλών πρακτικών υποδοχής και κοινωνικής ενσωμάτωσης μεταναστών και προσφύγων. Πρέπει να τεκμηριωθεί το ποιος φορέας (ιδιωτικός,ΜΚΟ,Τοπικής αυτοδιοίκησης, κρατικός) υλοποιεί τις δράσεις, τι δυσκολίες και αντιστάσεις συνάντησε, ποιες είναι οι κοινωνικές επιπτώσεις των δράσεων στις τοπικές κοινωνίες, πόσο κοστίζουν, πώς μπορούν να καταγραφούν και να κατανοηθούν οι κίνδυνοι εμπορευματοποίησης πρακτικών υποδοχής και ενσωμάτωσης.

Τρίτος άξονας:
Πρέπει να οριστεί μια Θεσμική πολιτική ατζέντα διαβούλευσης με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και τους θεσμούς. Μια τέτοια πρωτοβουλία μπορεί να συντονιστεί από το Υπουργείο Μεταναστευτικής πολιτικής και πρέπει να περιλαμβάνει τα εμπλεκόμενα Υπουργεία, τις αυτοδιοικητικές αρχές όλων των βαθμίδων, τις ΜΚΟ, την Εκκλησία, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τους εκπροσώπους συλλογικοτήτων τοπικών κοινωνιών, πανεπιστήμια και ερευνητικές ομάδες που ασχολούνται με αυτό το αντικείμενο, όπως επίσης και εκπροσώπους της Υπατης Αρμοστείας για τους πρόσφυγες και της Ε.Ε.

Τέταρτος άξονας:
Δημιουργία ενός πραγματικού κινήματος αλληλεγγύης των πολιτών , το οποίο θα προάγει αρχές, πολιτικές και δράσεις υποδοχής και κοινωνικής ενσωμάτωσης. Ένα κίνημα πολύχρωμο το οποίο θα στέκεται απέναντι στον εκφασισμό της κοινωνίας, στην μισαλλοδοξία και στη ρητορική του μίσους και του ρατσισμού.

Πρέπει να επιστρέψουμε μέσα από την κατανόηση των αποτυχιών και ελλειμμάτων μας , σε μια πολιτική πρακτική ικανή να αντιμετωπίσει την σύγχρονη πολυπλοκότητα όχι μόνο με στείρα συνθηματολογία και ιδεοληψίες αποκλεισμών, ούτε με αμιγώς τεχνοκρατικούς όρους, αλλά με νέες συνθέσεις ικανές να εμβαθύνουν την καχεκτική δημοκρατία μας και να απαντούν αποτελεσματικά στην υποκριτική διαχειριστική λογική του «επείγοντος» της Ε.Ε.

*Το άρθρο αυτό δε θα γραφόταν με αυτήν την μορφή του, αν δεν υπήρχε μια ουσιαστική ανταλλαγή με τον πρώην Διευθυντή του Τμήματος Ψυχικής Υγείας του ΠΟΥ, Benedetto Saraceno. Επίσης ορισμένες πρακτικές εμπειρικές επισημάνσεις προέρχονται από την θεραπευτική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη προσφύγων στην Αθήνα με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές από την ΕΠΑΨΥ, σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία για τους πρόσφυγες του Ο.Η.Ε.

Πέφτοντας από τα σύννεφα στον Νέο Κόσμο, της Αγγελικής Σπανού

    Πέφτοντας από τα σύννεφα στον Νέο Κόσμο
    της Αγγελικής Σπανού

όπως δημοσιεύτηκε στο news247.

«Η αστυνομία διερευνά τα αίτια της τραγωδίας στον Νέο Κόσμο». H είδηση μεταδίδεται με έναν γραφειοκρατικό τρόπο, που καταλήγει ειρωνικός. Τι ακριβώς ψάχνει η αστυνομία; Ποια λογική εξήγηση μπορεί να βρίσκεται πίσω από το γεγονός ότι μια μητέρα πέταξε το παιδί της από το μπαλκόνι και μετά έπεσε και αυτή;

Γείτονες βεβαιώνουν ότι πρόκειται για μια ήσυχη οικογένεια που ποτέ δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα στην πολυκατοικία ούτε υπήρχαν σημάδια ότι κάτι συμβαίνει πίσω από την κλειστή πόρτα του διαμερίσματός τους. Ο πατέρας κατέθεσε ότι δεν είχε υποψιαστεί τίποτα, ότι η σύζυγός του δεν είχε ψυχολογικά προβλήματα, ότι είχαν καλή σχέση μεταξύ τους. Αυτόπτες μάρτυρες δηλώνουν ότι η γυναίκα έδειχνε ατάραχη και ότι τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τη σταματήσει.

    Η ψυχική ασθένεια δεν είναι μια έξαρση της στιγμής, δεν έρχεται και φεύγει σαν τον πυρετό, ούτε μπορεί να περάσει απαρατήρητη για πολύ καιρό.

Αναπτύσσεται και εξελίσσεται αλλά επίσης προλαμβάνεται και αντιμετωπίζεται. Σε κάποιες περιπτώσεις επιτυχημένου θεραπευτικού πλαισίου, ειδικά σε ανοιχτές κοινοτικές δομές, χωρίς εγκλεισμό σε άσυλα, μπορεί να εξαφανιστεί. Σε άλλες περιορίζεται τόσο πολύ που οι πάσχοντες μπορούν να έχουν μια εξαιρετική ποιότητα ζωής. Οσοι πριν από λίγους μήνες απολαύσαμε τη συναυλία κλασικής μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής από λήπτες υπηρεσιών του κέντρου ημέρας της ΕΠΑΨΥ (Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης Ψυχικής Υγείας) καταλάβαμε πολύ καλά τι θα πει αυτό. Σε καμία περίπτωση άνθρωποι που υποφέρουν από σοβαρή ψυχική ασθένεια δεν έχουν καλή τύχη αν δεν δεχτούν βοήθεια και υποστήριξη.

Το πρώτο είναι να αναγνωριστεί το πρόβλημα. Να παραδεχτούμε το κακό που συμβαίνει, να μιλήσουμε γι αυτό, να το δεχτούμε και να το παλέψουμε. Παρόλο που έχουν γίνει πολλά για την καταπολέμηση του στίγματος, υπάρχει ακόμη μεγάλη απόσταση να διανυθεί για να καταπολεμηθούν προκαταλήψεις και στερεότυπα. Συμβαίνει παντού γύρω μας να κρύβονται ψυχικές ασθένειες στο όνομα της μικροαστικής κανονικότητας μέχρι να αποκαλυφθούν αναγκαστικά όταν το σκοτάδι από τη μέσα μας ρωγμή ξεχυθεί με βίαιο πολλές φορές τρόπο.

Το επόμενο είναι να βρεθεί πλαίσιο υποστήριξης. Πού θα απευθυνθείς, ποιος θα σε κατευθύνει, πόσο θα αργήσει το ραντεβού, αν θα κουραστείς περιμένοντας, αν θα τα παρατήσεις, πόσο θα κοστίσει η προσπάθεια αν δεν καταφέρεις να «χωρέσεις» σε δημόσια δομή. Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, οι αναγκαστικές νοσηλείες στα ψυχιατρεία (κατόπιν εισαγγελικής εντολής και με χειροπέδες αυξάνονται), οι μηχανικές καθηλώσεις (ασθενείς δεμένοι με ιμάντες στα κρεβάτια) επίσης και αυτό δείχνει ότι δεν αποτέλεσε προτεραιότητα ούτε για την κυβέρνηση που θέλει να λέγεται κυβέρνηση της Αριστεράς η ουσιαστική αναβάθμιση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας για όλους.

Η αστυνομία δεν θα βρει τα αίτια της τραγωδίας στον Νέο Κόσμο αν δεν κάνουμε αυτή τη δύσκολη συζήτηση πριν πέσουμε από τα σύννεφα ξανά, την επόμενη φορά που μια Μήδεια ή ένας Ορέστης εμφανιστούν στη γειτονιά μας.

Editorial: Towards a mental health democracy (2018)

    Stelios Stylianidis (1), Panagiotis Chondros (2), Kyriakos Souliotis (3)
    (1) Professor of Social Psychiatry, Department of Psychology, Panteion University
    (2) Psychologist, Association for Regional Development and Mental Health, Greece
    (3) Associate Professor of Health Policy, Faculty of Social and Political Sciences, University of Peloponnese, Greece

Published in: Journal Dialogues in Clinical Neuroscience & Mental Health, Vol. 1, Issue 3, 2018

Introduction
Despite advances in research and medical technology, between 76% and 85% of people with serious mental disorders had received no treatment in the previous year according to the world mental-health survey conducted by the WHO in
2011 (1). Still, nowhere in the world does mental health enjoy parity with physical health in national policies and budgets or in medical education and practice (2,3,4). Although WHO has stressed the importance of social determinants in health and mental health, public policies continue to neglect how poverty affects mental health, creates violence, social exclusion and breakdown of communities.
As the Special Rapporteur to the UN on the right of everyone to enjoy the highest attainable standard of physical and mental health points out precisely “the crisis in mental health should be managed not as a crisis of individual conditions, but as a crisis of social obstacles, which hinders individual rights. Mental health policies should address the “power imbalance” rather than “chemical imbalance” (3:19). These obstacles are:

• Dominance of the biomedical model
• Power asymmetries
• Biased use of evidence in mental health

Situation in Greece
In Greece, those obstacles are evident at every level. The doctor – patient relationship remains central; still there are two trends in the way this relationship is manifested. On the one hand, as a consensual and complementary relationship; here, the doctor ideally straggles to restore patient’s health and protect him. According to existing social norms, patients have to want to recover and the doctors are the ones to help. On the other hand, as one of conflict. The perception here is that the patient-doctor relationship, generally and particularly in the area of mental health, appears to be one of conflict and full of challenges. The underlying assumption of both the consensual and conflicting approach is that the doctor-patient relationship is asymmetrical, with health care professionals drawing their power from their established authority. This, in turn, permits them to operate as
mediators in social control (3:190-191). However, the extent to which a doctor must exercise such an authority remains particularly questionable. Patients have to face a double bond. On the one hand, they encounter more and more declarations calling them to claim their rights in information and decision-making, to seek information from multiple sources and to have a say in the quality of services provided, and on the other hand, they are required to submit to the doctor’s judgement and expertise. Development of psychiatry, closely following relevant social developments, is constantly transforming clinical-theoretical models, means of organising services and a relationship with users and their families. Decision-making power in mental health is concentrated in the hands of biomedical gatekeepers, in particular biological psychiatry backed by the pharmaceutical industry. At the clinical level, power imbalances reinforce paternalism and even patriarchal approaches, which dominate the relationship between psychiatric professionals and users of mental health services. Organised professional associations such as those of psychiatrists and trade unions exacerbate this imbalance by resisting reform of service provision and working models.
The asymmetry of the medical therapeutic relationship is organised around the scientific knowledge and technical knowhow, around the ignorance of the individual’s needs and their wishes. Thus, opinion is legalised socially and supplies the stereotype dominating relationships between the psychiatric team and patients-users, even if this is conducted in a theoretically “open” community framework and not within a total psychiatric institution (5, 6). In this asymmetrical game, however, where one “loses” and the other “wins”, each one is aware of both roles, the one stigmatising and the other being stigmatised. User participation grants to those specified roles a mental, social and institutional opening, strengthening, as F. Basaglia stated, the negotiating position of the weak.
The basis of common action and transformation of traditional psychiatric culture towards a collective democracy of health can be established from such a beginning. In a statement regarding ethics, P. Ricoeur (7) describes the doctor-patient relationship as an agreement of trust, a kind of forged alliance between two people against a common enemy, the disorder. However, before an agreement of trust can be established, there must be a stage of suspicion, embarrassment and reluctance. The patient expresses a request for treatment, suspicious against the one who is in theory the expert, and the doctor who tries to cater to patient requests, may, in turn, become suspicious of non-compliance to the treatment prescribed by him.
In order for the agreement to be established, Ricoeur stressed that both involved parties must recognise the uniqueness of this relationship, the “non- interchangeable character of one with the other”. Therefore, the only possibility for this agreement to work is to consider the contracting parties as authentic partners rather than a “democratic alibi” used as argument of legacy by mental health professionals which requires the active involvement of the patient in the management and development of his treatment and care.
We can, however, observe three paradoxes in this agreement. The first paradox is that the subject is not an object,
but the body is a part of the physical reality observed and is “objectified” by ethics, the approach and the technical arsenal of biological medicine-psychiatry. Psychiatry is often on a slippery slope, following the disconnection of body and soul in a simplistic biological reductionism, obscuring a big part of understanding and consequently the holistic care of the ailing subject.
The second paradox has to do with the fact that the individual is not a commodity, nor should medicine be subject
to the laws of the market; however, in fact, medicine has a price and a high social cost for public health and private healthcare. The last paradox overlaps the previous ones: suffering is private, but health is public. If all these contradictions generate conflict and if misguided psychiatrisation and the penalisation of social problems create enormous contrasts, the only possible framework where a possible solution may emerge is the consensual/conflicting process of the involved parties (8).
We would add to the obstacles the democratic function level, what we would call “democracy deficit”. Open access
of European citizens to quality healthcare, social welfare and education services, as well as the declared aim of reducing social inequalities and social exclusion formed part of the European identity. The principles of social protection came close to such an axiological, ethical, legal and institutional level that Western Europe was characterised a “secure” society, in the sense that it was capable of providing security and protection to its members. The need for bold reforms in Greece was already clear since the birth of the Greek state in the face of the “ineffective, irrational and/or morally unacceptable mode of operation of its institutions” (9). The lack
of resources driven by the biomedical model that obscures social factors leads, especially during the economical, political and social crisis in our country, to shifting the burden of care to society rather than building and reinforcing a protection system.

Suggestions
On the basis of a “joint morale”, we are required to discuss collectively and democratically the relations between disease and health and what we call personalised care, treatment and life plan to showcase a “third way” where the involved parties, namely, the social groups receiving services, the people involved in general health and mental health and local communities with their representatives, will empower their participative movement and will become involved in openly processing and evaluating a health system, where all coexist (10, 11, 12). The “open dialogue” approach may represent a promising tool promoting a radical change of traditional psychiatric culture and practice.
User involvement should become national policy with a specific framework that will be structured gradually on the basis of good examples. In cases where users offer services (care, consultancy, participation in research and training), the relationship with the service or with the action in general must be remunerated, so that obligations are met on both sides and there are no phenomena of patronising. Training programmes must be established, structured by users for users and professionals.
At European level, very few users’ and relatives’ movements are independent and powerful in terms of funding, while
most are supported by a specific few number of people and are vulnerable to crises (13). In order for user participation to work properly, there should be allocation of authority and recognition of user and family associations as institutional interlocutors with validity and arguments (14) and users must be considered active citizens with rights and obligations and not faceless collateral losses of a dysfunctional system. Provided
we continue to recognise the right of individuals to self-determination, besides any social dictates describing fear of the unfamiliar and the unwillingness to take on responsibility and to delete whatever is different, we can continue talking about the non-negotiable dignity inherent in any individual, irrespective and beyond social, political, financial and cultural crises or “trends”. Concerted efforts – from policymakers, epidemiologists, health economists, clinicians, patients and their families – for ameliorating the mental health impact of the recession in Greece are urgently needed, in order to militate against exacerbation of psychiatric morbidity in the foreseeable future and to avoid a potential outbreak of suicides (15).

References
1. WHO (2011). Global burden of mental disorders and the need for a comprehensive, coordinated response from health
and social sectors at the country level. Report by the Secretariat. EB130/9
2. The Economist (2018). Special report. A crazy system. Nobody spends enough on mental health. 26.4.2018 https://
www.economist.com/news/special-report/21740875-mental-illness-ignored-policymakers-and-aid-donors-nobody-spends-enough-mental
3. UNHRC (2017). Report of the Special Rapporteur on the right of everyone to the enjoyment of the highest attainable standard of physical and mental health, A/HRC/35/21, 28.03.2017 https://documents-dds ny.un.org/doc/UNDOC/ GEN/G17/076/04/PDF/G1707604.pdf?OpenElement
4. Saxena S, Funk M, Chisholm D (2014). WHO›s Mental Health Action Plan 2013-2020: what can psychiatrists do to facilitate its implementation? World Psychiatry. 13(2): 107–109. doi: 10.1002/wps.20141
5. Nettleton S (2002) The sociology of health and illness. Typothito – Dardanos Publications, Athens [in Greek]
6. Stylianidis S, Chondros P, Lampaki K (2008) The mental health services user movement and its relation to the professionals: co-constructing a joint meaning. Tetradia Psychiatrikis 102:37–44 [in Greek]
7. Ricoeur P (1996). Les trois niveaux du jugement médical. Esprit, Paris
8. Stylianidis S, Chondros P, Lavdas M. Critical approach of an Empowerment and recovery process: A case study from
Greece. In: Soldatos C, Ruiz P, Dikeos D, Riba M (eds). Pluralism in Psychiatry: I. Diverse Approaches and Converging Goals. Bologna: Medimond; 2014
9. Veremis T, Kalyvas S, Kouloumpis T, Pagoulatos G, Tsoukalis L, Tsoukas C (2011) The anatomy of the crisis. Skai Publications, Athens [in Greek]
10. Souliotis K. Looking for democracy in health amidst the fiscal crisis: patient participation in health policy decision making In: Souliotis K, editor. , ed. Democracy Citizens and Health Policy: Participation in Decision Making, Lobbying and Patient Associations (in Greek). Athens: Papazisis; 2014:23–51.
11. Souliotis K. Public and patient involvement in health policy: A continuously growing field. Health Expectations. 2016;19(6):1171-1172.
12. Souliotis K, Peppou LE, Agapidaki E, et al. Health democracy in Europe: Cancer patient organization participation in health policy. Health Expectations. 2018;21(2):474-484
13. Rose D, Lucas J (2007) The user and survivor movement in Europe. In: Knapp M, McDaid D, Mossialos E, Thornicroft G (eds) Mental health policy and practice across Europe. The future direction of mental health care. McGraw-Hill – Open University Press, Berkshire
14. Mazza G (1996) Structuring effective user involvement. In: Heller T, Reynolds J, Gomm R et al (eds) Mental health matters. Palgrave – Open University, Hampshire, pp 238–241
15. Economou M, Peppou LE, Souliotis K, Stylianidis S (2016). The Impact of the Economic Crisis in Greece: Epidemiological Perspective and Community Implications. In: S. Stylianidis (ed.), Social and Community Psychiatry: Towards a Critical, Patient-Oriented Approach, DOI 10.1007/978-3-319-28616-7_24

Οι γιατροί του Αιγαίου: 2 κλιμάκια εξειδικευμένων επιστημόνων προσφέρουν ανεκτίμητο έργο σε 12 νησιά

    Το ντοκιμαντέρ που αποτυπώνει το έργο τους και θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

*Το παρόν αποτελεί ανακοινοποίηση δημοσίευσης της ιστοσελίδας ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ.

Από το 2004 που δημιουργήθηκαν οι Κινητές Μονάδες Ψυχικής Υγείας στις Βορειοανατολικές και Δυτικές Κυκλάδες, υπό τη διαχειριστική ευθύνη της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ), χρηματοδοτούνται σταθερά από το υπουργείο Υγείας και από προγράμματα ΕΣΠΑ. ‘Eτσι, η Σύρος, η Τήνος, η Μύκονος, η Άνδρος, η Πάρος, η Αντίπαρος, η Μήλος, η Σίφνος, η Σέριφος, η Κίμωλος, η Κέα και η Κύθνος δέχονται ψυχιατρική φροντίδα σταθερά ανά 15ήμερο μέσα από τα κλιμάκια των ψυχολόγων, των κοινωνικών λειτουργών, των παιδοψυχιάτρων και των ψυχιάτρων που παρέχουν δωρεάν υπηρεσίες, όπως διαγνωστική εκτίμηση, ατομική – οικογενειακή ψυχοθεραπεία, ψυχιατρική και παιδοψυχιατρική παρακολούθηση, συμβουλευτική γονέων, ομαδική ψυχοθεραπεία και ψυχοκοινωνική αποκατάσταση.

Οι υπηρεσίες παρέχονται είτε σε χώρους που παραχωρούνται στα τοπικά κέντρα υγείας είτε σε χώρους των δήμων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε η κλινική ψυχολόγος και επιστημονική υπεύθυνη των κινητών μονάδων της ΕΠΑΨΥ, Στέλλα Παντελίδου, στη «Νέα Σελίδα», κάθε χρόνο επισκέπτονται τις δύο μονάδες στα δώδεκα νησιά κατά προσέγγιση 2.500 άτομα, με 12.000 ενήλικες και παιδιά να έχουν εξυπηρετηθεί μέχρι σήμερα. Παράλληλα, στο πλαίσιο της κοινοτικής ψυχιατρικής οι μονάδες επενδύουν στην πρόληψη και την προαγωγή της ψυχικής υγείας μέσα στην κοινότητα με δράσεις στα σχολεία αλλά και σεμινάρια πρόληψης αυτοκτονιών και ενίσχυσης των ομάδων αυτοβοήθειας.

«Πρόκειται για υπηρεσίες άκρως νευραλγικές και ζωτικές για τα νησιά αυτά, που συνεχίζουν να στερούνται βασικές υπηρεσίες ψυχολογικής κάλυψης, αυτονόητες στην πρωτεύουσα. Σκεφτείτε ότι σε όλες τις Κυκλάδες μόνο στο νοσοκομείο της Σύρου υπάρχουν επαγγελματίες ψυχικής υγείας».

Το πόσο σημαντική είναι η παρουσία των δύο κινητών μονάδων φαίνεται και από το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη προσέλευση του κόσμου στην υπηρεσία, όπως και πολλά αιτήματα σε αναμονή. «Οι κάτοικοι διαδίδουν από στόμα σε στόμα τη δουλειά μας. Αυτό, φυσικά, δεν συνέβαινε στο ξεκίνημα της λειτουργίας μας, όταν οι κοινωνίες ήταν πολύ καχύποπτες απέναντί μας. Βρήκαμε ανθρώπους απομονωμένους που δεν είχαν λάβει θεραπεία για πολλά χρόνια», λέει η κυρία Παντελίδου και προσθέτει: «Με τη δουλειά όμως που κάναμε μαλάκωσε το στίγμα. Σήμερα, δεχόμαστε πολλά αιτήματα που αφορούν σε συναισθηματικές και αγχώδεις διαταραχές, αναπτυξιακά ζητήματα παιδιών, ψυχοκοινωνικά προβλήματα -ανεργία, διαζύγιο-, καθώς και αντιμετώπιση σοβαρότερων διαταραχών, όπως η σχιζοφρένεια».

Ενδιαφέρον, πάντως, έχει και το γεγονός ότι τα ποσοστά ψυχοπαθολογίας στα νησιά δεν είναι μεγαλύτερα απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα. Όπως μας εξήγησε η κυρία Παντελίδου, «στην επαρχία υπάρχει ο επιβαρυντικός παράγοντας της απομόνωσης και η προκατάληψη της κλειστής κοινωνίας, υπάρχουν όμως και προστατευτικά στοιχεία, όπως ο μεγαλύτερος βαθμός κοινωνικής συνοχής και υποστήριξης και η καλύτερη ποιότητα ζωής ως προς το φυσικό περιβάλλον. Στη μεγάλη πόλη είναι πολύ εύκολο να βρεθείς μόνος σου με το πρόβλημά σου σ’ ένα διαμέρισμα».

Το ντοκιμαντέρ «Οταν φυσάει νοτιάς» της Καλλιόπης Λεγάκη, το οποίο θα κάνει πρεμιέρα στις 8 Μαρτίου στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, ρίχνει φως στη σημαντική δουλειά που κάνουν οι Κινητές Μονάδες Ψυχικής Υγείας στις Κυκλάδες. «Αυτό που είδα εγώ είναι μια πρωτοβουλία που αποπνέει ανθρωπισμό και γενναιοδωρία», επισημαίνει στη «Νέα Σελίδα» η σκηνοθέτις. Όπως μας αναφέρει, στη διάρκεια των γυρισμάτων η κάμερά της κατέγραψε το επιστημονικό προσωπικό των μονάδων, τους ανθρώπους που βιώνουν τον ψυχικό πόνο αλλά και όλη την κοινότητα που μπαίνει στον χορό της κοινοτικής ψυχιατρικής – ιερείς, δάσκαλους, δήμαρχους, κοινωνικούς λειτουργούς, αστυνομικούς, λιμενικούς κ.ο.κ.

«Σκεφτείτε ότι έτσι εκπαιδεύεται μέχρι και ο ιερέας του νησιού να αναγνωρίζει τον άνθρωπο που πάσχει από πρόβλημα ψυχικής υγείας και δεν έρχεται απλώς να κάνει μια εξομολόγηση στο πλαίσιο της θρησκευτικής του πίστης. Κάτι ακόμα που με εντυπωσίασε από τις μαρτυρίες των ντόπιων ήταν ότι μέχρι να αρχίσει το έργο των μονάδων, οι άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα κλείνονταν μέσα στα σπίτια από τους συγγενείς τους.

Ή η εξομολόγηση που μας έκανε μια νεαρή κοπέλα στην Αντίπαρο που η μητέρα της αυτοκτόνησε από την κατάθλιψη. Ειδικά για τους ανθρώπους στο συγκεκριμένο νησί είναι πολύ ισχυρή η αντίθεση ανάμεσα στο καλοκαίρι, όταν το διεθνές τζετ σετ κάνει διακοπές στις πολυτελείς βίλες, συγκεντρώνοντας υψηλό τουρισμό και δημοσιότητα, και τον χειμώνα, όταν μια χούφτα κάτοικοι κυκλοφορούν μόνοι κι έρημοι στο απομονωμένο νησί. Η χαοτική αυτή διαφορά τούς βυθίζει στη θλίψη».

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΕΠΩΦΕΛΟΥΜΕΝΟΥ

    «Ο,τι καλύτερο μου συνέβη»

Η Ελευθερία Αφεντάκη μένει στην Τήνο από το 1993 μαζί με τα δύο παιδιά της, 20 και 22 χρόνων, και εργάζεται ως φύλακας στο Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών. Από το 2013 και για τρία χρόνια δέχτηκε συστηματικά την ψυχολογική φροντίδα του κλιμακίου της ΕΠΑΨΥ στο νησί. «Για πολλά χρόνια στη ζωή μου νόμιζα ότι οι ψυχολόγοι δεν χρειάζονται αν έχεις καλούς φίλους. Έκανα λάθος. Την πρώτη κρίση πανικού την έπαθα όταν ήμουν 40 ετών μέσα σ’ ένα λεωφορείο.

Ήταν μια δεκαετία που ένιωθα δύσκολα και περίεργα, αλλά ήμουν πολύ απασχολημένη με τα καθημερινά προβλήματα για να αντιμετωπίσω το υπερβολικό άγχος μου. Χώρισα όταν ήμουν 27 ετών κι ενώ τα παιδιά μου ήταν πολύ μικρά – δύο μηνών και δυόμισι χρονών. Οι γονείς μου ήταν στην Αθήνα κι εγώ μόνη με δύο παιδιά στο νησί. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι οι φοβίες μου ήταν μη διαχειρίσιμες πλέον. Αποφάσισα να ζητήσω βοήθεια. Το ότι πήγα εκεί και βοηθήθηκα ήταν ό,τι καλύτερο μου συνέβη.

Η κα Αφεντάκη μας λέει πως τα ίδια θετικά αποτελέσματα από την παρουσία των κινητών μονάδων κερδίζουν ολοένα και περισσότεροι πια συντοπίτες της. «Όσο περνάει ο καιρός τόσος περισσότερος κόσμος επισκέπτεται το κλιμάκιο- οι γυναίκες βέβαια περισσότερο. Όσο για’ μενα παθαίνω ακόμα κρίσεις πανικού απλώς τώρα τις διαχειρίζομαι καλύτερα. Mετά από την βοήθεια που πήρα κατάφερα να μπω και σε αεροπλάνο!».

(Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 90 της εφημερίδας ‘Νέα Σελίδα’ την Κυριακή 24/02/2019)

*Δείτε εδώ το trailer του ντοκιμαντέρ ‘Όταν Φυσάει Νοτιάς’

ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΚΛΗΜΗ ΝΑΥΡΙΔΗ ΚΑΙ ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΡΕΝΕ ΚΑΕΣ : Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, ΤΟ ΙΔΕΩΔΕΣ, Η ΙΔΕΑ, ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ

    ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΡΕΝΕ ΚΑΕΣ – 16/02/2019

    Κ. ΝΑΥΡΙΔΗΣ

Θέλω αρχικά να πω πόσο πολύ λυπάμαι που ο συγγραφέας του βιβλίου, ο καθηγητής René Kaës, απουσιάζει από την σημερινή μας συνάντηση. Για λόγους υγείας, χρειάστηκε εκτάκτως να ακυρώσει το ταξίδι του στην Αθήνα, με αποτέλεσμα, ούτε χθες βράδυ να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η ομιλία του στο Αιγινήτειο που διοργάνωσε η ΕΕΨΨΟ, ούτε σήμερα να έχουμε τη χαρά να τον έχουμε μαζί μας. Ελπίζω πως σύντομα θα δοθούν και άλλες ευκαιρίες να ακούσουμε τον ίδιο να σχολιάζει το βιβλίο του.

Δυο λόγια για την προσωπική μου ιστορία με την προ-ιστορία αυτού του βιβλίου. Ήταν στα τέλη περίπου της δεκαετίας του ’70 … του περασμένου αιώνα, εκεί γύρω στα 1977-1978, όταν ολοκλήρωνα το γράψιμο της διδακτορικής μου διατριβής στο Παρίσι, με θέμα L’idéologie du changement dans les groupes de formation (Η ιδεολογία της αλλαγής στις ομάδες ευαισθητοποίησης), που αναπόφευκτα έπεσα επάνω σ’ ένα άρθρο του Kaës που είχε δημοσιευτεί το 1971, με τίτλο Processus et fonctions de l’idéologie dans les groupes (Διαδικασίες και λειτουργίες της ιδεολογίας στις ομάδες). Ο René ήταν τριανταπεντάρης όταν έγραφε αυτό το κείμενο και ήταν το «παιδί-θαύμα» της γαλλικής ψυχανάλυσης: ισότιμος συνομιλητής, στενός συνεργάτης και συν-συγγραφέας σημαντικών βιβλίων με τον Didier Anzieu, αλλά και συνιδρυτής μαζί με εκείνον, 8 χρόνια νωρίτερα – όταν δηλαδή ο Kaës ήταν μόλις 27 ετών – του CEFFRAP, ενός ιστορικού Γαλλικού ψυχαναλυτικού θεσμού εκπαίδευσης στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία ομάδας, στον οποίο εκπαιδεύτηκαν έκτοτε αξιόλογοι γαλλόφωνοι αναλυτές ομάδας, μεταξύ των οποίων και οι δυο ομοτράπεζοί μου. Το βιβλίο Η Ιδεολογία πρωτο-εκδόθηκε το 1980. Η μετάφραση που παρουσιάζεται σήμερα είναι της επανέκδοσης τού 2016, 36 δηλαδή χρόνια μετά την πρώτη. Σ’ αυτή την επανέκδοση ο συγγραφέας επανεξέτασε σε βάθος ορισμένα σημεία της πρώτης, ιδιαίτερα με αφορμή τα σύγχρονα φαινόμενα ριζοσπαστικοποίησης, του θρησκευτικού φονταμενταλισμού και των τρομοκρατικών επιθέσεων στις μεγαλουπόλεις.

Δεν δόθηκε τότε η ευκαιρία να τον γνωρίσω προσωπικά. Συναντήθηκα πρώτη φορά με τον René Kaës, αρχές του 2000 στη Lyon, με αφορμή ένα Συνέδριο αναφορικά με τις ομάδες. Και ήταν πάλι μια συγκυρία που συνέπιπτε με την δική μου επιστημονική και συγγραφική διαδρομή: είχα στα σκαριά το βιβλίο Ψυχολογία των Ομάδων. Κλινική ψυχοδυναμική προσέγγιση που εκδόθηκε το 2005 από τις Εκδόσεις Παπαζήση. Από τότε συνδεθήκαμε με φιλία και διοργανώσαμε μαζί ένα πρώτο Διεθνές Συνέδριο Ψυχανάλυσης και Ομάδας με θέμα Η ψυχανάλυση στη δοκιμασία της ομάδας, που μεταξύ άλλων οδήγησε στην ίδρυση, το 2014, της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας Ομάδας.

Σαράντα λοιπόν χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη συνάντηση με το ζήτημα της ιδεολογίας, επ’ αφορμή της ενασχόλησής μου με τις ομάδες, όταν πήρα στα χέρια μου – σταλμένο από τον René – το βιβλίο αυτό, αποφάσισα να το μεταφράσω. Κλείνοντας έτσι, με την ιδεολογία, όπως ακριβώς είχε αρχίσει και τότε, τον κύκλο και μιας προσωπικής μου πορείας. Όχι όμως ακριβώς «κλείνοντας», γιατί αυτή τη στιγμή είναι σε εξέλιξη ένα ακόμα βιβλίο μου για τις ομάδες, που μέσα σ’ αυτόν ή στον επόμενο χρόνο θα εκδοθεί από τον Οίκο Παπαζήση.

Ας έρθουμε τώρα στο ζήτημα της ιδεολογίας. Ο όρος, όπως είναι γνωστό, εισάγεται στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα από έναν Γάλλο στρατιωτικό, φιλόσοφο και πολιτικό, τον Μαρκήσιο Antoine Destutt de Tracy. Ως ιδεολογία, ο ίδιος όριζε ένα σύνολο βασικών απόψεων, πίστεων και δοξασιών, στη βάση των οποίων τα μέλη μιας κοινωνίας αντιλαμβάνονται τις σχέσεις τους με τους άλλους και με τον κόσμο. Πρόκειται για έναν πολιτικά ουδέτερο ορισμό της ιδεολογίας, που ερείδεται σε μια κοινωνική αναπαράσταση των κοινωνιών χωρίς ταξικές διαφορές και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, και που θα παραμείνει ακλόνητος για αρκετές δεκαετίες.

Στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, ο Μαρξ εισάγει μια εντελώς διαφορετική οπτική: θεωρεί ότι η ιδεολογία συνιστά μια αντεστραμμένη εικόνα της πραγματικότητας, μια λανθασμένη, ψευδή συνείδηση, που παρόλο που είναι διάχυτη στο σύνολο ενός κοινωνικού σώματος, δεν παύει να εξυπηρετεί (εν αγνοία όλων ανεξαιρέτως) τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης τάξης, της άρχουσας τάξης.

Και το ερώτημα βέβαια, που σε μια πρώτη φάση θα απασχολήσει, πολλά χρόνια αργότερα, τους εκπρόσωπους της Σχολής της Φρανκφούρτης (1920-1930), είναι το πώς το κάνει αυτό η ιδεολογία.

Μετά τον Μαρξ, σημαντικοί θεωρητικοί του μαρξισμού ασχολήθηκαν με την ιδεολογία, όπως ο Α. Gramsci, που την συνέδεσε με την έννοια της ηγεμονίας, ή ο G. Lukacs, που επηρέασε ιδιαίτερα την πολιτική σκέψη των θεμελιωτών της Σχολής της Φρανκφούρτης (Horkheimer, Adorno και Marcuse, αρχικά, και Habermas, λίγο αργότερα), αλλά και, μέσω αυτών, εκείνην του W. Reich και του E. From. Εκείνων δηλαδή που συνέδεσαν το όνομά τους με τις πρώτες, ιστορικής σημασίας, προσπάθειες να συνδεθεί η θεωρία του μαρξισμού με την ψυχανάλυση, ακριβώς πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, στο ζήτημα της ιδεολογίας.

Όμως, σε ότι αφορά την ψυχανάλυση, δεν είχε ακόμα επεκταθεί, όπως θα έλεγε ο René Kaës (L’extension de la Psychanalyse, 2015), στο πεδίο των μικρών ομάδων και των θεσμών: τα όριά της έφθαναν ως εκεί που τα είχε πάει ο ίδιος ο Freud με το Τοτέμ και Ταμπού (1912) και το Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του Εγώ (1921), ενώ από το άλλο μέρος, η ιδεολογική λειτουργία εξετάζεται κοινωνικά (αλλά και ψυχολογικά) σε επίπεδο μεγάλης κλίμακας, σε μακρο-κοινωνικό επίπεδο, και όχι σε επίπεδο ομάδας.

Το 1962, ένας Γάλλος ουγγρικής καταγωγής, κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ο Joseph Gabel, δημοσιεύει ένα βιβλίο με τίτλο Η ψευδής συνείδηση: δοκίμιο για την πραγμοποίηση, στο οποίο, κινούμενος σε παρόμοιο πλαίσιο, συνδέει την ιδεολογία και την ιδεολογικοποίηση με την τρέλα. Αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος είχε παρακολουθήσει μαθήματα ψυχοπαθολογίας του E. Minkowski.

Την δεκαετία του 1970 ο L. Althusser υποστήριξε πως η ιδεολογία είναι δομημένη και λειτουργεί με τον τρόπο του Ασυνειδήτου και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ότι οι θεσμοί είναι το πολιτικό ασυνείδητο της κοινωνίας.

Είναι γεγονός, πως η ιδεολογία συνιστά ένα ιδιαίτερα σύνθετο, πολυ-επίπεδο, όσο και πολυδιάστατο φαινόμενο, με κοινωνικές, πολιτικές, ψυχολογικές, κ.α. διαστάσεις. Είναι εξαιρετικά δύσκολο το εγχείρημα, έως αδύνατο, να συμπεριληφθούν όλα τα επιμέρους επίπεδα και όλες οι διαστάσεις σε μια ενιαία προσέγγιση, αποφεύγοντας τις παγίδες του ψυχολογισμού ή του κοινωνιολογισμού.

Και εδώ ακριβώς έγκειται κατά τη γνώμη μου η σημαντική συμβολή του René Kaës και του βιβλίου του Η Ιδεολογία. Το Ιδεώδες, η Ιδέα, το Είδωλο.

Η θεωρία του δεν συνιστά ψυχολογισμό. Ο ίδιος δηλαδή δεν επιχειρεί την υπαγωγή αυτού του τόσο σύνθετου φαινομένου σε μια και μόνη του διάσταση, την ψυχαναλυτική. Ο Kaës δεν ασχολείται με τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες παραγωγής και λειτουργίας της ιδεολογίας ούτε με το κοινωνικό και πολιτικό της περιεχόμενο. Αυτό που τον απασχολεί – και προς αυτό είναι που στρέφεται σταθερά το κεντρικό ερώτημα του βιβλίου – είναι η ψυχική χρήση της ιδεολογίας από τα υποκείμενα, ατομικά και συλλογικά.
Υποστηρίζει ότι η μυθοποιητική λειτουργία και η καταφυγή σε ιδεολογικά σχήματα μπορεί να είναι απολύτως φυσιολογικές και δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη παθολογικές ψυχικές εκδηλώσεις των υποκειμένων.
Ο ίδιος τέλος συνδέει την καταφυγή στο ιδεολογικό και στην ιδεολογικοποίηση με την δι-υποκειμενικότητα και το ομαδικό.
Εξετάζει δηλαδή την ψυχική χρήση της ιδεολογίας, αφενός στο πεδίο του συγκεκριμένου (ενός συγκεκριμένου δηλαδή ατομικού ή συλλογικού υποκειμένου, μιας οικογένειας, μιας ομάδας ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας, ενός θεσμού με την έννοια του ιδρύματος) και αφετέρου (και συνακόλουθα), στην μικρο-κλίμακα, στο ενδιάμεσο δηλαδή πεδίο, στο οποίο συναρθρώνονται το ενδο-ψυχικό, το δι-υποκειμενικό και το κοινωνικό, αλλά και οι αντίστοιχες επιστημονικές πειθαρχίες και θεωρίες: εν προκειμένω η ψυχανάλυση με τις θεωρίες του κοινωνικού και του πολιτικού.

Ο Kaës λοιπόν – και αυτό κατά τη γνώμη μου είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί με την μεγαλύτερη δυνατή έμφαση – δεν είναι μόνον ότι έχει προσφέρει μια ακραιφνώς ψυχαναλυτική και ολοκληρωμένη κλινική θεωρία των ομάδων, είναι και ότι εισάγει θεωρητικές έννοιες, όπως εκείνη της ασυνείδητης συμμαχίας (alliance inconsciente), ή η άλλη, του συμφώνου διάψευσης ή διαψευσιακού συμφώνου (pacte dénégatif), οι οποίες είναι κατεξοχήν θα έλεγα «ανοικτές» και «εξωστρεφείς», προσφέροντας, από την πλευρά της ψυχανάλυσης και αναφορικά με την ιδεολογία, στέρεους θεωρητικούς κρίκους σύνδεσης με τις επιστημονικές πειθαρχίες του κοινωνικού: την πολιτική θεωρία και την κοινωνιολογία.

Δεν ήταν καθόλου εύκολο το έργο της μετάφρασης αυτού του βιβλίου. Ο Kaës είναι ένας συγγραφέας εξαιρετικά ακριβολόγος που χρησιμοποιεί ένα γλωσσικό όργανο, την γαλλική, κατεξοχήν πλούσιο σε λέξεις που αποδίδουν και τις πιο λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις του γραπτού λόγου. Είχα βέβαια την εμπειρία από το προηγούμενο βιβλίο του ιδίου που μετέφρασα το 2007 (εκδόθηκε το 2008 από τις Εκδόσεις Δαίδαλος/Ζαχαρόπουλος), με τίτλο Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες της ομάδας. Τότε όμως ήμουν ακόμα αρκετά συγκρατημένος και ορισμένοι μού παραπονέθηκαν ότι σε κάποια σημεία το κείμενο είναι λίγο δυσνόητο. Πράγματι, αν η μετάφραση επιμένει να είναι υπερβολικά πιστή στο πρωτότυπο, τα πράγματα, ιδιαίτερα με συγγραφείς σαν τον René Kaës, δυσκολεύουν.

Κουβεντιάζοντας κάποτε μ’ έναν έμπειρο μεταφραστή τον είχα ρωτήσει, ποια κατά τη γνώμη του είναι η σημαντικότερη αρετή για κάποιον που κάνει τη δουλειά του. Μου απάντησε, «το θράσος». Θέλω να πιστεύω – εσείς θα το κρίνετε εκ του αποτελέσματος – ότι το «θράσος» που επέτρεψα στον εαυτό μου να επιδείξει στη μετάφραση της Ιδεολογίας, έπιασε τόπο.

Σας ευχαριστώ.

    Σ. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ

Είναι μεγάλη τιμή και χαρά που μου ζητήθηκε από τον πρώην πρόεδρο της ΕΕΨΨΟ, Κλήμη Ναυρίδη, να παρουσίασω το έργο του Ρενέ Καές «Ιδεολογία: το Ιδεώδες, η Ιδέα, το Είδωλο». Ο Ρενέ Καές, ομότιμος καθηγητής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Lyon-2, θεωρείται ίσως ο σημαντικότερος εν ζωή θεωρητικός της ψυχανάλυσης των ομάδων στο γαλλόφωνο χώρο και ένας από τους σημαντικότερους διανοητές διεθνώς. Η εξαιρετικά πλούσια συγγραφική παραγωγή του, η έντονη διεθνής παρουσία του σφραγίζει τον χώρο της ομαδικής ανάλυσης διεθνώς. Η χαρά μου είναι μεγάλη γιατί είχα την τύχη να τον έχω δάσκαλο και επόπτη για 3 χρόνια, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής μου στην ομαδική ανάλυση από την ομάδα των συναδέλφων που ανήκουν στην SFPPG. Είναι αδύνατον να συμπυκνώσω σε 15-20 λεπτά το σύνολο των σκέψεων και ανοιγμάτων που θα ήθελα να συζητήσω μαζί σας, μελετώντας συστηματικά το έργο του Καές γύρω από την ψυχαναλυτική ανάγνωση της ιδεολογίας. Θα εστιαστώ, συμπληρωματικά με τον Μιχάλη Πέτρου, στην ανάλυση της ιδεολογικής θέσης και την ψυχαναλυτική κατηγοριοποίηση των ιδεολογιών, και αμέσως μετά θα προσπαθήσω να σχολιάσω υπό αυτό το πρίσμα δύο έως τρία, αν έχουμε χρόνο, σύγχρονα παραδείγματα ανάλυσης ιδεολογικών μορφωμάτων, τόσο από τη μεριά των ριζοσπαστικών – τρομοκρατικών ομάδων όσο και από την πλευρά της εθνικιστικής ιδεολογίας με βάση το μακεδονικό ζήτημα στην Ελλάδα. Στην παρουσίαση αυτή, μέσα από την ανάλυση τριών παραδειγμάτων (ασθενής από Ερυθρές Ταξιαρχίες, μακεδονικό ζήτημα, η εικόνα του Τσε) θα προσπαθήσω να αναδείξω τις ψυχαναλυτικές έννοιες που προτείνει ο Καές, μέσα από συγκεκριμένα και διαφορετικά ιδεολογικά πεδία.

1. Τι είναι η ιδεολογική θέση, κατά τον Καές;
Λέγοντας θέση, εννοεί μια τυπική οργάνωση ψυχικών μορφωμάτων, σχέσεων αντικειμένου, μηχανισμών άμυνας, ταυτισιακών κατασκευών και ασυνείδητων συμμαχιών που βασίζονται σε πρωτόγονα, σχιζοπαρανοειδή και καταθλιπτικά άγχη, από τα οποία διαμορφώνεται μια ιδεολογία. Η ιδεολογία έχει δύο όψεις, η μία συγκερασμένη και δομική, η άλλη που θέτει φραγμούς και είναι ριζοσπαστική.

Α) Στην πρώτη περίπτωση, στη δομική δηλαδή, η ιδεολογία βρίσκεται από την πλευρά του έρωτα, που συνδέει τις σκέψεις και πλέκει δεσμούς. Προσφέρει με διαφορετικό τρόπο από το μύθο σκέψεις «βεβαιότητας», που είναι απαραίτητες για τη σύσταση μιας ομάδας. Συμβάλλει στη δημιουργία του αισθήματος μιας συλλογικής ταυτότητας και ενός ανήκειν. Όλοι ανήκουμε σε διαφορετικές και πολυεπίπεδες ιδεολογίες, γιατί μας παρέχουν τη δημιουργία ενός αισθήματος συλλογικής ταυτότητας και ενός ανήκειν. Η ιδεολογία παρέχει ένα πλαίσιο αναπαράστασης, που οδηγεί σε δράση και απαιτεί προς τούτο μια επιθετική συμμαχία: καμιά μεγάλη κοινωνική αλλαγή, πολιτιστική, πολιτική ή οικονομική, δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει χωρίς μια ιδεολογία που να στηρίζει την επιθυμία και την ώθηση για αυτήν την αλλαγή και να την πλαισιώνει με ένα λόγο που τη δικαιώνει. Ένα από τα προβλήματα που οφείλουμε να κατανοήσουμε στην πολύπλοκη, μεταμοντέρνα κοινωνική πραγματικότητα είναι μέσα από ποιους μηχανισμούς μια δομική ιδεολογία, η οποία έχει αυτά τα ανοιχτά χαρακτηριστικά, μπορεί να μετατραπεί σε μια ριζοσπαστική.

Β) Η ριζοσπαστική, λοιπόν, είναι η ιδεολογία που θέτει φραγμούς, ψυχρή ή έξαλλη, μαχητική και πολεμική κατά κάποιο τρόπο. Η ριζοσπαστική ιδεολογία έχει πάντα ένα χέρι οπλισμένο: εκείνο της Ιεράς Εξέτασης, του κόμματος, της φάλαγγας, των τρομοκρατικών ομάδων, του εθνικιστικού ιδεώδους που μπορεί να καταλήξει και σε εθνοκάθαρση. Η ιδεολογία αυτή σκληρύνεται υπό το κράτος αμυντικών αναγκαιοτήτων, συχνά ζωτικών, που επιβάλλονται σε ένα υποκείμενο ή σε μια ομάδα, αλλά και υπό την επήρεια ιδεών – πράξεων, παραληρητικών και παρανοϊκών, ενός αγώνα ενάντια σε έναν εκφυλισμό ή για τη σωτηρία του κόσμου. Αποτελεί μια έκφραση του απόλυτου κακού, για το οποίο μιλούσε ο Καντ, που εντοπίζεται μόνο πάνω στον άλλο, στους άλλους. Ισχυρίζεται ότι θα εξαλείψει το κακό. Αυτήν την αρνητική πλευρά της ιδεολογίας πρέπει να τη δούμε ως παγκόσμιο ανθρωπολογικό φαινόμενο, με ποικίλες ιστορικές εκφάνσεις και δυνητικούς τρόπους εφαρμογής. Βεβαίως, η κατανόηση αυτού του πολύπλοκου ανθρωπολογικού φαινομένου, μπορεί να χρησιμοποιήσει πολλά κλειδιά ερμηνείας. Σήμερα θα χρησιμοποιήσουμε το ερμηνευτικό πλαίσιο που μας παρέχει η ψυχαναλυτική γνώση, που ελπίζουμε όπως δυστυχώς γίνεται συχνά στις περιπτώσεις των ψυχαναλυτικών θεσμών, να μην μετατραπεί σε ψυχαναλυτική ιδεολογία. Ο Α. Green γράφει: « Οι θεοί της επιστήμης είναι κι αυτοί υποταγμένοι στην αλήθεια. Η αλήθεια συνεπώς πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο τη σχέση με το αληθινό καταγγέλλοντας το ψεύτικο, αλλά και τη σχέση με την αλήθεια της επιθυμίας, με τις μεταμφιέσεις της και με τα παράγωγα της αυταπάτης. Δεν πρόκειται άρα για καταγγελία ή για απόρριψη της ιδεολογίας, αλλά για συμπερίληψή της ως μορφής της αλήθειας της επιθυμίας» (1969, σελ. 212).

Θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική η παρατήρηση του A. Green, διότι, με έναν πολύ διαυγή τρόπο, δεν συσκοτίζει την αλήθεια της επιθυμίας τόσο του υποκειμένου όσο και των συλλογικών μορφωμάτων που συγκροτούνται μέσα από κοινές ιδεολογικές αρχές. Κατά τον Καές, τρεις είναι οι κεντρικοί ερευνητικοί άξονες για να σκεφτούμε την ιδεολογία:
1) Η ιδεολογία ως λειτουργία του Ιδεώδους. Συνιστά ένα μόρφωμα της αυταπάτης, υποταγμένης στο Υπερεγώ και το Ιδεώδες του Εγώ.
2) Η ιδεολογία ως μια Weltanschauung, μια ολιστική κοσμοαντίληψη, μια διανοητική κατασκευή συστηματική και λανθασμένη, που αποτελεί μια εκτροπή του σκέπτεσθαι.
3) Η ιδεολογία ως μια κοινωνική λειτουργία απαραίτητη για τη συλλογική ύπαρξη. Λειτουργεί ως κατασκεύασμα του πολιτισμού και ως ψυχικό μόρφωμα.

Ένα κύριο θέμα που απορρέει από τις φροϋδικές προτάσεις «βλέπει» την ιδεολογία ως ασθενή γνώση και αναπαράσταση, ως ψευδή σκέψη. Το θέμα αυτό απαντάται στις απόψεις του J. Gabel (1962, 1974) για την ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση και πραγματοποίηση, ξεκινώντας από θεωρητικές έννοιες που του προσέφεραν η ψυχιατρική, ο εγελιανισμός, ο μαρξισμός και η Σχολή της Φρανκφούρτης. Η ψυχανάλυση μοιραία διασπάται προς δύο κατευθύνσεις: είτε προς το εσωστρεφές κλείσιμο μιας «μυητικής γνώσης» προστατευμένης από τον εξωτερικό κόσμο είτε προς την πολιτιστική εισβολή όπου επιχειρεί να παράσχει ένα εξηγητικό σύστημα προς πάσα κατεύθυνση. Δεν είναι δυνατό να είσαι ιδεολόγος, ή πιστός, μόνος σου: απαιτείται η υποστήριξη της πίστης του άλλου, του πλέον-του-ενός-άλλου, είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της αμφιβολίας, της αβεβαιότητας και του ελέγχου της πραγματικότητας. Η κοινότητα πίστης και προσχώρησης σε μια παντοδύναμη Ιδέα, σε ένα απόλυτο Ιδεώδες και σε ένα Είδωλο που προστατεύει από τον θάνατο είναι εκείνη που διασφαλίζει την ενότητα του ιδεολογικού σώματος και τη συνοχή του κοινωνικού συνόλου που συνδέει τον καθένα μέσα στον καθένα. Οι ασυνείδητες συμμαχίες απαντώνται σε πέντε τύπους:
1. Δομικές συμμαχίες
2. Αμυντικές συμμαχίες
3. Επιθετικές συμμαχίες
4. Αλλοτριωτικές συμμαχίες
5. Παθολογικές συμμαχίες

2. Διάκριση των ιδεολογιών κατά Καές
2Α) Η μελέτη της υποταγής στο ιδεώδες, στην ιδεολογία, καθιστά αναγκαία τη διάκριση δύο τουλάχιστον μεγάλων κατηγοριών από ιδεολογίες: Εκείνες που προέρχονται από τις αρχαϊκές πλευρές του Υπερεγώ, σε σύγκρουση με το Εγώ. Οι ιδεολογίες που απορρέουν από αυτήν τη σύγκρουση δίνουν λύσεις με την οιδιπόδεια αποφυγή. Διαμορφώνονται σε μια σχέση υποταγής στο Ιδεώδες Εγώ* και ως εκ τούτου είναι πάντα ναρκισσιστικές και απόλυτες ως προς τον εξιδανικευτικό ή διωκτικό τους πόλο. Οι ίδιες καθυποτάσσουν εκείνους στους οποίους επιβάλλονται, συμμορφώνοντάς τους σε αναφορά με ένα εξιδανικευμένο, αναφομοίωτο, όσο και μη αφομοιώσιμο αντικείμενο (πχ. Ναζιστική ιδεολογία, σταλινική ιδεολογία, ΕΣΣΔ, μακεδονικό, Brigade Rosse).
* Το Ιδεώδες του Εγώ είναι ένας όρος που χρησιμοποιήθηκε από τον Φρόυντ στο πλαίσιο της 2ης τοπικής θεωρίας: ορίζεται σαν ένας χώρος της προσωπικότητας που συγκροτείται από τη σύγκλιση του ναρκισσισμού – εξιδανίκευση του Εγώ – και των ταυτίσεων προς τους γονείς, από τα υποκατάστατα αυτών των ταυτίσεων και από τα συλλογικά ιδεώδη. Το Ιδεώδες Εγώ είναι ένας ενδοψυχικός σχηματισμός που ορισμένοι συγγραφείς τον διαφοροποιούν από το Ιδεώδες του Εγώ. Ορίζεται σαν ένα ιδεώδες ναρκισσιστικό, παντοδύναμο, το οποίο έχει διαμορφωθεί πάνω στο μοντέλο του παιδικού ναρκισσισμού.

2Β) Ριζοσπαστικές – τρομοκρατικές & θρησκευτικός φονταμενταλίσμός: το παράδειγμα του Ιταλού ασθενή. Ο Καές κάνει ειδική αναφορά στις ιδεολογίες των ριζοσπαστικών – τρομοκρατικών ομάδων, στις διαφορετικές μορφές τους. Σε αυτές τις ομάδες η ιδεολογία κατασκευάζεται στη βάση της αδυνατότητας περίεξης των καταστροφικών και επώδυνων προβολών, εξαιτίας ενός αιτήματος της λειτουργίας Α κατά Bion. Τα στοιχεία Β προβάλλονται χωρίς να έχουν μετασχηματιστεί από έναν περιέκτη και επανέρχονται ενισχυμένα από τις καταστροφικές και επώδυνες προβολές των άλλων. Υπό αυτήν την έννοια, ο ιδεολόγος κυβερνάται από καταστροφικό φθόνο απέναντι σε κάθε περιέκτη και η ιδεολογία του άλλου του προκαλεί φθόνο. Ο φθόνος βρίσκεται στην καρδιά της ιδεολογικής βίας. Οργανώνει τη σχέση της καταστροφής με την απόλαυση: ο φθόνος είναι η απόλαυση της καταστροφής αυτού που απολαμβάνει ο άλλος. Μέσα απ’ αυτόν, δυστυχώς, τον τρόπο, η ιδεολογία σε αυτές τις ομάδες διατηρεί την ενότητά της δια της καταστροφής του άλλου, παλεύοντας ενάντια στον κατακερματισμό.

Θέλω να αναφερθώ σε ένα περιστατικό ενός νέου Ιταλού ασθενούς, 22 ετών, τον οποίο θα αποκαλούμε Maurizio, που ανήκε στις Ερυθρές Ταξιαρχίες και που χρειάστηκε να προσφύγω στην αναγκαστική νοσηλεία του στο Νοσοκομείο Saint-Anne το 1982, στο Παρίσι, όταν έκανα ειδικότητα. Ο Maurizio προερχόταν από το Lecce, φτωχή πόλη του ιταλικού νότου, από μια αγροτική, συντηρητική οικογένεια που είχε μετοικήσει στο κέντρο της πόλης για εξεύρεση εργασίας. Η στρατολόγηση του Maurizio έγινε μέσα από συνοπτικές διαδικασίες, που ακολουθούσαν στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών για να συγκροτούν τις τρομοκρατικές ομάδες στο Νότο: ο θυμός και το μίσος απέναντι στους προνομιούχους καπιταλιστές, η καταγγελία του διεφθαρμένου συστήματος, το ιδεώδες μιας αταξικής κοινωνίας έγινε η καύσιμη ψυχική ύλη άκριτης ένταξης και υποταγής του τοπικού αρχηγού της οργάνωσης στο πλαίσιο των δράσεων των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ο Maurizio παραπέμφθηκε σ’ εμένα από τους εναλλακτικούς ψυχιατρικούς κύκλους της Τεργέστης. Κάποια μέλη της ομάδας του Franco Basaglia είχαν επιλεκτικές σχέσεις και με τον αντιεξουσιαστικό τρομοκρατικό κόσμο των Anni di Piombo της ιταλικής κοινωνίας. Ο Maurizio επικηρύχθηκε από την τοπική αστυνομία και την αντιτρομοκρατική μονάδα της ιταλικής δημοκρατίας σαν ένας από τους δράστες δύο φόνων επιχειρηματιών στη Νότια Ιταλία. Καταδιωκόμενος, πέρασε τις Άλπεις με τα πόδια και κατέληξε στο Παρίσι τρομαγμένος, ρακένδυτος, φιλοξενούμενος από μια Ιταλίδα που είχε συμπάθεια προς τη δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Μετά από δύο μέρες στη γαλλική πρωτεύουσα παρουσίασε ένα οξύ ψυχωτικό επεισόδιο, με έντονο ψυχωτικό άγχος, αϋπνία, ψυχοκινητική διέγερση, καταδιωκτικό παραλήρημα – το οποίο βέβαια ήταν απολύτως συνυφασμένο με τον κλοιό που έσφιγγε γύρω του από την ιταλική αντικατασκοπεία. Συμμαχώντας με το υγιές κομμάτι του Εγώ του, και γνωρίζοντας από τη μεριά μου ότι είχε διαπράξει παράνομες πράξεις, του είπα ότι δεν μπορούσα να τον κρατήσω στο πλαίσιο του πανεπιστημιακού κέντρου ψυχικής υγείας που είχα την επιστημονική ευθύνη, αλλά θα έπρεπε για κάποιο χρονικό διάστημα να δεχθεί να νοσηλευθεί στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Saint-Anne στο Παρίσι. O Maurizio το δέχθηκε, λέγοντάς μου με νόημα «γιατρέ, ξέρεις ότι είμαι τρελός, αλλά ξέρεις ότι με κυνηγάνε κιόλας. Δε θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στη φυλακή. Προτιμώ να ξεφύγω μέσα από το ψυχιατρείο». Είναι εύκολα κατανοητή η παραδοξότητα και οι αντιφάσεις τις οποίες έπρεπε να διαχειριστώ. Από τη μια πλευρά, έπρεπε να θεραπεύσω μια οξεία ψυχωτική διαταραχή και από την άλλη να μην αποκαλύψω την πραγματική ιδιότητα του Ιταλού ασθενούς στους Γάλλους συναδέλφους μου, προκειμένου να αποφύγει την οριστική έκδοσή του στις ιταλικές αρχές. Ο Γάλλος συνάδελφος που τον εξέτασε μαζί μου διέγνωσε οξύ ψυχωτικό επεισόδιο με καταδιωκτικό παραλήρημα για κάτι ακατάληπτους αστυνόμουςκαταδιώκτες γιατί διέπραξε εγκληματικές πράξεις. Μου είπε στο τέλος της συνέντευξης ότι αν ο ασθενής δεν αποκτήσει εναισθησία του παραληρήματος δε θα μπορέσει να του δώσει εξιτήριο. Ο Maurizio μου μίλησε για τους φόνους που διέπραξε με άλλον έναν σύντροφό του με έναν τρόπο απόλυτα πειστικό, ψυχρό και ακριβή. Ο ασθενής αυτός, χωρίς να έχει αφομοιώσει τη ριζοσπαστική ιδεολογία των Ερυθρών Ταξιαρχιών ενάντια στην καπιταλιστική αλλοτρίωση, νομιμοποιούσε τη βία που καταστρέφει την ανθρώπινη ζωή των «αντιπάλων». Η βιαιότητα της δράσης συνδεόταν σε αυτόν και τους συντρόφους του με την παντοδυναμική Ιδέα, το τυραννικό Ιδεώδες Εγώ και το άπιαστο είδωλο. Πρόκειται για μια βία οργανωμένη και συστηματική, που προτάσσει την αναγκαιότητα να καταστραφεί ο παλαιός κόσμος για να έρθει στη θέση του ένας άλλος, πιο δίκαιος, πιο καθαρός, στον οποίο το Ιδεώδες, το Είδωλο και η παντοδυναμική Ιδέα θα έχουν το προβάδισμα σε σχέση με το πραγματικό. Τα ιδεώδη και οι ιδέες της ιδεολογίας αυτών των ριζοσπαστικών – δογματικών ιδεολογιών είναι φτωχά και επαναλαμβανόμενα, και συγκροτούνται ενάντια στις διαδικασίες συμβολοποίησης και μετασχηματισμού της σκέψης. Δεν αρκεί να αντιμετωπίζεται η ιδεολογία αυτή ως μια πλαστογραφία της σχέσης με το πραγματικό ως ψευδή συνείδηση, ή ως ασθένεια της ιδεατότητας. Οι μερικές αυτές απόψεις συσκοτίζουν τη σχέση της ιδεολογίας με την επιθυμία και το ναρκισσισμό (βλ. Green). Αυτό δηλαδή που προστατεύεται είναι το θεμελιώδες ελάττωμα και έλλειμα του άλλου, μέσα από ένα σύστημα αντιερμηνευτικό, με την έννοια ότι οργανώνεται ακριβώς για να οδηγεί σε αποτυχία κάθε αμφισβήτηση, κάθε διαφορετική ερμηνεία, να την εκμηδενίζει και να την καταστρέφει.

2Γ) Διαφορετικού τύπου είναι οι ιδεολογίες που αναπτύσσονται σε σύνδεση με το Ιδεώδες του Εγώ, με άλλα λόγια σε συνέχεια της οιδιπόδειας ανακατάταξης των ταυτίσεων. Είναι λιγότερο απόλυτες, λιγότερο κυριευμένες από ψυχωτικές άμυνες, περισσότερο ανοιχτές στην αναγνώριση της πραγματικότητας και των εμπειριών. Συνεπώς, το Εγώ έχει καταστεί ικανό να αφομοιώνει τα διαδοχικά αντικείμενα ταύτισης, που μπορεί να είναι αντιφατικά αλλά όχι διχοτομημένα, ακόμη και αυτά που αποτελούν το Ιδεώδες του Εγώ. Ιδεολογίες σαν αυτές επιτρέπουν να αναπτύσσεται μια μεγαλύτερη ανοχή στην κριτική και στη διάψευση, ενώ οι σχέσεις αντικειμένου που ορίζουν είναι πιο ώριμες, λογικές και ανταποδοτικές. (Η περίπτωση του Τσε) Σε αντίθεση με αυτές τις πιο ανοιχτές ιδεολογίες, στις ριζοσπαστικές προσπαθεί να διασφαλιστεί η ναρκισσιστική αυτάρκεια και η παντοδυναμία.

Όσο πιο αποδυναμωμένο βρίσκεται το Εγώ απέναντι σε ό,τι απειλεί την ενότητα, τη συνέχεια και την προστασία του, τόσο περισσότερο εξιδανικεύεται το αντικείμενο. Καθίσταται έτσι η ιδεολογία μια έσχατη προστασία απέναντι στην αποσύνθεση, στη δημιουργική σκέψη, στο άγχος της αβεβαιότητας, στη ρευστότητα της ταυτότητας, συνιστώντας ως εκ τούτου μια αντί-σκέψη και μια αντί-διαδικασία (ψυχική). Η ιδεολογική θέση όπως και η ιδεολογική σκέψη διαφέρουν από τη μυθο-σταθεροποιητική θέση και σκέψη αντίστοιχα. Οι πρώτες χαρακτηρίζονται από τη μονοσήμαντη σχέση που διατηρούν με τα εσωτερικά και τα εξωτερικά αντικείμενα. Υποκαθιστούν στο ασυνεχές που παρατηρείται μέσα στις ομάδες στο επίπεδο του σώματος και της φαντασίωσης, και στο συγκεκριμένο, μια αφηρημένη σκέψη που δεν διατηρεί τη συνοχή της παρά με κόστος την απώθηση, την άρνηση, τη σχάση και τη διάψευση. Δεν ανέχονται την αμφιβολία, τον ενορμητικό δυϊσμό και τις διαπλοκές του. Παγιώνονται ως κλειστό σύστημα, αμετάβλητο, επαναληπτικό, στερεοτυπικό και κατεξοχήν αμυντικό, όπου προέχουν τα μέσα της δευτερογενούς διαδικασίας στην υπηρεσία της απώθησης των ασυνείδητων περιεχομένων. Η ιδεολογία συμπεριφέρεται βίαια προς την πρωτογενή διαδικασία δευτερογενοποιώντας τη δια της βίας, και ως εκ τούτου, στις πιο ακραίες μορφές της μοιάζει με την παραληρηματική ιδέα, με το να αποκαλύπτει ακριβώς αυτό που κρύβει: την υποκείμενη δηλαδή στο σύστημα ψυχωτική δομή. Η δογματική ιδεολογική πεποίθηση είναι α-χρονική και αιώνια, εκτός ιστορίας. Η ενασχόληση με τις ρίζες της θα έφερνε την αμφιβολία και θα αποκάλυπτε τη σημασία της σε σχέση με το ευρύτερο σύστημα, κάτι δηλαδή που ο ιδεολόγος απαγορεύει στον εαυτό του να αναγνωρίσει. Μια τέτοια αναγνώριση και αναστοχασμός στη διαγενεακή καταγωγή θα τον παρέπεμπε στη θέση που ο ίδιος κατέχει ως υποκείμενο μέσα σε μια γενιά, όσο και στη γένεση της σκέψης, επανεισάγοντας την ασυνέχεια που η ιδεολογία προσπαθεί να κρύψει, τον χρόνο και την ιστορία, τον χώρο και τις θέσεις.

3. Σχετικά με το μακεδονικό ζήτημα: ένα παράδειγμα ριζοσπαστικής ιδεολογίας που θέτει φραγμούς.
Αν σκεφτούμε το Μακεδονικό ζήτημα μέσα από αυτήν την οπτική, θα δούμε ότι η ακριβής γνώση της ιστορίας του μακεδονικού χώρου θα κατεδάφιζε τη μείζονα προσπάθεια της ιδεολογίας να παραπέμπει με απόλυτο τρόπο στο φαντασιακό («η Μακεδονία είναι ελληνική και μόνο ελληνική») και θα έβαζε σε αμφισβήτηση την ικανότητα αυτής της πεποίθησης να υποτάσσει στην εξουσία της όλα τα πειθήνια αντικείμενα και να καταστρέφει οτιδήποτε μπορεί να γίνει μάρτυρας διαφοροποίησης και απώλειας. Δηλαδή να καταστρέφει τη συμβολική σκέψη. Μεταξύ των οπαδών της πεποίθησης ότι, για παράδειγμα, η Μακεδονία δεν μπορεί παρά να είναι μόνο ελληνική και εθνοτικά καθαρή, δημιουργείται ένα πλέγμα ασυνείδητων συμμαχιών που ο καθένας το χρησιμοποιεί προς όφελός του – ο κάτοικος της Μακεδονίας για να ενδυναμώσει τη ρευστή ταυτότητά του, ο κοινοτάρχης για να συσπειρώσει την κοινότητα, ο πολιτικός για να χτίσει καριέρα «μακεδονομάχου», οι ιερείς για να θωρακίσουν την ταύτιση Κράτους-Εκκλησίας και την ενίσχυση του θρησκευτικού ιδεώδους απέναντι στον πρώην κομμουνιστικό κίνδυνο και στις ρωγμές που θα μπορούσε να προκαλέσει η Σλαβο-Μακεδονική κοινότητα σε σχέση με την καθαρότητα της ορθόδοξης πίστης. Η ομαδική αυταπάτη, το σύμφωνο διάψευσης και η από κοινού διάψευση είναι τα στηρίγματα της «τρομοκρατικής», επιθετικής συμμαχίας, που τείνει στην ισομορφική λειτουργία του ψυχικού οργάνου των συμμετεχόντων. Με αυτόν τον τρόπο εξοβελίζεται το γεγονός ότι η γλώσσα η Μακεδονο-Βουλγάρικη είναι μια διάλεκτος που έγινε γλώσσα με πολιτική απόφαση, ότι το κυριλλικό αλφάβητο είναι ίδιο στα Σερβο-Κροατικά και διαφέρει λίγο στη μακεδονική διάλεκτο, ότι το 1925 το ΚΚΕ αναγνώρισε στο πλαίσιο της 3ης Διεθνούς τους Μακεδόνες ως έθνος, και τώρα προσπαθεί να κατασκευάσει την ιστορική αλήθεια. Εμβαθύνοντας στο μακεδονικό ζήτημα ως παράδειγμα ριζοσπαστικής ιδεολογίας που ανατροφοδοτεί τον φανατισμό, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε την κοσμοαντίληψη που στηρίζεται στην παντοδυναμία της ιδέας και στη λειτουργία του Ιδεώδους: η αντιμετώπιση της ταυτότητας της γειτονικής χώρας ως «ανύπαρκτης» και εν τέλει τον εγκλωβισμό της δικής μας χώρας σε μια μέχρι πρόσφατα αδιέξοδη και άδικη στάση στο γνωστό ζήτημα της ονομασίας της πρώτης, τροφοδοτεί στο συλλογικό ασυνείδητο το αίσθημα της «προδοσίας», της καταγγελίας της και της εθνικής υπερηφάνειας, δίχως όμως να τεκμηριώνεται το που ακριβώς εδράζεται αυτή. Η εθνικιστική ιδεολογία εδώ προτείνει μια αναπαράσταση και μια ηθική συμπεριφοράς, σύμφωνα με μια «μυθική» γνώση για τους απώτερους σκοπούς: προτείνει και επιβάλλει έναν πεπερασμένο κόσμο, έξω από τις μεταστροφές της ιστορίας και τα εμπόδια της επιθυμίας, η οποία φαντασιακά πρέπει με κάθε τρόπο να πραγματωθεί (βλ. Green). Πρόκειται, εδώ, για τη βασική λειτουργία της ιδεολογίας ως μύθου: κατασκευάζει μια πραγματικότητα, η οποία στη συνέχεια αναπαράγεται ως τέτοια, χωρίς κανείς να ασχολείται με τον πυρήνα της, τον καταστατικό μύθο. Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με «ψέματα», οι αφηγήσεις αυτές γύρω από το εθνικιστικό ιδεώδες και την τυραννία του Ιδεώδους του Εγώ, την αυταπάτη «βεβαιότητας» και τη δημιουργία ενός συλλογικού φαντασιακού, που κινητοποιεί μαζικά το θυμικό, όλα αυτά δυστυχώς επηρεάζουν συμπεριφορές, αναπαράγουν συναισθηματικές ταυτίσεις, κατασκευάζουν εναλλακτικές πραγματικότητες. Όπως εύστοχα παρατηρούν στο βιβλίο τους «Δέκα σημεία: ερωτήσεις και απαντήσεις για το μακεδονικό», οι Κωστής Καρπόζηλος και Δημήτρης Χριστόπουλος τεκμηριώνουν πώς η εμπέδωση αυτών των αντιλήψεων, θα υπογραμμίζαμε εμείς συνειδητών και ασυνείδητων, έχει οδηγήσει τμήματα της κοινωνίας μας σε μια άρνηση της πραγματικότητας. Αυτό έχει οδηγήσει σε ένα καθεστώς συνολικής άρνησης της ταυτότητας της γειτονικής χώρας, τη διατήρηση ενός συστήματος ανασφάλειας σε μια ούτως ή άλλως εύθραυστη γεωπολιτική ισορροπία, και την ανάλωση ενός δυσανάλογα μεγάλου διπλωματικού και πολιτικού κεφαλαίου σε μια στιγμή που η Ελλάδα είχε και συνεχίζει να έχει άλλες μείζονες προτεραιότητες, πχ. την αντιμετώπιση του απρόβλεπτου τουρκικού παράγοντα. Για πολλά χρόνια, το μακεδονικό υπήρξε ο μεγάλος συλλογικός λογοκριτής και αυτό-λογοκριτής της δημόσιας ζωής. Μέσα από μια κοινότητα διάψευσης όλων των εμπλεκομένων, μέσα από αυτό που ο Καές ονομάζει διαψευσιακό σύμφωνο, δηλαδή η διασφάλιση της συνέχειας των επενδύσεων και των κερδών, που συνδέονται με την επιβίωση της λειτουργίας του Ιδεώδους και του ναρκισσιστικού συμβολαίου μεταξύ των μελών μιας ευρύτερης ομάδας, όλοι αυτοί οι ασυνείδητοι μηχανισμοί είχαν σαν αποτέλεσμα όχι μόνο απωθημένες αλήθειες, αλλά το αίσθημα ενός θαμμένου μυστικού, μιας κρύπτης που η ελληνική κοινωνία αρνιόταν να το δει μπροστά της. Χωρίς να αναλύσουμε σε βάθος όλες τις διαστάσεις του μακεδονικού ζητήματος – εξάλλου δεν είμαστε ειδικοί σε αυτό – θέλουμε επιγραμματικά να απαριθμήσουμε όλα αυτά τα σημεία που συγκροτούν την ασυνείδητη κοινότητα διάψευσης μεταξύ υποκειμένου, υποκειμένου του ασυνειδήτου και υποκειμένου του δεσμού, και την επέκτασή τους στον ευρύτερο φαντασιακό κοινωνικό χώρο:  Είναι το ζήτημα της ονομασίας εθνικό θέμα για την Ελλάδα; Όσο και αν μηρυκάζουμε τη ρήση του Δ. Σολωμού, «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές», στην πράξη οχυρωνόμαστε πίσω από μηχανισμούς διάψευσης – διχοτόμησης (η διαφωνία θεωρείται προδοσία ή μειοδοσία), προβλητικής ταύτισης (φοβούμαστε ότι οι Σκοπιανοί θα εισβάλουν στη Θεσσαλονίκη, ενώ η απωθημένη επιθυμία των Μακεδονομάχων είναι να εισβάλουν εκείνοι σε αυτή). Η ελληνική αδιαλλαξία, η απαγόρευση σε κάποιον να έχει τη δυνατότητα να αυτοπροσδιορίζεται, αντί να περιορίσει το φανατισμό για την ταυτότητα του «αντιπάλου», τροφοδότησε τον ακατέργαστο εθνικισμό της κυβέρνησης Γκρούεφσκι (2006-2016) με αποτέλεσμα να νομιμοποιούμε από την ελληνική πλευρά «παραληρήματα» επιθετικού εθνικισμού της Χρυσής Αυγής για στρατιωτική δράση, ριζοσπαστικοποίηση των ανώτερων κληρικών, ονειρώξεις απόστρατων για τα δάκρυα της Παναγίας και σφετερισμό της ιστορίας από τους εγκληματίες της Χρυσής Αυγής.  Η Μακεδονία είναι από την αρχαιότητα ελληνική. Πώς μπορούν σήμερα κάποιοι να σφετερίζονται αυτή την ιστορία; Είναι γνωστό ότι πολλοί ιστορικοί και αρχαιολόγοι συμφωνούν ότι η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων υπήρξε μια ελληνική διάλεκτος (αρχικά δωρική, κατόπιν αττική και σε ύστερη φάση ελληνιστική). Επίσης, οι περισσότεροι μελετητές είναι σύμφωνοι ότι σλαβικά φύλα εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία από τον 7ο αι. μ.Χ.. Στη συνέχεια, και αυτό συχνά το ξεχνάμε, ο μακεδονικός χώρος γνώρισε διάφορους επικυρίαρχους: Βυζαντινή Αυτοκρατορία, Βουλγαρικό κράτος, Λατινικό κράτος, Δεσποτάτο Ηπείρου, Σερβικό Βασίλειο και πάλι το Βυζαντινό κράτος, η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατά συνέπεια, από πολύ νωρίς ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας υπήρξε σημείο ώσμωσης διαφορετικών γλωσσικών και εθνοτικών κοινοτήτων. Η πρωτόγονη ασθένεια της ιδεατότητας, που προσβάλλει μεγάλο μέρος της αρχαιόπληκτης κοινωνίας μας διαψεύδει συλλογικά ότι αυτό που ονομάζουμε από τον 19ο αι. Μακεδονικό ζήτημα συνιστά μια πολύ πιο σύγχρονη υπόθεση, η οποία σχετίζεται με την αποδόμηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα τέλη του 19ου αι. και την ένταση και τον ανταγωνισμό για το πώς θα διαμοιραστούν τα εδάφη της. Κατά συνέπεια, το ναρκισσιστικό συμβόλαιο για να διατηρηθεί η καθαρότητα της ταυτότητάς μας και της ηρωικής εθνικής μας αφήγησης εκκινεί από μια σχετικά τεκμηριωμένη θέση (την ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων) και εκτείνεται σε ένα χρονικό άλμα δύο χιλιετιών που δεν έχει καμιά σχέση με την ιστορική διάσταση του ζητήματος. Επομένως η Μακεδονία δεν είναι μία και ελληνική, αλλά απλά και μόνο το συλλογικό φαντασιακό μας επιθυμεί να ελέγξει τη μνήμη και την ιστορική γνώση, να υπεραπλουστεύσει την ιστορική πολυπλοκότητα και να ερμηνεύσει την ιστορία ως προπαγάνδα. Όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο Σ. Μανωλόπουλος, «ο άνθρωπος μισεί τους περιορισμούς που συνεπάγεται η κατασκευή ενός νοήματος». Στην προκειμένη περίπτωση η πολυπλοκότητα της ιστορικής αλήθειας και η διαπραγμάτευση της σύγχρονης ταυτότητάς μας σε συνάρτηση με αυτήν. «Όταν κάτι παίρνει μορφή στην πραγματικότητα», ενάντια στην επιθυμία μας, «τότε εγείρεται η καταστροφικότητα και η αγωνία του αφανισμού του εαυτού που αναδύεται. Η αναζήτηση της απόκρισης του άλλου, η δημιουργία μιας κοινής εμπειρίας, και η διυποκειμενική κατασκευή ενός νοήματος είναι έμφυτες ικανότητες του ανθρώπου». Για παράδειγμα το έθνος ξέρουμε ότι είναι η πολιτική κοινότητα που σφυρηλατεί την αλληλεγγύη της πάνω στην ανάγκη στέγασης της σε ένα κράτος. Κατά συνέπεια, η καθολική άρνηση της χώρας μας να αναγνωρίσει την μακεδονική εθνική ταυτότητα, πρώτα απ’ όλα στο εσωτερικό της, δηλαδή τη μειονοτική κοινότητα ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονταν είτε εθνικά είτε εθνοτικά είτε πολιτισμικά ως Βούλγαροι ή και ως Μακεδόνες, απετέλεσε το υπέδαφος άρνησης αυτής της πολυπολιτισμικότητας του μακεδονικού χώρου. «Η κατασκευή ενός νοήματος εισάγει το τραγικό του πεπερασμένου της ύπαρξης, διότι σημαίνει την εγκατάλειψη της παντοδυναμίας και την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης». Κατά συνέπεια, ο αναστοχασμός και η ανάληψη της συλλογικής ευθύνης της Ελληνικής Πολιτείας για την καταστολή – καταπίεση κάθε εθνοτικού μειονοτικού ζητήματος, σε κοινή συμφωνία με τους Βούλγαρους, μας οδήγησε στην πλήρη διπλωματική απομόνωση των θέσεων μας στο βαθμό που 140 χώρες αναγνώρισαν τη γειτονική μας χώρα – «κρατίδιο» ως Μακεδονία. Αυτού του τύπου οι αλλοτριωτικές συμμαχίες είχαν σαν αποτέλεσμα και την συσκότιση των θέσεων της αριστεράς απέναντι στο μακεδονικό ζήτημα, την αγνόηση της τεκμηρίωσης της καταστολής των σλαβικών διαλέκτων στη βόρεια Ελλάδα (μια ανύπαρκτη γλώσσα), την απαξίωση της πολιτειακής υπόστασης του «κρατιδίου» στα βόρεια σύνορά μας, μέχρι και την κοινή φαντασίωση της Σερβίας του Μιλόσεβιτς με τους δικούς μας, παραληρητικούς, ψευδοπατριώτες φασίστες να προτείνουν το διαμελισμό του κρατιδίου μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας, ώστε οι δύο «αδελφές χώρες» να αποκτήσουν επιτέλους κοινά σύνορα. Ίδιας τάξεως ζητήματα μέσα από αυτές τις παθολογικές συμμαχίες και μέσα από μια διαδικασία απώλειας της ικανότητας του σκέπτεσθαι και αλλοτρίωσης από την τυραννία του Ιδεώδους είναι η ανάδειξη του προβλήματος του αλυτρωτισμού στο Σύνταγμα των γειτόνων μας.  Στο πλαίσιο της Συμφωνίας των Πρεσπών, οι βόρειοι γείτονές μας αναγκάστηκαν να αλλάξουν το Σύνταγμά τους, προκειμένου να τροποποιηθεί το αρ. 49 του συντάγματος της ΠΓΔΜ, το οποίο ανέφερε το εξής: «Η Δημοκρατία φροντίζει για το καθεστώς και τα δικαιώματα των ανθρώπων που ανήκουν στο Μακεδονικό λαό στις γειτονικές χώρες, όπως και για τους Μακεδόνες απόδημους, και φροντίζει για τα πολιτιστικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών της στο εξωτερικό».

Το ενδιαφέρον ενός κράτους για ομοεθνείς του εκτός επικράτειας δεν είναι αλυτρωτισμός από μόνο του. Ο αλυτρωτισμός είναι irredentismo, είναι η ιδεολογία που αποσκοπεί στην απελευθέρωση, τη λύτρωση των ομοεθνών που βρίσκονται εκτός εθνικής στέγης, με στόχο τη συμπερίληψή τους στα εδάφη της μητέρας πατρίδας. Αλυτρωτισμός, για παράδειγμα, είναι να λέει κάνεις «πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι», οραματιζόμενος συνοριακές μεταβολές, μεταβολές που στη σύγχρονη ιστορία προκύπτουν κυρίως από αιματηρές στρατιωτικές αναμετρήσεις. Πράγματι υπάρχει μια πραγματική βάση τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων, όπου και έχει επικεντρωθεί η ελληνική θέση, ωστόσο η ιστορική βάση αυτού του αλυτρωτισμού είναι εθνικώς ανομολόγητη από τη δική μας πλευρά. Και αυτό γιατί αφορά στην ύπαρξη της μικρής σήμερα και πολυάριθμης παλαιότερα κοινότητας σλαβόφωνων στην Ελλάδα, οι οποίοι μέσα από τις πολιτικές της βίαιης αφομοίωσης που ασκήθηκαν στην ελληνική Μακεδονία από το Μεσοπόλεμο μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, συρρικνώθηκαν σε τεράστιο βαθμό. Συνοψίζοντας για το μακεδονικό ζήτημα και τη ριζοσπαστική – δογματική ιδεολογία που θέτει φραγμούς, που κατανοούμε ότι «ακουμπάει» βαθιά στο ναρκισσισμό γιατί συντηρεί την αυταπάτη της ακεραιότητας πέρα και κάτω από κάθε ρήξη. Αντί να λειτουργεί ένας χώρος όπου οι σκέψεις να μετασχηματίζονται, να συνδέουν διαφορετικά στοιχεία, να αναγνωρίζουν τη διαφορετικότητα, να επεξεργάζονται το άγχος του κενού, να προωθούν το άνοιγμα στο τυχαίο, να δημιουργούν νέους χάρτες μετασχηματισμών, αντίθετα η ιδεολογία εδώ είναι ο περιέκτης μιας σκέψης μη-σκέψης, χωρίς όριο, αθάνατης και άμεσης. Αντί να διατηρεί την απόσταση από το αντικείμενο, ο ναρκισσισμός καταργεί αυτή την απόσταση ανάμεσα στο υποκείμενο και τον κόσμο, καλύπτοντάς τη με τη φαντασιακή αμεσότητα του ιδεολογικού αντικειμένου, το οποίο καταργεί κάθε αίτημα, κάθε αμφιβολία, καλύπτει κάθε απώλεια και φράζει κάθε ρωγμή. Αυτού του τύπου η ιδεολογική ριζοσπαστική θέση αρνείται τον περιορισμένο και το φθαρτό ενός πραγματικού αντικειμένου, είτε έχει να κάνει με υποκείμενο ή έχει να κάνει με κοινωνίες και συλλογικές ταυτότητες.

4. Η εικόνα του Τσε σαν παγκόσμιο σύμβολο της επανάστασης: ένα παράδειγμα δομικής ιδεολογίας.
Θα αναρωτηθείτε που θυμήθηκα τον Ερνέστο Γκεβάρα σήμερα. Τον ανακάλεσα στη μνήμη μου απέναντι στην επικράτηση των ακροδεξιών και εθνικιστικών εξάρσεων στην Ευρώπη και στον κόσμο, γιατί πιστεύω ότι είναι και σύγχρονος και απόμακρος μαζί. Απόμακρος γιατί είναι ένας επαναστάτης μιας άλλης εποχής, που η πραγματική του ιστορία δεν είναι πια η δική μας. Ωστόσο, η «επικαιρότητα», η συγχρονικότητά του, δεν ταυτίζεται με την αγορά των συμβόλων που κατασκευάστηκαν στα ΜΜΕ αλλά για τα σύνολα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι, με τα οποία πλέκουν δεσμούς ,σκέψεις με διαφορετικό τρόπο μύθους, συλλογικές ταυτότητες και κυρίως ένα πλαίσιο αναπαράστασης στο οποίο ανήκουν. Δεν υπάρχει καμία μεγάλη κοινωνική, πολιτιστική ή πολιτική αλλαγή που να μπορεί να γίνει χωρίς μια ιδεολογία που να την πλαισιώνει. Δύο είναι τα κύρια στοιχεία αυτής της εικόνας του Τσε, που καταναλώθηκε όσο λίγες τα τελευταία χρόνια: το ένα ο ωραίος, ο νέος, ο ιδανικός επαναστάτης με το αστέρι στο μαύρο του μπερέ και το βλέμμα να ατενίζει το μέλλον. Το άλλο στοιχείο, ένα πτώμα ξαπλωμένο πάνω σε ένα τραπέζι, τρυπημένο από τις σφαίρες των εκτελεστών του, που έστειλαν τον Τσε στον άλλο κόσμο, ένα πτώμα όμορφο, σαν χριστός μετά την αποκαθήλωση, πτώμα όμως που έδειχνε αναντίρρητα ότι ο ζωντανός άνθρωπος ήταν πλέον πεθαμένος και νεκρός. Η φωτογραφία του πτώματος μας έλεγε ότι το όραμα και ο οραματιστής δεν υπάρχουν πια. Ωστόσο, η εικόνα του επαναστάτη με το βλέμμα να ατενίζει τον ορίζοντα, παρ’ όλη την εμπορευματοποίηση που του επέβαλαν τα ΜΜΕ, οι μόδες, οι μουσικές βιομηχανίες και οι εκκεντρικότητες, παρέπεμπαν σε μια φαντασιακή αναφορά του εικονιζόμενου και των συμφραζομένων του. Σ’ ένα πρώτο επίπεδο ο Τσε στο συλλογικό φαντασιακό έδρασε ως ο συμβολισμός του αντάρτη, του γκεριέρο, για την άμεση πολιτική συνθηματολογία: ένα, δύο, τρία Βιετνάμ, η εξουσία βρίσκεται στην άκρη του ντουφεκιού, το αντάρτικο της πόλης, ο ένοπλος αγώνας που μόνο αυτός αποδίδει την αλήθεια στην επαναστατική πράξη. Ωστόσο, ο γκεβαρισμός γρήγορα εκμηδενίστηκε, όπως και η απόπειρα του Τσε στα βουνά της Βολιβίας. Και δεν άφησε τίποτε πίσω της, παρά μόνο τη νοσταλγία και κάποιες απονενοημένες απόπειρες (βλ. σύμφωνο διάψευσης μεταξύ των μελών των επαναστατικών ομάδων) που έσβησαν και αυτές στα τέλη της δεκαετίας ’70αρχές ’80, μέσα στην αποτυχία και την απόγνωση των εμπνευστών τους. Ο γκεβαρισμός στη Δύση δεν είχε συνέχεια. Ωστόσο, οι εξεγέρσεις της δεκαετίας του ’60 σηματοδότησαν κάτι βαθύτερο, που επιγραμματικά θα υπενθυμίσουμε εδώ σαν νέα αιτήματα που ανατάραξαν την τότε κατεστημένη τάξη: σεξουαλική επανάσταση, φεμινισμός, αντι-αυταρχικό σχολείο, σχετικοποίηση της επιστήμης, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής ορθολογικότητας, οικολογία, αντιψυχιατρική, έκρηξη της υποκειμενικότητας, αμφισβήτηση της πυρηνικής οικογένειας και γενικότερα των ιεραρχικών δομών, επαναδόμηση του πανεπιστημίου, αμφισβήτηση του ευρωπαιοκεντρισμού, της αποικιοκρατίας, της κομματοκρατίας, του γραφειοκρατικοποιημένου συνδικαλισμού, της μικροαστικής ηθικής. Για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα ότι η εξουσία θεμελιώνεται όχι μόνο στο κράτος και τα χρηματιστήρια αλλά και σε άλλους πολιτισμικούς και κοινωνικούς θεσμούς, ακόμα και στη γλώσσα, την τέχνη, το σχολείο. Η φαντασία δεν ήρθε στην εξουσία, όπως έλεγαν οι φοιτητές το Μάη του ’68 στο Παρίσι, αλλά πολλοί «φαντασμένοι» θρονιάστηκαν για τα καλά εκεί. Ο Τσε, αν και χάθηκε ανώφελα, θα πάρει επικές διαστάσεις. Ίσως ήταν η τελευταία έκφραση της επικής ιδεολογίας. Ήταν η ανάγκη της εξέγερσης, η κληρονομιά της απείθειας. Είναι η ανθρώπινη, πολιτική και ηθική ανάγκη ν’αλλάξουν τα πράγματα όταν η ζωή γίνεται αβίωτη. Είναι η στιγμή, όπως έλεγε ο Ζυλ Ντελέζ, που «Αισθανόμαστε ντροπή να είμαστε άνθρωποι». Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Άγγελος Ελεφάντης, «Η εικόνα του Ερνέστο Γκεβάρα είναι ο καθρέφτης για το πρόσωπο της ντροπής μέσα στο μεταμοντέρνο κόσμο μας».

5. Δίκην επιλόγου
«Μπροστά στον τρόμο, να σκέφτεσαι αυτό που τον προκαλεί, το πώς ο τρόμος διασφαλίζει την απόλυτη εξουσία εκείνων που τον προκαλούν, αυτό που καταστρέφει, τον πανικό και το άγχος που ενσπείρει και κάνει τους πάντες να είναι ένας δυνάμει εχθρός. Ο τρόμος εκφορτίζεται στο μίσος προς τον καθένα αδιακρίτως που θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει μια μορφή τρομοκράτη, όπως από το άλλο μέρος και οι τρομοκράτες δικαιολογούν τις πράξεις τους με το μίσος τους προς τους ίδιους που αποδίδουν στα θύματά τους: φαύλος κύκλος, διαβολικός». «Καμιά αλήθεια δεν είναι απόλυτη, ούτε τελική. Αυτό που μετράει είναι η σκέψη, η αίσθηση και η ελευθερία να σκέφτεσαι». D.W. Winnicott

6. Βιβλιογραφία
Kaës, R. (2018). Η ιδεολογία. Το ιδεώδες η ιδέα, το είδωλο. (Μετάφραση: Κ. Ναυρίδης). Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, Σελίδες: 300.
Καρπόζηλος Κ. & Χριστόπουλος, Δ. (2018). 10+1 Ερωτήσεις & Απαντήσεις για το Μακεδονικό. Αθήνα: Πόλις, Σελίδες: 95.

*Το παρόν αποτελεί ανακοινοποίηση από το site της ΕΕΨΨΟ.