Κατηγορία: Ιστοσελίδες

Έφηβοι και Κάνναβη: Ψυχονευρολογικά δεδομένα και συμπεράσματα (Μέρος 2ο)

Πώς σχετίζεται η χρήση κάνναβης σε νεαρές ηλικίες με την εκδήλωση ψυχωσικών διαταραχών;

Η χρήση της κάνναβης στους εφήβους πρέπει να αποτελέσει ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας, χωρίς ιδεολογικές και πολιτικές προκαταλήψεις.

Γράφουν οι Στέλιος Στυλιανίδης (καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής-ομαδικός αναλυτής), Γιώργος Τζεφεράκος (ψυχίατρος, διευθυντής ΜΟΘΕ ΟΚΑΝΑ ΠΓΝ Αττικό, επιστημονικός συνεργάτης εργαστηρίου ψυχοπαθολογίας και ψυχολογίας της υγείας Παντείου)

Από την Athens Voice

Η περίοδος της εφηβείας είναι μια χρονική περίοδος στη ζωή των ανθρώπων, η οποία χαρακτηρίζεται από σημαντικές μεταβολές και ρευστότητα τόσο σε επίπεδο εσωτερικής συναισθηματικής τονικότητας και αυτοαντίληψης όσο και σε επίπεδο διαπροσωπικής επικοινωνίας και κοινωνικής ταυτοποίησης και ένταξης.

Η σταδιακή αυτή εξελικτική πορεία της παγίωσης της ταυτότητας του υποκειμένου-έφηβου, συντελείται και στο επίπεδο του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ο εγκέφαλος παραμένει σε μια δυναμική, περιβαλλοντικώς επηρεαζόμενη διαδικασία ωρίμανσης, τόσο σε επίπεδο λειτουργικό όσο και ανατομικό, από την προγεννητική περίοδο μέχρι και την ηλικία των 21 ετών περίπου. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της εξελικτικής διαδικασίας ωρίμανσης, ο εγκέφαλος είναι ιδιαίτερα ευάλωτος, σε σχέση με τον εγκέφαλο ενός ενήλικα, σε περιβαλλοντικές επιδράσεις, όπως η έκθεση στην Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη (Δ9-ΤHC TetraHydroCannabinol), που είναι το πρωτεύον ψυχοδραστικό συστατικό της κάνναβης.

Η THC, όπως φαίνεται σε μελέτες σε ζώα, αλλά και απεικονιστικές – λειτουργικές μελέτες (fMRI) σε ανθρώπους, φαίνεται να επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη μικροαρχιτεκτονική του εγκεφάλου και τη λειτουργική διασύνδεση μεταξύ των διαφόρων εγκεφαλικών κέντρων. Η επιρροή αυτή γίνεται μεγαλύτερη κατά την εφηβική περίοδο, επειδή σε αυτή επισυμβαίνουν μείζονες νευρωνικές και μορφολογικές αλλαγές σε όλο τον εγκέφαλο και ιδιαίτερα στον προμετωπιαίο φλοιό.

Ο προμετωπιαίος φλοιός (prefrontal cortex PFC), μια εγκεφαλική περιοχή που εμφανίζει όψιμη νευρωνική «ωρίμανση», παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη δυναμική ισορροπία διέγερσης-αναστολής, απαραίτητο στοιχείο για την ανάπτυξη ενήλικης, προσαρμοστικής συμπεριφοράς και αντίστοιχής γνωστικής λειτουργίας. Αποτελεί το κέντρο της ενεργού μνήμης, των ανώτερων εγκεφαλικών και εκτελεστικών λειτουργιών και συμμετέχει στον συναισθηματικό και συμπεριφορικό έλεγχο. Στον προμετωπιαίο φλοιό εντοπίζεται πληθώρα κανναβινοειδών υποδοχέων (CB1Rs), η ομαλή λειτουργία των οποίων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη φυσιολογική ωρίμανση του προμετωπιαίου φλοιού. Η χορήγηση THC, κύριο συστατικό της κάνναβης, η οποία δεσμεύεται και επηρεάζει τους CB1Rs, σε μια ευάλωτη περίοδο ωρίμανσης του PFC, δύναται να έχει εξαιρετικά αρνητικές επιδράσεις τόσο σε επίπεδο γνωστικών ελλειμμάτων όσο και στην εμφάνιση ψυχοπαθολογικών διαταραχών, ακόμα και έκπτωση του IQ . Εάν ληφθεί υπ’ όψιν, δε, το γεγονός ότι οι σημερινές μορφές κάνναβης που πωλούνται στο δρόμο έχουν αυξημένο ποσοστό περιεκτικότητας σε THC (12-18%) σε σχέση με την κάνναβη της δεκαετίας του 70 (≈ 2-4%), γίνεται αντιληπτό ότι ο κίνδυνος είναι ακόμα μεγαλύτερος.

H χρήση κάνναβης, όμως, ιδιαίτερα στην εφηβεία, ενέχει και άλλους κινδύνους, πέραν των άμεσων νευροψυχιατρικών συνεπειών. Επιδημιολογικές και προ-κλινικές μελέτες καταδεικνύουν τη σοβαρή πιθανότητα η χρήση κάνναβης στην εφηβεία να συνδέεται με την εμφάνιση πολλαπλών εξαρτητικών συμπεριφορών στην ενήλικη ζωή. Φαίνεται ότι η πρώιμη έκθεση του εγκεφάλου στην κάνναβη οδηγεί σε παθολογική ντοπαμινεργική λειτουργία του πιο σημαντικού νευρωνικού κυκλώματος που εμπλέκεται στην εξάρτηση, του συστήματος ανταμοιβής (reward system). H μειωμένη ντοπαμινεργική δραστηριότητα στο σύστημα ανταμοιβής, απότοκος μιας πρώιμης έκθεσης στην THC, θα μπορούσε να είναι μια πιθανή νευροβιολογική εξήγηση της αυξημένης εμφάνισης στην ενήλικο ζωή διαταραχών εξάρτησης και κατάχρησης από διάφορες ψυχοτρόπες ουσίες· ένα εύρημα που επαναλαμβάνεται σταθερά σε πληθώρα επιδημιολογικών μελετών.

Συμπεράσματα

Η συνάντηση της κάνναβης, όπως και άλλων ουσιών, με το άτομο καθορίζεται από την δομή της προσωπικότητας του χρήστη, την ψυχονοητική του λειτουργία, τη νευροψυχολογική ευαλωτότητα-ανθεκτικότητά του, σε συνάρτηση με το κοινωνικο-πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο, όπως επίσης τους αξιακούς κώδικες μικρο-κουλτούρας της μικρής κοινωνικής ομάδας.

Τα βασικά συμπεράσματα που μπορούν με ασφάλεια να εξαχθούν από τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και την κλινική εμπειρία μας είναι τα ακόλουθα:

Α) Η χρήση της κάνναβης από εφήβους μπορεί να προκαλέσει μείζονες ψυχιατρικές διαταραχές (σχιζο-συναισθηματικές, κατάθλιψη, αυτοκτονικότητα, σχιζοφρένεια, αγχώδεις διαταραχές) και μελλοντική ευαλωτότητα των νέων στην εμφάνιση ψυχωτικών διαταραχών.

Β) Η δραστική ουσία της κάνναβης μπορεί να επηρεάσει την διαδικασία ωρίμανσης του κεντρικού νευρικού συστήματος και της νευρο-ψυχολογικής ομαλής ανάπτυξης των εφήβων, με καθοριστικές συνέπειες στη συμπεριφορά, την γνωστική λειτουργία, ψυχική και συναισθηματική ισορροπία στις νεαρές ηλικίες.

Γ) Η χρήση κάνναβης, ιδιαίτερα στην εφηβεία, μπορεί να συνδέεται με την εμφάνιση πολλαπλών εξαρτητικών συμπεριφορών στην ενήλικη ζωή. Μέσα σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και η χρήση “σκληρών” ναρκωτικών ουσιών.

Δ) Η χρήση της κάνναβης από εφήβους αποτελεί ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας, το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί με συστηματική στρατηγική πρόληψης και ενημέρωσης, ιδιαίτερα στα σχολεία, σε σύνδεση με άλλες παρεμβάσεις για την αναβάθμιση των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η πρώιμη παρέμβαση στην ψύχωση, η αναβάθμιση της ψυχιατρικής φροντίδας στην κοινότητα, η προαγωγή και αγωγή ψυχικής υγείας, η συνεργασία με την Πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, οφείλουν να αποτελέσουν τις μελλοντικές προκλήσεις για την ολοκλήρωση της ακόμα μετέωρης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη χώρα μας.

_____________________________________________________________________________

Βιβλιογραφία

Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (2017). Ελλάδα- Ετήσια έκθεση για τα ναρκωτικά 2017. Διαθέσιμο στο: http://www.emcdda.europa.eu/system/files/publications/4526/TD0416907ELN.pdf

Grant, C. N., & Bélanger, R. E. (2017). Cannabis and Canada’s children and youth. Paediatrics & Child Health, 22(2), 98–102.doi:10.1093/pch/pxx017

Chadwick, B., Miller, M. L., & Hurd, Y. L. (2013). Cannabis Use during Adolescent Development: Susceptibility to Psychiatric Illness. Frontiers in Psychiatry, 4.doi:10.3389/fpsyt.2013.00129

Bagot, K. S., Milin, R., & Kaminer, Y. (2015). Adolescent Initiation of Cannabis Use and Early-Onset Psychosis. Substance Abuse, 36(4), 524–533.doi:10.1080/08897077.2014.995332

Gogtay N, Giedd JN, Lusk L, et al. Dynamic mapping of human cortical development during childhood through early adulthood. Proc Natl Acad Sci U S A. 2004; 101:8174–9. [PubMed: 15148381]

Nora D. Volkow, M.D., Ruben D. Baler, Ph.D., Wilson M. Compton, M.D., and Susan R.B. Weiss, Ph.D. Adverse Health Effects of Marijuana Use. N Engl J Med. 2014 June 5; 370(23): 2219–2227. doi:10.1056/NEJMra1402309.

Dinieri JA, Hurd YL. Rat models of prenatal and adolescent cannabis exposure. Methods Mol Biol. 2012; 829:231–42. [PubMed: 22231817]

Zalesky A, Solowij N, Yücel M, et al. Effect of long-term cannabis use on axonal fibre connectivity. Brain. 2012; 135:2245–55. [PubMed: 22669080]

Batalla A, Bhattacharyya S, Yücel M, et al. Structural and functional imaging studies in chronic cannabis users: a systematic review of adolescent and adult findings. PLoS One. 2013;8(2):e55821. [PubMed: 23390554]

Hirvonen J, Goodwin RS, Li C-T, et al. Reversible and regionally selective down-regulation of brain cannabinoid CB1 receptors in chronic daily cannabis smokers. Mol Psychiatry. 2012;17:642–9. [PubMed: 21747398]

Bossong MG, Niesink RJ. Adolescent brain maturation, the endogenous cannabinoid system and the neurobiology of cannabis-induced schizophrenia. Prog Neurobiol. (2010) 92:370–85. doi: 10.1016/j.pneurobio.2010.06.010

Chambers RA, Taylor JR, Potenza MN. Developmental neurocircuitry of motivation in adolescence: a critical period of addiction vulnerability. Am J Psychiatry (2003) 160:1041–52. doi:0.1176/appi.ajp.160.6.1041

Gogtay N, Giedd JN, Lusk L, Hayashi KM, Greenstein D, Vaituzis A C, et al. Dynamic mapping of human cortical development during childhood through early adulthood. Proc Natl Acad Sci U S A. (2004) 101:8174–9. doi: 10.1073/pnas.0402680101

Caballero A, Tseng KY. GABAergic function as a limiting factor for prefrontal maturation during adolescence. Trends Neurosci. (2016) 39:441–8. doi: 10.1016/j.tins.2016.04.010

Renard J, Rushlow WJ and Laviolette SR (2018) Effects of Adolescent THC Exposure on the Prefrontal GABAergic System: Implications for Schizophrenia-Related Psychopathology. Front. Psychiatry 9:281. doi: 10.3389/fpsyt.2018.00281

Long LE, Lind J, Webster M, Weickert C. Developmental trajectory of τhe endocannabinoid system in human dorsolateral prefrontal cortex. BMC Neurosci. (2012) 13:87. doi: 10.1186/1471-2202-13-87

Cass DK, Flores-Barrera E, Thomases DR, Vital WF, Caballero A, Tseng KY. CB1 cannabinoid receptor stimulation during adolescence impairs τhe maturation of GABA function in the adult rat prefrontal cortex. Mol Psychiatry (2014) 19:536–43. doi: 10.1038/mp.2014.14

Meier MH, Caspi A, Ambler A, et al. Persistent cannabis users show neuropsychological decline from childhood to midlife. Proc Natl Acad Sci U S A. 2012; 109(40):E2657–E2564. [PubMed: 22927402]

Cascini F, Aiello C, Di Tanna G. Increasing delta-9-tetrahydrocannabinol (1-9-THC) content in herbal cannabis over time: systematic review and meta-analysis. Curr Drug Abuse Rev. (2012) 5:32–40. doi: 10.2174/1874473711205010032

Agrawal A, Neale MC, Prescott CA, Kendler KS. A twin study of early cannabis use and subsequent use and abuse/dependence of other illicit drugs. Psychol Med. 2004; 34:1227–[PubMed: 15697049]


Έφηβοι και κάνναβη: Παρεξηγήσεις και επιστημονικά δεδομένα (Μέρος 1ο)

Πώς σχετίζεται η χρήση κάνναβης σε νεαρές ηλικίες με την εκδήλωση ψυχωσικών διαταραχών;

Η χρήση της κάνναβης στους εφήβους πρέπει να αποτελέσει ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας, χωρίς ιδεολογικές και πολιτικές προκαταλήψεις.

Γράφουν οι Στέλιος Στυλιανίδης (καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής-ομαδικός αναλυτής), Γιώργος Τζεφεράκος (ψυχίατρος, διευθυντής ΜΟΘΕ ΟΚΑΝΑ ΠΓΝ Αττικό, επιστημονικός συνεργάτης εργαστηρίου ψυχοπαθολογίας και ψυχολογίας της υγείας Παντείου)

Από την Athens Voice

Το κίνητρο για τη δημοσίευση αυτού του άρθρου προέρχεται αφενός από την ανάγκη για μια υπεύθυνη ενημέρωση σχετικά με τη συσχέτιση συστηματικής χρήσης κάνναβης και των συναφών ψυχιατρικών διαταραχών και αφετέρου από μια σειρά από διαδεδομένες «παρεξηγήσεις» για τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτού του εκτεταμένου –και στη χώρα μας– κοινωνικού φαινομένου.

Η πρόσφατη, τεκμηριωμένη επιστημονικά και δίκαιη κοινωνικά, νομιμοποίηση της χρήσης της φαρμακευτικής κάνναβης, η οποία έχει πολύ συγκεκριμένες ενδείξεις συνταγογράφησης σε μια σειρά από ασθένειες (χρόνιος πόνος από καταληκτικές νόσους, διάφορες μορφές καρκίνου, χρόνιες φλεγμονές από αυτοάνοσα νοσήματα, πολλαπλή σκλήρυνση κ.λπ.), μοιάζει σαν να αποενοχοποίησε φαντασιακά και πραγματικά την αλόγιστη χρήση της ψυχαγωγικής κάνναβης σε εφήβους και νέους.

Η κατάχρηση αυτή, η οποία είναι ευρύτατα διαδεδομένη στα σχολεία, ακόμη και στα αποκαλούμενα «καλά» ιδιωτικά λύκεια, συνδυάζεται με κατάχρηση αλκοόλ και νικοτίνης, σε ένα γενικευμένο κλίμα ανέμελης χαλαρότητας, συστατικό της μικρο-κουλτούρας της ομάδας, η οποία προσφέρει μία εφήμερη ενίσχυση της ρευστής εφηβικής ταυτότητας και μια δυνατότητα «παιχνιδιού» και διαφοροποίησης με τα όρια και τους κανόνες της γονεϊκής εξουσίας.

Το θέμα των εξαρτήσεων στους εφήβους είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο και εκτός των στόχων αυτού του ενημερωτικού σημειώματος.

Είναι αυτονόητο ότι στις εξαρτήσεις δεν περιλαμβάνονται μόνο οι διάφορες ουσίες, το αλκοόλ, η νικοτίνη, αλλά και το κινητό, η εξάρτηση από το διαδίκτυο και όλες οι νέες ψυχοπαθολογίες που προέρχονται από αυτή. Αποτελεί συχνά ένα μόνο κομμάτι της ψυχικής λειτουργίας και κάποιες φορές ψυχοπαθολογίας του εφήβου, το οποίο εγκαθιστά συχνά μια σωματική και ψυχική εξάρτηση από την ουσία, η οποία στο μυαλό του εφήβου γίνεται μία «μαγική» τελετουργία, ικανή να τον ανακουφίσει προσωρινά από υπαρξιακές και ταυτοτικές αγωνίες, άγχη, ανασφάλεια για το παρόν και το μέλλον, για την εικόνα του, το σώμα του, τη σεξουαλικότητα και τους ποικίλους πειραματισμούς με αυτή, τρόπους συσχέτισής της με την παρέα του, διαπραγμάτευση με το απειλητικό κενό και την αφόρητη ανία του. Ο έφηβος προσπαθεί να βρει κάτι μέσα του μέσω του Άλλου και μέσα από τη συνάντησή του με την ουσία.

Συγκεκριμένα, για την ψυχαγωγική κάνναβη και το παράγωγό της, τη μαριχουάνα (χόρτο), οι έφηβοι με τη χρήση τους βιώνουν μια αρχική ευφορία, μετά μια χαλάρωση και μια ενίσχυση των αισθητηριακών αντιλήψεων, κάτι που δημιουργεί τη νευροψυχολογική βάση για μια ψυχική εξάρτηση.

Παρεξηγήσεις αναφορικά με την κάνναβη

Οι «παρεξηγήσεις» σχετικά με τη χρήση της κάνναβης στους εφήβους είναι πιθανά οι εξής:

→ Η μακρόχρονη χρήση της κάνναβης δεν δημιουργεί φαινόμενα εξάρτησης, κατά συνέπεια ούτε στερητικό σύνδρομο απεξάρτησης, γιατί δεν δημιουργεί «flash» όπως η χρήση ηρωίνης ή άλλων επικίνδυνων χημικών παρασκευασμάτων.

→ Η χρήση της κάνναβης δεν ανοίγει τον δρόμο σε εμφάνιση ψυχιατρικών διαταραχών.

→ Η νομιμοποίηση και της ψυχαγωγικής κάνναβης (διαχωρισμός «σκληρών-μαλακών» ναρκωτικών), ακόμη και χωρίς υποδομές πρόληψης και αξιόπιστο σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας, είναι εξ ορισμού μια προοδευτική και ωφέλιμη πολιτική.

→ Δεν χρειάζεται μια σοβαρή πολιτική πρόληψης και συστηματικής ενημέρωσης για τη χρήση μιας «φυσικής», μάλιστα με θεραπευτικές ιδιότητες, ουσίας.

→ Η χρήση της κάνναβης είναι μια πράξη αντι-κομφορμισμού απέναντι στις συντηρητικές αστικές αξίες και οι έφηβοι διαφοροποιούνται από αυτά τα πρότυπα.

Με τη συνοπτική παράθεση σύγχρονων επιστημονικών δεδομένων που ακολουθεί και μέσα από την κλινική εμπειρία μας με αιτήματα γονέων και εφήβων για ψυχιατρική φροντίδα, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτές τις διάχυτες κοινωνικά αντιλήψεις και να σκεφτούμε ότι η χρήση της κάνναβης στους εφήβους πρέπει να αποτελέσει ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας, χωρίς ιδεολογικές και πολιτικές προκαταλήψεις.

Σύγχρονα δεδομένα

Στατιστικά χρήσης κάνναβης από νέους στην Ελλάδα

Η μέση ηλικία έναρξης χρήσης κάνναβης στην Ελλάδα τοποθετείται στην ηλικία των 17 ετών. Σε καταμέτρηση που πραγματοποιήθηκε το 2015, 9,1% των μαθητών στα ελληνικά σχολεία είχε κάνει τουλάχιστον μία φορά χρήση κάνναβης, με τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση να κυμαίνονται από 6,5% έως 36,8%. Τέλος, ενώ φαίνεται να εμφανίζεται ελαφρά μείωση του καπνίσματος από τους νέους τα τελευταία χρόνια, η χρήση κάνναβης φαίνεται να παραμένει σταθερή (Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, 2017).

Ωστόσο πολύ σύντομα θα έχουμε στη διάθεσή μας και τα πλέον πρόσφατα στοιχεία χρήσης της κάνναβης, τα οποία μάλλον επιβεβαιώνουν τη γενικότερη αύξηση της χρήσης της και σε νεαρότερες ηλικίες.

Αναφορικά με τις επιδράσεις της χρήσης κάνναβης στην ψυχική υγεία, φαίνεται ότι οι συνέπειες της χρήσης από την εφηβική ηλικία είναι πολύπλευρες.

Αρχικά, οι Grant & Bélanger (2017), ερευνητές από τον Καναδά, αναδεικνύουν τη συχνότητα εκδήλωσης κατάθλιψης και άλλων διαταραχών διάθεσης σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες χρήστες, ενώ αναφέρουν την ύπαρξη ισχυρής συσχέτισης της συχνής χρήσης με την έκφραση καταθλιπτικών επεισοδίων και διαταραχών άγχους. Τη θέση αυτή υποστηρίζουν ευρήματα των Chadwick και συν. (2013), οι οποίοι τονίζουν επίσης το γεγονός ότι η χρήση κάνναβης σε αυτές τις ηλικίες οδηγεί σε αυξημένα ποσοστά αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικών συμπεριφορών στην ενήλικη ζωή. Αυξημένος είναι, επίσης, ο κίνδυνος εκδήλωσης σχιζοσυναισθηματικών διαταραχών σε άτομα που ξεκινούν τη χρήση κάνναβης σε τόσο νεαρή ηλικία.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σχέση της κάνναβης με την εκδήλωση ψυχωσικών διαταραχών. Έχει βρεθεί πως η κάνναβη μπορεί να προκαλέσει οξέα ψυχωσικά επεισόδια σε εφήβους, ακόμα και χωρίς την πρότερη ύπαρξη ψυχιατρικής διαταραχής (Grant & Bélanger, 2017). Συγκεκριμένα, οι έφηβοι αυτοί φαίνεται να εμφανίζουν συμπτώματα όπως απώλεια του ελέγχου της πραγματικότητας, αποπροσωποποίηση, αποπροσανατολισμός, ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις και παρανοϊκός ιδεασμός. Μελέτες, μάλιστα, έχουν δείξει ότι η χρήση κάνναβης κατά την εφηβεία διπλασιάζει τη μετέπειτα πιθανότητα εκδήλωσης ψύχωσης, ενώ η χρόνια χρήση συνδέεται με πρώιμη εκδήλωση των συμπτωμάτων της ψύχωσης, έως και 3 χρόνια νωρίτερα, με την πρώτη νοσηλεία να πραγματοποιείται σε μικρότερη ηλικία και την πιθανότητα υποτροπής να αυξάνεται αισθητά. Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι όσο πιο νωρίς τοποθετείται η έναρξη της χρήσης και όσο μεγαλύτερη η ένταση και η συχνότητά της, αντίστοιχα νωρίτερα πραγματοποιείται η έναρξη της ψύχωσης στο άτομο, με αυξημένο τον αριθμό και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων (Bagot και συν., 2015).

(συνεχίζεται)

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές: Μπορεί να υπάρξει ένας ευτυχισμένος Σίσσυφος;

του Στέλιου Στυλιανίδη

Πηγή: tvxs.gr

Οι εκλογές της 7ης Ιουλίου ανέδειξαν ορισμένα καίρια σημεία τα οποία μπορούν να αποτελέσουν τροφή για σκέψη για τον μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ, για τον αναστοχασμό του ευρύτερου προοδευτικού κεντροαριστερού και αριστερού χώρου, όπως και για τη ρευστότητα που καθορίζει τη στάση ενός μέρους του εκλογικού σώματος σε συνθήκες επικράτησης του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου.

Η Αριστερά, ειδικά μετά τις ήττες της, έχει μια μακρά παράδοση αυτομαστιγώματος, εσωστρέφειας, αναζωπύρωσης εσωκομματικών συγκρούσεων, απόσυρσης από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Σε τελική ανάλυση, υιοθετεί μια αρχετυπική μαζοχιστική θέση. Πρότυπο αυτής της θέσης, μυθολογικά, είναι η προσπάθεια του Σίσσυφου, ο οποίος έχει καταδικαστεί από τους Θεούς να μεταφέρει έναν βράχο στην κορυφή του βουνού και με τη δύση του ήλιου ο βράχος να ξανακυλά στους πρόποδές του. Το ερώτημα για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ είναι μέσα από ποιους όρους θα αξιολογήσει τα αίτια της ήττας του, θα αναλάβει πρωτοβουλίες για την ουσιαστική μετάλλαξή του ως κυρίαρχου πόλου του ευρύτυρου προοδευτικού μετώπου και θα κατανοήσει την ήττα ως μια νέα αρχή αναστοχασμού και δράσης στον αντίποδα της αυτοτιμωρητικής λειτουργίας του Σισσύφου.

Η εξέλιξη του κόσμου, πόσο μάλλον της σκεπτόμενης Αριστεράς, έγκειται στο να μπορεί να συγκροτεί και σε συνθήκες ήττας τη σκέψη και τη δράση της χωρίς να επαναλάβει τις εγγενείς παθογένειες του παρελθόντος της. Είναι η επείγουσα ανάγκη του αναστοχασμού για έναν ευτυχισμένο Σίσσυφο, όπως το είδε ο Αλμπέρ Καμύ.

Πώς μπορούμε να αποτιμήσουμε πολύ συνοπτικά το έργο και το παράδειγμα εξουσίας της κυβερνώσας αριστεράς;

– Στα θετικά πεπραγμένα οφείλουμε καλοπροαίρετα να εκτιμήσουμε το επώδυνο τέλος της αυταπάτης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε συγκρουσιακά να ανατρέψει το νεοφιλελεύθερο δόγμα της ευρωζώνης χωρίς να θέσει τη χώρα σε έναν ακραίο ιστορικό κίνδυνο. Κάθε διαδικασία αποεξιδανίκευσης ενός ισχυρού αριστερού ιδεώδους και απομάγευσης στελεχών και οπαδών από μια “νικηφόρα” επαναστατική διέγερση θα είχε αναπόφευκτα σοβαρές επιπτώσεις. Η αποκόλληση των πιο σκληρών κομματιών (ΛΑΕ, Πλεύση Ελευθερίας και πρόσφατα ΜΕΡΑ 25) αποτελούν φυσική πολιτική συνέπεια μιας διαδικασίας βίαιης αναμέτρησης του ΣΥΡΙΖΑ με την πραγματικότητα.

– Το τέλος της αυταπάτης είχε σαν ουσιαστική και θετική συνέπεια την φιλοευρωπαϊκή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος συμφωνεί, αντικειμενικά, όχι με τον μερκελικό αλλά με τον μακρονικό δρόμο προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση, όπως εύστοχα υποστηρίζει ο Ν. Μουζέλης. Είναι σαφές ότι πολύ πιο εύκολα μπορούν να βρεθούν σύμμαχοι, ακόμη και σε συνθήκες αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων, με την ιδέα μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας και όχι με την ιδέα μιας γερμανοκρατούμενης συνομοσπονδίας. Ο Αλ. Τσίπρας, παρά την αφετηρία του, κατάφερε να γίνει θεσμικός και αξιόπιστος συνομιλητής, με τους αναγκαίους συμβιβασμούς, του ευρωπαϊκού establishment.

– Η συμφωνία των Πρεσπών, παρόλο που η επικοινωνιακή διαχείρισή της ήταν λαθεμένη από την αρχή μέχρι το τέλος, αποστερώντας από τον ΣΥΡΙΖΑ φυσικούς συμμάχους, αποτελεί ένα μεγάλο επίτευγμα υπέρβασης χρόνιων εθνικιστικών αγκυλώσεων και ιδεοληψιών. Αποτελεί επίσης τεκμήριο ραγδαίας αναβάθμισης της γεωπολιτικής θέσης της χώρας.

– Η έμφαση στην ατζέντα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (σύμφωνο συμβίωσης, ταυτότητα φύλου, ιθαγένεια, Θράκη, εκσυγχρονισμός σωφρονιστικού συστήματος) έδωσε τη δυνατότητα νομοθετικής κατοχύρωσης δικαιωμάτων συμπολιτών μας τα οποία θεωρούνταν ταμπού για προηγούμενες κυβερνήσεις.

– Η πολιτική βούληση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν θετική ως προς τη διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού, ιδιαίτερα σε σχέση με πολιτικές κοινωνικής ενσωμάτωσης οικονομικών μεταναστών και ανθρωπιστικής διαχείρισης της κρίσης. Η διοικητική και διαχειριστική ανεπάρκεια του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις καλές προθέσεις και με δεδομένες τις συγκρούσεις με τις εθνικιστικές και ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις, δημιούργησε δυστυχώς ένα κατακερματισμένο, χαοτικό τοπίο με κορύφωση την αναποτελεσματικότητα διαχείρισης των camps και των κονδυλίων, με εμβληματικό τόπο ιδρυματισμού των προσφύγων την Μόρια.

– Η προτεραιότητα στη στήριξη των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων και των ευπαθών ομάδων που χτυπήθηκαν περισσότερο από την κρίση ήταν θετικό βήμα για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης παρά τον κυρίαρχο ανορθολογισμό στην αναδόμηση και τον επανασχεδιασμό του κοινωνικού κράτους στη χώρα. Δυστυχώς, αυτή η αναγκαία στήριξη έγινε κάποιες φορές με όρους πελατειασμού και βραχυπρόθεσμου εκλογικού οφέλους.

Σε σχέση με τα αρνητικά πεπραγμένα οφείλουμε συνοπτικά να σημειώσουμε:

– Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατανόησε ότι ψηφίστηκε κυρίως σαν αντιμνημονιακό και όχι σαν αριστερό κόμμα. Η εγγενής αμιφυθυμία της ηγεσίας του και ιδιαίτερα του Αλέξη Τσίπρα απέναντι στη συνεργασία με τον κατακερματισμένο χώρο της κεντροαριστεράς αλλά κυρίως με το Ποτάμι που το 2015 αποτελούσε εν δυνάμει εταίρο εγκλώβισε τον ΣΥΡΙΖΑ στη συντήρηση της αντιμνημονιακής ταυτότητας και ρητορικής και στη διολίσθηση (με διχαστικό λόγο και εμφυλιοπολεμικά μοτίβα) στην κυβερνητική συνεργασία με το πιο αποκρουστικό πρόσωπο της λακίστικής δεξιάς με φασιστοειδή χαρακτηριστικά (ΑΝΕΛ). Για ένα αριστερό φιλοευρωπαϊκό κόμμα μια τέτοια σύμπραξη, όπως και ο συμβολικός δημόσιος εναγκαλισμός Α. Τσίπρα-Π. Καμμένου τον Σεπτέμβριο 2015, αποτέλεσε έναν βαθύ στιγματισμό και τραύμα.

– Το ύφος και το ήθος της εξουσίας δεν ανταποκρίθηκε στα αρχικά αριστερά προτάγματα και στις ελπίδες της πλειοψηφίας των ψηφοφοφόρων. Δινόταν η εντύπωση ότι η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιλαμβανόταν πόσο απωθητικά για έναν προοδευτικό κόσμο λειτουργούσαν η αυταρέσκεια, η εριστικότητα, η αλαζονεία, η δήθεν αυτάρκεια, το έλλειμμα ενσυναίσθησης και ο κυνισμός που απέπνεαν δηλώσεις και κραυγές εμβληματικών στελεχών. Ο “πολλακισμός” ήταν απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Το φαινόμενο αυτό ανατροφοδοτούσε η συνειδητή ανοχή του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ. Μια από τις πιο αρνητικές στιγμές της κυβέρνησης ήταν η επικοινωνιακή διαχείριση της εθνικής τραγωδίας στο Μάτι. Ως προς αυτό, δεν χρειάζονται περισσότερα λόγια γιατί το εθνικό πένθος είναι βαρύ και όλοι θυμόμαστε.

– Η υποβάθμιση της ατζέντας της καθημερινότητας των πολιτών και της ποιότητας ζωής, λόγω μιας μνημειώδους διαχειριστικής ανεπάρκειας στην αντιμετώπιση πρακτικών προβλημάτων, συνέβαλαν καθοριστικά στη διόγκωση της δυσαρέσκειας που εκφράστηκε και εκλογικά.

– Η ιδεολογική καθήλωση σε μια χρηστική αντίληψη των αστικών θεσμών είχε σαν αποτέλεσμα μια αντιθεσμική λειτουργία στελεχών της κυβέρνησης με αιχμή του δόρατος άστοχες και διχαστικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα στον χώρο της Δικαιοσύνης. Το φιάσκο στο οποίο κατέληξε η έκβαση ενός υπαρκτού και τεράστιου σκανδάλου στον χώρο της υγείας (υπόθεση Novartis) ήταν πολύ χαρακτηριστικό της επιπολαιότητας, της λαϊκίστικής αντίληψης και της ιδεοληψίας απέναντι στη θεσμική λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο καταγγελτικός και συγκρουσιακός λόγος χωρίς δικαστική τεκμηρίωση αποξένωσε ένα ακόμη σημαντικό προοδευτικό ακροατήριο.

– Η λαϊκίστικη πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ στα θέματα μέσης εκπαίδευσης και κυρίως ΑΕΙ (συγχωνεύσεις ΤΕΙ-ΑΕΙ που σε μεγάλο βαθμό υπήρξαν άστοχες και με ανεπαρκή τεχνική προετοιμασία, ίδρυση νέων σχολών χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της πανεπιστημιακής κοινότητας και χωρίς υποδομές) ενίσχυσε έναν σκληρό αντιπολιτευτικό λόγο απέναντι σε μια σειρά διακηρύξεων καλών προθέσεων. Η ταύτιση του ΣΥΡΙΖΑ με την αντιαριστεία και την αναξιοκρατία από τους πολιτικούς του αντιπάλους υπήρξε καταλυτική.

– Η ατζέντα της ασφάλειας αποτέλεσε ένα άλλο διφορούμενο στοιχείο της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ με σημείο αιχμής την ανοχή σε δράσεις αναρχοαυτόνομων ομάδων, τόσο στην κοινότητα όσο και στα ΑΕΙ, και την υποβάθμιση της ανάγκης ασφάλειας των πολιτών στις συνοικίες. Με ευθύνη και του ΣΥΡΙΖΑ τροφοδοτήθηκε μια άγρια σπέκουλα για ανοχή στην ανομία ως χαρακτηριστικό της ιδεολογίας της Αριστεράς.

– Το επικοινωνιακό έλλειμμα της αντικειμενικής προβολής της κυβερνητικής πολιτικής ήταν κραυγαλέο. Ο τρόπος λειτουργίας των δημόσιων μέσων ενημέρωσης ήταν εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου με αποτέλεσμα να εκτίθεται η κυβέρνηση και να δώσει στα αντίπαλα ΜΜΕ μια τρομακτική υπεροπλία.

– Ο χώρος της υγείας, που θα μπορούσε να αποτελέσει προνομιακό πεδίο της Αριστεράς για καινοτόμες δράσεις σε περίοδο κρίσης (δίκτυα αλληλεγγύης και αναβάθμιση του δημόσιου συστήματος υγείας με συμμαχίες με δυνάμεις στον προοδευτικό χώρο που είχαν ιστορικό καλών πρακτικών σε τοπικό και διεθνές επίπεδο) συρρικνώθηκε δυστυχώς σε μια διοικητικά έωλη και δυσλειτουργική μεταρρύθμιση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Η κάλυψη των 2,5 εκ ανασφάλιστων πολιτών, που έγινε με αποφασιστικό τρόπο, δεν ενσωματώθηκε σε ένα ολιστικό συνεκτικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο που να περιλαμβάνει και άλλους κρίσιμους τομείς όπως πρόληψη, προαγωγή υγείας και ψυχικής υγείας, ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, αναβάθμιση της πολιτικής απέναντι στις εξαρτήσεις. Αυτές είναι θεσμικές δράσεις που δεν έχουν a priori δημοσιονομικό κόστος αλλά απαιτούν τεχνοκρατική επάρκεια, μεταρρυθμιστική κουλτούρα και ισχυρή πολιτική βούληση.
 
Οι όροι του μετασχηματισμού για έναν σύγχρονο προοδευτικό πόλο
 
– Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και ιδιαίτερα ο πρόεδρός του, ο οποίος αποτελεί το αδιαμφισβήτητο πολιτικό κεφάλαιο της κυβερνώσας Αριστεράς, πρέπει να αποφασίσει οριστικά, χωρίς αμφιθυμία και υποσημειώσεις, αν θα εργαστεί προς τη συγκρότηση μιας στρατηγικής συμμαχίας μεταξύ σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής φιλοευρωπαϊκής Αριστεράς. Είναι σαφές ότι οι δύο χώροι έχουν ιστορικά και παραδοσιακά μια μακρά διαδρομή ανταγωνιστικής και συγκρουσιακής σχέσης. Είναι επίσης ακριβές ότι η στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά με την υιοθέτηση αρχών και πρακτικών του νεοφιλελευθερισμού έχει πλέον ένα αρνητικό ευρωπαϊκό προηγούμενο και βρίσκεται σε πλήρη ρήξη με την χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας (1945-1975).

– Το άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ προς τον σοσιαλδημοκρατικό χώρο και η συγκρότηση της προοδευτικής συμμαχίας έγινε καθυστερημένα, χωρίς επαρκή προετοιμασία, χωρίς ουσιαστική πολιτική ζύμωση και με αρκετά στελέχη του παλαιοκομματικού ΠΑΣΟΚ σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Συνεπώς, δεν σηματοδοτήθηκε στο φαντασιακό των προοδευτικών ψηφοφόρων ένα αυθεντικό άνοιγμα όσμωσης των δύο αυτών χώρων και η απομόνωση του ΚΙΝΑΛ και του ακραίου κέντρου σε ρόλο ουραγών του κεντρώου ανοίγματος του Κυρ. Μητσοτάκη.

– Το 31,5% που κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές μπορεί να αποτελέσει μια καλή αφετηρία για τη συγκρότηση μιας νέας προοδευτικής παράταξης αλλά ταυτόχρονα και παγίδα σε μια αυτάρεσκη επανάληψη της ριζοσπαστικής καθαρότητας του ΣΥΡΙΖΑ του 3%.

– Το άνοιγμα σε νέα στελέχη της κεντροαριστεράς και σε ανένταχτους της ανανεωτικής αριστεράς, με ηθική και τεχνική ανεπάρκεια, με αναγνωρισιμότητα στον κοινωνικό και αυτοδιοικητικό χώρο, πρέπει να γίνει χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς οργανωτικούς αποκλεισμούς και χωρίς επιβολή μιας ανιστορικής κομματικής επετηρίδας.

– Η τελική οργανωτική μορφή που θα πάρει ένα ιδρυτικό συνέδριο του προοδευτικού αυτού χώρου πρέπει να αποτελέσει πρωταρχικό καθήκον του Αλέξη Τσίπρα χωρίς ίχνος ταλαντεύσεων, δισταγμών και υπαρξιακής αγωνίας διατήρησης εσωκομματικών συσχετισμών οι οποίοι έχουν ξεπεραστεί ιστορικά. Η υπέρβαση προς το καινούργιο και η αναζήτηση μιας νέας κοινωνικής ηγεμονίας του προοδευτικού χώρου, κατά Γκράμσι, δεν μπορεί να γίνει χωρίς πολιτικό, ψυχικό, ακόμη και συναισθηματικό κόστος απέναντι σε ιστορικούς δεσμούς και καθηλώσεις.

– Μια σύγχρονη ατζέντα ευρωπαϊκής Αριστεράς πρέπει να περιλάβει ουσιαστικές επεξεργασίες και όχι απλές ρητορικές αναφορές σε μείζονα ζητήματα του μέλλοντος: Επιπτώσεις κλιματικής αλλαγής, δημογραφικό πρόβλημα, μεταναστευτικό-προσφυγικό όχι ως επείγον αλλά ως γεωπολιτική σταθερά, κοινωνική οικονομία, χρήση νέων τεχνολογιών, τεχνητή νοημοσύνη, ζητήματα απανθρωποποίησης-αποσυναισθηματοποίησης των ανθρώπινων σχέσεων και των κοινωνικών δεσμών, υλικότητα των δικαιωμάτων μέσα από την εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών. Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι δομικά ανήθικος μέσα από το δόγμα του “ανάπτυξη ή θάνατος”. Μια αριστερή αντίληψη για μια οικολογική κοινωνία προϋποθέτει όχι μόνιο την ανατροπή των μηχανισμών που οδηγούν στην καταστροφή της φύσης αλλά και των μηχανισμών που υπονομεύουν την ίδια την κοινωνική ζωή μέσα από την θεοποίηση του κέρδους.

– Η σύγκλιση τεχνοκρατικής γνώσης, επιστημονικής επάρκειας και αριστερής μεταρρυθμιστικής ατζέντας πρέπει να αποτελέσει το μελλοντικό προνομιακό πεδίο της Αριστεράς στην προσέλκυση νέων στελεχών και ομάδων με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με τα παλαιά κομματικά πρότυπα.

– Η συγκρότηση ατζέντας μεταρρυθμίσεων με προοδευτικό πρόσημο οφείλει να συνδυαστεί με την αποτελεσματική λειτουργία των θεσμών προς όφελος των πολλών και όχι προς όφελος της ιδεοληπτικής συγκρουσιακότητας της Αριστεράς. —Δεν είναι ντροπή ή στίγμα για την Αριστερά να μαθαίνει από τα επιτεύγματα και τις καλές πρακτικές της φιλελεύθερης παράταξης, όπως πχ, τεχνικές σύγχρονου μάνατζμεντ, λογοδοσίας, αξιολόγησης, στοχοθέτησης, εκτέλεσης επιχειρησιακών σχεδίων, ακρόασης των αναγκών της αγοράς και της καθημερινότητας του πολίτη, ταχύτητα στην παρέμβαση.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έλεγε ότι «η ουτοπία του σήμερα είναι η αλήθεια του αύριο». Η Αριστερά, όπως και ο άνθρωπος που ψάχνει διαρκώς το νόημα σαν τον Σίσσυφο, όχι αυτοτιμωρητικά αλλά ωθούμενος από ένα αόρατο ηθικό πρόταγμα, δεν μπορεί να είναι αυτάρκης χωρίς ελλείψεις, αδυναμίες, κενά, σαν ένας απλός καταναλωτής προϊόντων και σχέσεων. Αυτές οι ελλείψεις πρέπει να αποτελέσουν την αφετηρία για τη δημιουργία μιας νέας νοηματοδότησης προσπαθώντας να συναντήσουμε τον εαυτό μας και τον άλλο απέναντι στην αλλοτριωτική δύναμη των ναρκισσισμών της κάθε εξουσίας αλλά και της ασυνείδητης ενίσχυσης του δικού μας μεγαλειώδους εαυτού.

Ισως έτσι αποκτά νόημα η διατύπωση του Αντόνιο Γκράμσι ότι «ηγεμονία είναι όταν ο εκμεταλλευόμενος βρίσκει την ευτυχία στην εκμετάλλευση». Η ανατροπή αυτής της ηγεμονίας μπορεί να είναι και το μελλοντικό πρόταγμα μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Mare nostrum

του Στέλιου Στυλιανίδη

*Αναδημοσίευση άρθρου από το news247.

Mare nostrum: Η θάλασσά μας

Η ιστορία είναι γνωστή:

Η Carola Rakete, η Γερμανίδα καπετάνιος του Sea-Watch 3, πλοίο μιας γερμανικής Μ.Κ.Ο., διέσωσε στα ανοιχτά της Λιβύης 53 άτομα σε μια άθλια φουσκωτή βάρκα, που προσπαθούσαν να διασχίσουν την απόσταση μεταξύ Λιβύης και ιταλικών ακτών. Τα άτομα αυτά, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, βρίσκονταν σε άθλιες συνθήκες, τόσο υγειονομικές όσο και ψυχολογικές.

Σύμφωνα με την αφήγηση της ίδιας της Rakete και μελών του πληρώματος, μερικά από αυτά τα άτομα, σε συνθήκες ψυχολογικής κατάρρευσης, απειλούσαν με αυτοκτονία. Η Carola Rakete, 31 ετών και πρώην ακτιβίστρια της Greenpeace, τα τελευταία 3 χρόνια οδηγεί το Sea-Watch 3, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης του προσφυγικού – μεταναστευτικού προβλήματος, που αναγκάζει εξαθλιωμένους ανθρώπους να προσπαθούν να αποδράσουν από ένα χώρο μη επιστροφής, τις κατεστραμμένες οικονομικά και κοινωνικά χώρες τους.

Σύμφωνα με το πλήρωμα, η Rakete αναγκάστηκε να μπει στα ιταλικά νερά για να εγγυηθεί την ασφάλεια των προσφύγων, γνωρίζοντας πολύ καλά την εντολή του Salvini να κλείσει τα λιμάνια της Ιταλίας κι επομένως κάθε δυνατότητα πρόσβασης στη χώρα. Το Sea-Watch 3 περίμενε για 2 εβδομάδες, προκειμένου να δοθεί άδεια από τις ιταλικές αρχές να ελλιμενιστεί σε κάποιο λιμάνι. Η άδεια δεν ήρθε ποτέ και η κατάσταση πάνω στο πλοίο ήταν, σύμφωνα με μαρτυρίες του πληρώματος, παραπάνω από φρικτή. Τότε η Rakete πήρε την απόφαση να διακινδυνεύσει να μπει στο λιμάνι της Lampedusa, αγνοώντας συνειδητά την απαγόρευση του Salvini και των ιταλικών αρχών για τη διάσωση αυτών των ανθρώπων.

Το δίλημμα ήταν ξεκάθαρο και πανάρχαιο: πρώτα ο ανθρώπινος νόμος και μετά η εξουσία. Στην προσπάθειά της να ελλιμενιστεί στη Lampedusa, εμποδίστηκε από ένα πλοίο του ιταλικού λιμενικού και η ίδια με έναν παράτολμο χειρισμό πλεύρισε το πλοίο στο λιμάνι, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις της ιταλικής λιμενοφυλακής. Η Rakete συνελήφθη και κινδυνεύει με 10 χρόνια φυλάκιση για αντίσταση και δημιουργία συνθηκών κινδύνου στις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις. Ο Salvini προειδοποίησε: «Θα χρησιμοποιήσουμε κάθε νόμιμο μέσο για να σταματήσουμε το παράνομο πλοίο που θέτει σε κίνδυνο δεκάδες μετανάστες για να κάνει ένα βρόμικο πολιτικό παιχνίδι. Θα πάνε φυλακή όλοι αυτοί που κινδύνεψαν να σκοτώσουν Ιταλούς στρατιωτικούς». Ταυτόχρονα, δήλωσε ότι λυπάται για όλους τους αριστερούς συνενόχους αυτής της «εγκληματικής πράξης».

Στην προσέγγιση του Sea-Watch 3, πολλοί προοδευτικοί πολίτες ξέσπασαν σε χειροκροτήματα υπέρ της Rakete, ενώ άλλοι, οπαδοί του Salvini και οπαδοί του δόγματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας για mare nostrum, ξέσπασαν σε απειλές: «Χειροπέδες. Ντροπή. Ελπίζουμε να σε βιάσουν οι Νέγροι που μετέφερες».

Η θαρραλέα πράξη της Γερμανίδας ακτιβίστριας έχει ενεργοποιήσει στη Γερμανία και στην Ιταλία ένα τεράστιο κίνημα υποστήριξης των προοδευτικών πολιτών και αφύπνισης της κοινωνικής γνώμης με πρώτο στόχο την αντιμετώπιση των δικαστικών εξόδων για τη νομική προστασία της. Η θαρραλέα αυτή πράξη αλληλεγγύης και ανθρωπισμού. Η Rakete δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να ακολουθήσει το διεθνές ναυτικό δίκαιο, το οποίο υπαγορεύει ότι ένα πλοίο έχει καθήκον να διασώζει ναυαγούς και να βρίσκει καταφύγιο στο εγγύτερο λιμάνι.

Αλλά ο Salvini γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του τις διεθνείς συνθήκες και εφαρμόζει το δίκαιο της κυριαρχίας ενός συνεπούς εθνικιστή φασίστα. Το δίκαιο του ισχυρού και του mare nostrum, ελπίζοντας ότι θα συσπειρώσει ακόμη περισσότερο το εκλογικό σώμα απέναντι στις απειλές των προσφύγων, στην ανεπάρκεια και αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και την ανικανότητα της ιταλικής και ευρωπαϊκής αριστεράς να δώσει πειστικές απαντήσεις σε ένα φαινόμενο όπως το μεταναστευτικό – προσφυγικό, το οποίο μόνο επείγον δεν μπορεί να χαρακτηριστεί (βλ. news247 – Το ψευδές «επείγον» του προσφυγικού).

Ο Salvini στηρίζει την αυταρχική του πολιτική και το αυξανόμενο πολιτικό του κεφάλαιο σε πραγματικά γεγονότα: ότι η Ιταλία, μαζί με την Ελλάδα, αφέθηκαν για καιρό μόνες στην πρώτη γραμμή της κρίσης για την αντιμετώπιση των προσφύγων στη Μεσόγειο. Υποδέχθηκε έναν αριθμό προσφύγων συντριπτικά ανώτερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Η απελπισία που προήλθε από αυτήν την άνιση μεταχείριση της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξηγεί εν μέρει και την εκλογική νίκη του Salvini, όπως και την ενίσχυση των άλλων ακροδεξιών και εθνικιστικών δυνάμεων που απειλούν τη συνοχή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Όλο αυτό θα έπρεπε να αφυπνίσει άμεσα από το λήθαργο τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να επεξεργαστούν, για τα επόμενα χρόνια, μια κοινή πολιτική ανθρωπισμού, συνοχής και κοινωνικής ενσωμάτωσης μεταναστών που πληρούν τα κριτήρια για κάτι τέτοιο.

Είμαστε αντίθετοι στην υποδοχή κάθε οικονομικού μετανάστη αδιαφοροποίητα, και στη μη εγκαθίδρυση κανόνων. Ωστόσο, πρέπει να βάλουμε ένα τέλος σε αυτό το έγκλημα αδιαφορίας, που άφησε εδώ και 4 χρόνια 18.000 άτομα να πνιγούν στα νερά της mare nostrum. Θυμίζουμε πόσο απελπιστικά μικροί είναι οι ρυθμοί αποδοχής των αιτούντων άσυλο και πόσο δραματικά έχει μειωθεί η προσέλευση παράνομων μεταναστών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο βαθμό που άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Τουρκία, ο Λίβανος, η Αίγυπτος, η Τυνησία, απορροφούν πολύ μεγάλους αριθμούς προσφύγων σε σχέση με τον πληθυσμό τους.

Η λύση δεν μπορεί να είναι η ανάπτυξη νέων, μεγαλύτερων camps και η αναπαραγωγή ενός ιδρυματισμού και ενός πλήρους αδιεξόδου για ανθρώπους που δεν θέλουν να μείνουν στη χώρα μας. Η ανεπάρκεια διαχείρισης του προβλήματος της απερχόμενης κυβέρνησης, οι μπίζνες μέσω ανεξέλεγκτων Μ.Κ.Ο. στην πλάτη απελπισμένων ανθρώπων, δεν πρέπει να μας οδηγήσουν στην υιοθέτηση συστημάτων όπως «πρώτα η ασφάλεια» για να αντιμετωπίσουμε ένα μόνιμο γεωπολιτικό, κοινωνικό και ανθρωπιστικό πρόβλημα.

Η δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη της 11/06/2013 στο ραδιόφωνο Marconi 96,1 του Βόλου «Να δυσκολέψουμε τη ζωή των μεταναστών για να φύγουν από τη χώρα μας» ίσως έρχεται σε μια ιδιόμορφη συνήχηση με την πρόσφατη εκπαραθύρωση της Αρμένισσας φροντίστριας μιας ηλικιωμένης γυναίκας στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας, υπό την απειλή της σύλληψής της.

Ελπίζουμε, λοιπόν, ότι η επιστροφή στην «κανονικότητα», μετά τις εκλογές, να μη συμπεριλαμβάνει και τη ρήξη κάθε μορφής κοινωνικής αλληλεγγύης και φροντίδας στους σύγχρονους «κολασμένους της γης».

«Απαρατήρητοι»: ένα βιβλίο για τους αντιήρωες της καθημερινότητας

«Απαρατήρητοι»: Οι αντιήρωες της καθημερινότητας στο βιβλίο της Αγγελικής Σπανού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

Πηγή: Athens Voice

Είναι οι ηττημένοι της εποχής, κομμάτι του σύγχρονου προλεταριάτου, οι αντιήρωες της καθημερινότητας. Η ταμίας στο σούπερμάρκετ, η κυρία στα διόδια, ο ντελιβεράς, ο τραυματιοφορέας, ο θυρωρός, η ταξιθέτρια, η τηλεφωνήτρια, η οδοκαθαρίστρια, ο παρκαδόρος, ο δικαστικός κλητήρας. Ούτε καν άνεργοι  – για να προκαλούν οίκτο.

Στην πολιτική δεν μιλούμε για αυτούς. Δεν ανήκουν στην εκλογικά ελκυστική και κατά τα λοιπά απροσδιόριστη μεσαία τάξη, δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι, δεν είναι συνταξιούχοι, δεν είναι άνεργοι, δεν είναι καινοτόμοι επιχειρηματίες. Δεν είναι target group κανενός κόμματος ή focus group εταιρειών δημοσκοπήσεων. Δεν ασχολούνται μαζί τους οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ούτε επαγγελματίες του προοδευτισμού. Στη ζωή δε μιλούμε για αυτούς. Η δουλειά τους δε φαίνεται, τα λόγια των ιδίων είναι μετρημένα, η παρουσία τους δε μας εντυπωσιάζει. Περνούν απαρατήρητοι.

Η Αγγελική Σπανού όμως τους είδε και τους ένοιωσε. Πώς να είναι άραγε ένα βιβλίο για τους Απαρατήρητους από μια γυναίκα που χρόνια τώρα γράφει και μιλά για τους πλέον Παρατηρήσιμους; Θα είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα εντυπωσιάσει όσους δεν τη γνωρίζουν. Η εικόνα της σκληρής δημοσιογράφου που δυσκολεύει και ενίοτε σαρκάζει τους πολιτικούς συνομιλητές της δεν ταιριάζει στη συναισθηματική ένταση που δημιουργεί το αντικείμενο και η γραφή του βιβλίου. Όμως όσοι τη γνωρίζουν, δεν εντυπωσιάζονται. Η προσωπική της πραγματικότητα είναι αυτό το βιβλίο: ευαισθησία, εντιμότητα, έγνοια για τους άλλους, δυνατότητα ερμηνείας συμπεριφορών και κατανόησης των γκρίζων σημείων του ανθρώπινου ψυχισμού.

Ο αναγνώστης μέσα μου βλέπει στους «Απαρατήρητους» ολοκληρωμένους χαρακτήρες, ενδιαφέροντα νοήματα, την τοιχογραφία μιας εποχής. Ο αναγνώστης μέσα μου διαβάζει λογοτεχνία, όχι συνεντεύξεις ή ρεπορτάζ. Λογοτεχνία έτοιμη να πάρει τη μορφή μιας ταινίας ή ενός ντοκιμαντέρ. Με ολοκληρωμένους πρωταγωνιστές. Υπερχρεωμένους, αποκαμωμένους από τα σκληρά ωράρια, τσακισμένους από την έλλειψη προοπτικής και την ίδια ώρα ερωτευμένους, παθιασμένους, να φλερτάρουν και να απατούν τον σύντροφό τους. Να κάνουν ό,τι όλοι μας στην πραγματική ζωή. 

Ο δημοσκόπος μέσα μου βλέπει στους «Απαρατήρητους» τους ανθρώπους πίσω από τα νούμερα με τα οποία προσπαθώ να αποτυπώσω την πολιτική δυναμική. Ο (προσφάτως) πολιτικά ενεργοποιημένος και υποψήφιος εκλογών μέσα μου βλέπει στους «Απαρατήρητους» βιοπαλαιστές ξεχασμένους από το σύστημα που κραυγάζουν σιωπηλά για τη μοίρα των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα που είναι εγκλωβισμένοι σε χαμηλές αμοιβές, σκληρές συνθήκες και έλλειψη αναγνώρισης.

Οι δέκα «Απαρατήρητοι» της Αγγελικής Σπανού βγήκαν από την αφάνεια. Ας τους δούμε και ας τους νοιώσουμε και εμείς.

Εκπομπή για τις υποθέσεις των τελευταίων παιδοκτονιών (Χαλάνδρι, Νέος Κόσμος).

Από την εκπομπή «Όσα έφερε η μέρα» της Μαρίας Χούκλη, τη Δευτέρα 08/04/2019, στο ραδιοφωνικό σταθμό Αθήνα 98,4. LINK

Ψυχοθεραπείες στην Ελλάδα σήμερα: Ποιοι, με ποια εκπαίδευση, για ποιες ανάγκες;

Για να ανοίξει ένας δημόσιος διάλογος πέραν των «ναρκισσισμών των μικρών διαφορών» μεταξύ των επαγγελματιών

Πηγή: Athens Voice

O Στέλιος Στυλιανίδης, Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής Παντείου Παν/μίου, ψυχαναλυτής, ομαδικός αναλυτής, και η Ιωάννα Κουστένη Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια, Διδάκτωρ Κλινικής Ψυχολογίας, Επιστ. Συνεργάτης Τμ. Ψυχολογίας Παντείου Παν/μίου & Ελλ. Ανοικτού Παν/μίου, γράφουν για την ψυχοθεραπεία στην Ελλάδα.
______________________________________________________________________________

Με αφορμή την είδηση για ίδρυση νέων τμημάτων Ψυχολογίας οι προβληματισμοί της πανεπιστημιακής κοινότητας για το μέλλον της ψυχολογίας στην Ελλάδα εντείνονται

Ποιοι ασκούν το επάγγελμα του/της ψυχοθεραπευτή/τριας στη χώρα μας, με ποια εκπαίδευση και τεκμηρίωση της πρακτικής τους, σε ποιες ανάγκες ψυχικής υγείας απευθύνονται, ποια είναι τα διεθνή standards επαρκούς εκπαίδευσης και κλινικής εποπτείας των νέων ψυχοθεραπευτών (ψυχολόγων κυρίως, ψυχιάτρων, άλλων επαγγελματιών ψυχικής υγείας), πώς είναι δυνατόν να διατηρείται ένα στρεβλό καθεστώς χορήγησης άδειας άσκησης επαγγέλματος σε αποφοίτους σχολών ψυχολογίας σε πλήρη αντίθεση με τις ισχύουσες πρακτικές εκπαίδευσης και αξιολόγησης στις προηγμένες χώρες, ενώ παράλληλα μπορεί να ασκήσει ψυχοθεραπευτική πρακτική οποιοσδήποτε ολοκληρώσει μια ιδιωτική ολιγόχρονη εκπαίδευση; 

Πράγματι, το νεφέλωμα των ψυχοθεραπειών σε διεθνές επίπεδο είναι πολύπλοκο, αντιφατικό και συχνά συγχυτικό για το ευρύ κοινό. Τα 4 μεγάλα θεωρητικά-κλινικά ρεύματα και σχολές (ψυχαναλυτικό-ψυχοδυναμικό, συστημικό-οικογενειακής θεραπείας, συμπεριφορικό-γνωσιακό, ανθρωπιστικό-προσωποκεντρικό) διαθέτουν δομημένες επιστημονικές εταιρείες, διεθνείς και τοπικές, με συγκεκριμένα πρότυπα και διαδικασίες εκπαίδευσης και εποπτείας παρά τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις τους.

Παράλληλα, φαίνεται να έχουν αναπτυχθεί με βάση τις ανάγκες της «Ψ» αγοράς, εκατοντάδες «νέες» ψυχοθεραπευτικές τεχνικές και «σχολές» όπου συχνά χρησιμοποιούνται μη επιστημονικές, εναλλακτικές τεχνικές για να απαντήσουν στην ψυχική οδύνη. Από την επαγγελματική και θεσμική εμπειρία μας έχουμε παρατηρήσει πολυάριθμες περιπτώσεις σοβαρών ψυχιατρικών περιστατικών (σχιζοφρένεια, άλλες ψυχωτικές διαταραχές, κ.λ.π.) τα οποία στα χέρια άπειρων και ανεκπαίδευτων ψυχοθεραπευτών παρουσίασαν σοβαρές υποτροπές λόγω ελλιπούς κλινικής αξιολόγησης και συνεπώς ανεπαρκούς πρότασης στον ασθενή και στην οικογένειά του συγκροτημένου σχεδίου εξατομικευμένης φροντίδας.

Με αυτό το αναγκαστικά περιορισμένο σημείωμα, θέλουμε να ανοίξουμε έναν δημόσιο διάλογο σχετικά με αυτά τα κρίσιμα κοινωνικά και θεραπευτικά προβλήματα, πέραν των «ναρκισσισμών των μικρών διαφορών» μεταξύ των επαγγελματιών, οι οποίες δυστυχώς συχνά συσκοτίζουν τα ουσιώδη ζητήματα επαρκών ψυχοθεραπευτικών απαντήσεων σε πολύπλοκα αιτήματα ψυχοπαθολογίας και δημόσιας υγείας.

Με αφορμή την είδηση για ίδρυση νέων πανεπιστημιακών τμημάτων Ψυχολογίας οι προβληματισμοί της πανεπιστημιακής κοινότητας για το μέλλον της ψυχολογίας στην Ελλάδα εντείνονται. Υπάρχουν πολλά σημεία ανησυχίας, κάποια εκ των οποίων δυστυχώς δεν συνιστούν καινούργια δεδομένα. Συγκεκριμένα: ο τεράστιος αριθμός των εισακτέων φοιτητών ετησίως είναι δυσβάστακτος και δυσανάλογος, τόσο για τις δυνατότητες των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων να ανταποκριθούν, αλλά κυρίως για την ίδια τη δυνατότητα ποιοτικής (μετ)εκπαίδευσης των πτυχιούχων ψυχολόγων. Υπάρχει ένδεια επιστημονικών μέσων (λ.χ. εργαστήρια με κατάλληλο εξοπλισμό) για την επαρκή εκπαίδευση των φοιτητών.

Επιπλέον, οι δυσκολίες σύνδεσης των πανεπιστημίων με κέντρα πρακτικής άσκησης είναι πλέον σημαντικές, όπως είναι και η απουσία στήριξης προς την ανάπτυξη μεταπτυχιακών προγραμμάτων εξειδίκευσης, τη στιγμή που και οι δύο πρακτικές είναι θεμελιώδεις για την κλινική επάρκεια των νέων επαγγελματιών. Επιπρόσθετα, ο συνδυασμός του πλήθους αποφοίτων ψυχολόγων με την απουσία μελετών που να καταδεικνύουν τις πραγματικές ανάγκες στελέχωσης υπηρεσιών με επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ενδεχομένως θα οδηγήσει στην υπερπληθώρα προσφοράς αμφιβόλου ποιότητας υπηρεσιών στο δημόσιο και ιδιωτικό πεδίο.

Πολλά από τα ανωτέρω σημειώνονται, μεταξύ άλλων, σε σχετική επιστολή που υπέγραψαν οι πρόεδροι των τμημάτων ψυχολογίας προς τον υπουργό Παιδείας μετά την πληροφόρηση για την επικείμενη ίδρυση νέων τμημάτων. Διαχρονικά, η φτωχή και συχνά προσχηματική συνεργασία ακαδημαϊκών και πολιτείας, και η συνακόλουθη έλλειψη συναινετικών αποφάσεων φαίνεται να συνεισφέρουν στην παραγωγή στρατιάς άνεργων και ανεκπαίδευτων ψυχολόγων, κάτι που πιθανόν σημαίνει εξίσωση των standards εκπαίδευσης προς τα κάτω.

Είναι θέμα εκπαιδευτικό, ηθικό, επιστημονικό, οικονομικό αλλά και δημόσιας υγείας στο οποίο δεν μπορούμε να σιωπήσουμε, τουλάχιστον όσοι προσφέρουμε διδακτικό έργο σε φοιτητές ή/και ψυχολογικές υπηρεσίες στο ευρύ κοινό. Σιωπώντας, ενισχύουμε τον ανεξέλεγκτο αστερισμό των ιδιωτικών εταιριών, πολλές εκ των οποίων χωρίς κριτήρια πιστοποίησης και αξιολόγησης είναι δυνατόν να εκμεταλλεύονται την επαγγελματική επισφάλεια και αγωνία των υποψηφίων σπουδαστών τους. Σιωπώντας, μέσα σε ένα πλαίσιο ιδιότυπης omerta του Ψ χώρου, συνεισφέρουμε στον κίνδυνο που διατρέχει η δημόσια υγεία στα χέρια ανειδίκευτων επαγγελματιών.

Η χορήγηση άδειας επαγγέλματος στους ανειδίκευτους πτυχιούχους ψυχολόγους, δεν συνάδει με την ποιοτική παροχή υπηρεσιών και την προστασία της δημόσιας υγείας, χωρίς την απαίτηση περαιτέρω μεταπτυχιακής ή και διδακτορικής εξειδίκευσης και ολοκλήρωσης εκατοντάδων ωρών πρακτικής άσκησης με εποπτεία και προσωπική θεραπεία (όπως συμβαίνει σε χώρες του εξωτερικού). Η πολυετής εξειδίκευση σε κάποια επιστημονικά τεκμηριωμένη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση –ψυχαναλυτική, γνωστική-συμπεριφοριστική, συστημική, προσωποκεντρική κλπ.– είναι απαραίτητη για όσους ενδιαφέρονται για την κλινική άσκηση του επαγγέλματος και αυτή τη στιγμή αποτελεί μία επικερδή ιδιωτική πρωτοβουλία χωρίς ιδιαίτερο ποιοτικό έλεγχο από αδιάβλητου κύρους δημόσιους επιστημονικούς θεσμούς.

Oι συνθήκες πανεπιστημιακής και ιδιωτικής εκπαίδευσης που ισχύουν σήμερα στην Ελλάδα σχετικά με την εκπαίδευση ψυχολόγων και ψυχοθεραπευτών δεν είναι επαρκείς και συναφείς με την έννοια της επιστημονικής τεκμηρίωσης της κλινικής άσκησης του επαγγέλματος

Ευθύνη μας ως επαγγελματίες είναι να προσφέρουμε υπηρεσίες επιστημονικού χαρακτήρα με γνώμονα το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και τον σεβασμό για τους πολίτες που ζητούν τη βοήθειά μας. Είναι βέβαιο πως οι συνθήκες πανεπιστημιακής και ιδιωτικής εκπαίδευσης που ισχύουν σήμερα στην Ελλάδα σχετικά με την εκπαίδευση ψυχολόγων και ψυχοθεραπευτών δεν είναι επαρκείς και συναφείς με την έννοια της επιστημονικής τεκμηρίωσης της κλινικής άσκησης του επαγγέλματος, τομέας που έχει μελετηθεί εκτενώς από την υπογράφουσα.

Παράλληλα, σε ερευνητικό έργο που βρίσκεται αυτή την περίοδο σε εξέλιξη υπό την εποπτεία μας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έχουμε ενδείξεις πως τα κριτήρια του τρόπου εκπαίδευσης των νέων ψυχοθεραπευτών στην Ελλάδα διαφέρουν σε επικίνδυνο βαθμό. Οι ίδιοι οι επαγγελματίες προβληματίζονται για την εξέλιξη του κλάδου στην Ελλάδα. Καθώς δεν υπάρχει νομική κατοχύρωση του επαγγέλματος (γεγονός που ισχύει και για χώρες όπως η Μ. Βρετανία), η επαγγελματική ταυτότητα των ψυχοθεραπευτών είναι αδιαμόρφωτη, χωρίς διακριτά όρια και νεφελώδης, κάτι που σημειώνουν οι συμμετέχοντες στην έρευνα.

Παγκοσμίως, η χρήση του όρου «ψυχολογία» και «ψυχοθεραπεία» σε συνδυασμό με αμφιβόλου προέλευσης και αποτελεσματικότητας πρακτικές, που δεν έχουν καμία σχέση με το επιστημονικό πεδίο της ψυχικής υγείας, είναι ανησυχητική και σε ορισμένες χώρες (όπως η Αυστρία) παράνομη. Επιπλέον, τα κριτήρια επιλογής των μελλοντικών ψυχοθεραπευτών φαίνεται πως είναι εξαιρετικά ετερογενή και βασίζονται επιλεκτικά και κατά περίπτωση τόσο σε αντικειμενικά δεδομένα (όπως η ακαδημαϊκή κατάρτιση) όσο σε και υποκειμενικές κρίσεις σχετικά με την προσωπικότητα των ενδιαφερόμενων. Σημειώνουμε, πως η συστηματική αξιολόγηση των προγραμμάτων εκπαίδευσης επαγγελματιών σύμφωνα με τεκμηριωμένα πρότυπα, φαίνεται να είναι επίσης απούσα, δημιουργώντας γκρίζες ζώνες ως προς την ποιότητα της εκπαίδευσης και το επίπεδο των ανθρώπων που θα λάβουν την καθόλα βαρύνουσα ταυτότητα του ψυχοθεραπευτή.

Πριν από κάθε παραπομπή για ψυχολογική ή ψυχοθεραπευτική βοήθεια, ο ενήμερος πολίτης πρέπει να αξιολογήσει το βιογραφικό, την τεκμηριωμένη εκπαίδευση, την κλινική εμπειρία, τη σχολή ή επιστημονική εταιρία στην οποία ανήκει ο/η ψυχοθεραπευτής/τρια

Συνοψίζοντας, θεωρούμε εξαιρετικής σημασίας την αναδιάρθρωση των σπουδών ψυχολογίας στη χώρα μας, η οποία οφείλει ωστόσο να βασίζεται στην επιστημονική γνώση, σε καλές πρακτικές διεθνούς αποδοχής και στην οικονομική και κοινωνική ιδιαιτερότητα της ελληνικής πραγματικότητας.

Η προστασία της δημόσιας υγείας δεν χωράει συμβιβασμούς και προχειρότητες, αλλά οφείλει να είναι προϊόν συνεργατικής, διεπιστημονικής διεργασίας λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία και τις συστάσεις των ίδιων των επαγγελματιών, όπως και την αξιολόγηση της ικανοποίησης των ίδιων των θεραπευομένων. Πριν από κάθε παραπομπή ή αίτημα για ψυχολογική ή ψυχοθεραπευτική βοήθεια, ο ενήμερος πολίτης πρέπει να αξιολογήσει το βιογραφικό, την τεκμηριωμένη εκπαίδευση, την κλινική εμπειρία, τη σχολή ή επιστημονική εταιρία στην οποία ανήκει ο/η ψυχοθεραπευτής/τρια, χαρακτηριστικά τα οποία απέχουν πολύ από την «σαγήνη» που ασκούν οι όποιες παρεμβάσεις δημόσιων σχέσεων και κοινωνικού marketing.

Παιδοκτονία-αυτοκτονία: μετά το σοκ, των Σ. Στυλιανίδη & Γ. Τζεφεράκου

Πηγή: Athens Voice

    Ο Στέλιος Στυλιανίδης, Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής Παντείου Παν/μίου, ψυχαναλυτής, ομαδικός αναλυτής, και ο Γιώργος Τζεφεράκος, Ψυχίατρος, Διευθυντής ΜΟΘΕ ΟΚΑΝΑ, Επιστημονικός Συνεργάτης του Τμήματος Ψυχολογίας – Πάντειο Πανεπιστήμιο, Πρόεδρος του κλάδου Ψυχιατροδικαστικής της ΕΨΕ, Γραμματέας του κλάδου Ψυχιατρικής, Νόμου και Δεοντολογίας της Παγκόσμιας Ψυχιατρικής Εταιρείας, γράφουν με αφορμή το θλιβερό συμβάν στο Νέο Κόσμο.

Μια νέα γυναίκα – μητέρα αυτοκτόνησε, αφού πρώτα σκότωσε το παιδί της. Ειδήσεις σαν και αυτή σε αφυπνίζουν με ένα τραγικό τρόπο από μια καθημερινότητα με τα μικρά και τα μεγάλα προβλήματά της. Σε μια κοινωνία, που έχει συθέμελα κλυδωνιστεί για πολλά χρόνια με την κοινωνική και οικονομική κρίση και η οποία προσπαθεί με αγωνία να ξαναϋφάνει τους κοινωνικούς της δεσμούς και να θεμελιώσει στέρεους πυλώνες κοινωνικής αλληλεγγύης, αναπηδούν αμείλικτα τα ερωτήματα «τι πήγε στραβά;», «τι έπρεπε να είχε γίνει», «τι πρέπει να γίνει;». Ένα τέτοιο περιστατικό δεν είναι μια απλή καταγραφή αστυνομικού συμβάντος. Μετά το αρχικό σοκ και το πάγωμα της σκέψης που μας προκαλεί , η τραγωδία αυτή θέτει ουσιώδη ερωτήματα τόσο για την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης και ψυχοπαθολογίας, όσο και για την ρεαλιστική δυνατότητα ενός δημόσιου συστήματος υπηρεσιών ψυχικής υγείας να προλάβει, να παρέμβει, να θεραπεύσει, να μάθει από τα κενά του , να αναστοχαστεί πάνω στις επιστημονικές δυνατότητες του και στην βούληση της πολιτείας και της κοινωνίας να επενδύσει ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα στην συνοχή και συνέχεια της κοινοτικής φροντίδας ψυχικής υγείας.

Ερωτήματα που ζητούν επιτακτική απάντηση. Απάντηση οργανωμένη, ψύχραιμη, σταθερή και επιστημονικά τεκμηριωμένη, μακριά από επικοινωνιακές, μετεωρικές φωτοβολίδες. Φωτοβολίδες, οι οποίες όταν σβήσουν, αφήνουν μια τρομαχτική σιωπή, η οποία καλύπτει θεσμικά ελλείμματα, οργανωτικά σφάλματα, κοινωνικά στερεότυπα και ανεξίτηλα στίγματα.

Για την αντιμετώπιση όλων των προαναφερθέντων χρειάζεται κατ’ αρχάς έρευνα, αναζήτηση, διερεύνηση μακριά από προκαταλήψεις, κοινωνικά στεγανά, σιωπή και ψευδο-βεβαιότητες για την απόλυτη επιστημονική αλήθεια. Αναζήτηση, που πρέπει να χαρακτηρίζεται από ειλικρινή επιθυμία για την αλήθεια και η οποία να εδράζεται επί της παραδοχής ότι τίποτα στον κόσμο δεν είναι απόλυτα καλό ή απόλυτα κακό και ότι μέσα στον κάθε άνθρωπο διαλαμβάνει χώρα μια συνεχής δυναμική εξισορρόπηση μεταξύ καταστροφικών και δημιουργικών δυνάμεων.

Παρόλη την κοινωνική εικόνα της μητρότητας, η οποία παρουσιάζεται ως ονειρική και εξιδανικευμένη, η πραγματικότητα της περιγεννητικής περιόδου και της λοχείας παρουσιάζουν αυξημένο ρίσκο για την εκδήλωση σοβαρών ψυχιατρικών προβλημάτων, τα οποία προϋπάρχουν αλλά παραμένουν σε λανθάνουσα μορφή, συμπεριλαμβανομένων αυτών της περιγεννητικής κατάθλιψης με η χωρίς ψυχωτικά στοιχεία, της αυτοκτονίας και της βρεφοκτονίας. Η περίοδος της εγκυμοσύνης επιφέρει ραγδαίες αλλαγές στο σώμα, την ταυτότητα και την αντίληψη του εαυτού της γυναίκας και δύναται να διακινήσει σημαντικά τραύματα αναφορικά με τον δεσμό της νέας μητέρας τόσο με τη δική της μητέρα όσο και με τα δικά της παιδιά, σε μια διαδικασία διαγενεακής μετάδοσης του τραύματος. Υπάρχει συντριπτική κοινωνική και οικογενειακή πίεση για την γυναίκα να νιώθει πληρότητα, ολοκλήρωση και ευτυχία στον ρόλο της ως μητέρα ενώ οτιδήποτε αποκλίνει από το ιδεώδες αυτό πρότυπο απορρίπτεται και διαψεύδεται τόσο από το ίδιο το άτομο, σε μια διαδικασία αυτό-στιγματισμού, όσο και από την οικογένεια και την ευρύτερη κοινωνία. Το φαινόμενο της μη ευτυχισμένης μητέρας, της μητέρας που δυσκολεύεται ή αποποιείται τον ρόλο της, της μητέρας που εγκαταλείπει τα παιδιά της για οποιονδήποτε λόγο αποτελούν κοινωνικά ταμπού που απειλούν την οικογενειακή και κοινωνική συνοχή και συχνά παθολογικοποιούνται, στιγματοποιούνται και συγκαλύπτονται από την οικογένεια και την κοινωνία. Δυστυχώς, τραγικές περιπτώσεις παιδοκτονίας συχνά επισημαίνουν τα βαθιά κοινωνικά αυτά προβλήματα, τα οποία όμως δαιμονοποιούνται, δραματοποιούνται και ανάγονται σε προβληματικές σύγχρονων Μηδειών, αντί να καθίστανται αντικείμενα μελέτης, προβληματισμού και ανάλυσης, προκειμένου να αναγνωριστούν οι ευθύνες και τα αίτια τόσο ψυχιατρικά όσο και κοινωνικό-οικονομικά.

Σε μία προσπάθεια ενημέρωσης και αποδόμησης των προκαταλήψεων και των νοσηρών στερεοτύπων είναι σημαντική η παράθεση επιστημονικών δεδομένων, που αντλούνται από την διεθνή βιβλιογραφία. Η μητρική παιδοκτονία αναφέρεται συχνά ως υποκινούμενη από αλτρουιστικά κίνητρα προς το ίδιο το παιδί, αποφυγή και «τελική λύση» μιας χρόνιας ανίατης νόσου του παιδιού, χρόνια οξεία ψυχωτική συνδρομή της μητέρας, γέννηση ενός ανεπιθύμητου παιδιού, κακοποίηση της μητέρας ή του τέκνου από τον σύντροφο ή εκδίκηση προς τον πατέρα του παιδιού. Οι μητέρες αυτές, πέραν από προϋπάρχουσες πλην όμως λανθάνουσες ψυχιατρικές ή ψυχολογικές δυσκολίες, συχνά αντιμετωπίζουν πληθώρα ψυχοπιεστικών παραγόντων όπως οικονομικά προβλήματα, ανεργία ή οικονομική εξάρτηση από τον σύντροφο, κοινωνικό αποκλεισμό, απώλεια οποιουδήποτε άλλου επαγγελματικού ρόλου πέραν του μητρικού- φροντιστικού, ένδο-οικογενειακή βία ή συγκρουσιακές σχέσεις με τον σύντροφο, τους φίλους και την οικογένεια και έλλειψη υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου. Ένα σημαντικό 16-29% των παιδοκτονιών ολοκληρώνονται με την αυτοκτονία της μητέρας.

Αντίθετα με την κοινή αντίληψη, η εν γένει παραβατική συμπεριφορά και εγκληματικότητα δεν φαίνεται να συσχετίζεται με την μητρική παιδοκτονία αλλά με την παρουσία ψυχιατρικών προβλημάτων στην μητέρα από την προ- και περί-γεννητική περίοδο και μετά. Διεθνείς μελέτες συσχετίζουν τόσο τον παιδοκτονικό ιδεασμό όσο και την μητροκτονία ακολουθούμενη από αυτοκτονία (πέρασμα στην πράξη) με την παρουσία μεγάλης βαρύτητας κατάθλιψης με ή χωρίς ψυχωτικά στοιχεία στην μητέρα, σε ένα ποσοστό 41%. Από την άλλη πλευρά, παιδιατρικές μελέτες στον γενικό πληθυσμό, χωρίς αναφερόμενα ψυχιατρικά προβλήματα, καταδεικνύουν ότι το 70% των μητέρων με βρέφη που υποφέρουν από κολικούς, αναφέρουν σαφείς επιθετικές σκέψεις προς τα βρέφη τους με ένα συντριπτικό 25% από αυτές να αναφέρουν ρητές σκέψεις παιδοκτονίας κατά την διάρκεια επεισοδίων κολικών των παιδιών τους. Οι μελέτες αυτές επισημαίνουν επίσης την σημαντική δυσκολία γυναικολόγων, παιδιάτρων και γενικών ιατρών να ανιχνεύσουν πρώιμα σημάδια δυσφορίας, αποδιοργάνωσης της συμπεριφοράς αλλά και της συχνότητας αυτοκαταστροφικού ή ετεροκαταστροφικού ιδεασμού σε νέες μητέρες.

Ο κάθε άνθρωπος και η κοινωνία κατ’ επέκταση πρέπει να έχει το κουράγιο και την ωριμότητα να αναγνωρίσει την σκοτεινή της πλευρά. Εξ άλλου η προκατάληψη, το στίγμα και τα απλουστευτικά στερεότυπα στηρίζονται και ανατροφοδοτούνται από την ανεπεξέργαστη ψυχικά σκοτεινή πλευρά της εσωτερικής μας πραγματικότητας. Στέρεοι κοινωνικοί και ψυχικοί δεσμοί κτίζονται όταν δεν εξοβελίζεται η (ψυχική) αρρώστια, η αδυναμία, η ιδιαιτερότητα ως κάτι βδελυρό και αποτρόπαιο, αλλά γίνεται αποδεκτό στην ολότητα του , ώστε έτσι να βοηθιέται και να φροντίζεται.

Πέραν της αλλαγής, όμως, της στάσης απέναντι στην ψυχική αρρώστια, η οποία εκκινεί από τις παρυφές της ατομικής υποκειμενικότητας και υπερακοντίζεται στον πυρήνα της κοινωνικής θεμελίωσης, είναι απαραίτητη η οργάνωση αντίστοιχων δομών ψυχικής υγείας.

Οι δομές αυτές θα πρέπει να έχουν κάποια θεμελιώδη χαρακτηριστικά. Αναγκαία συνθήκη και προϋπόθεση για την αποτελεσματικότερη λειτουργία τους είναι η ουσιαστική ενσωμάτωση τους στην κοινότητα. Οι ψυχιατρικές δομές, αντί για αποθήκες ψυχών και πλαίσια διαιώνισης του κοινωνικού αποκλεισμού, πρέπει να αποτελούν ένα ζωντανό ενδοκοινοτικό κόμβο και σημείο αναφοράς για την πληροφόρηση, πρόληψη και αντιμετώπιση της ψυχικής διαταραχής. Η επιτυχία, δε, αυτού του εγχειρήματος εδράζεται στην μαζική και βέλτιστη κινητοποίηση, χρήση και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων έμψυχων και υλικών κοινοτικών πόρων.

Μια άλλη παράμετρος επιτυχίας των δομών αυτών είναι η ευκολία πρόσβασης αλλά και η απενοχοποίηση της χρήσης τους. Είναι, πραγματικά τραγικό και εξοργιστικό, η έκκληση για βοήθεια ενός ανθρώπου να αρθρώνεται με ένα λόγο απολογητικό, γεμάτο ντροπή και φόβο. Τα συναισθήματα αυτά κατοπτρίζονται ανάγλυφα στα λόγια, που με αγωνία μας λένε οι ασθενείς μας: «Γιατρέ, βάλε με τελευταίο ραντεβού. Δεν θέλω να με δουν οι άλλοι. Δεν θέλω να ξέρουν ότι έρχομαι εδώ». Καθίσταται αδήριτη η ανάγκη της θέασης της ψυχικής υγείας και της ψυχικής νόσου σαν ένα συνεχές, ένα φάσμα που αφορά όλους μας, παρά σαν μια διχοτόμηση που διαχωρίζει «εμάς» από τους «άλλους» (ψυχικά ασθενείς).

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι καθίσταται επιτακτική η ανάγκη πρώιμης ανίχνευσης ψυχολογικών ή ψυχιατρικών δυσκολιών στην μητέρα από την προγεννητική κιόλας περίοδο καθώς και των παραγόντων που αυξάνουν το ρίσκο ένδο-οικογενειακής βίας, με την έλευση ενός νέου μέλους στην οικογένεια. Άλλοι σημαντικοί στόχοι που αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο για την όποια επιτυχή παρέμβαση είναι η απρόσκοπτη πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας στην κοινότητα, η ρεαλιστική σκιαγράφηση της μητρότητας καθώς και ο αποστιγματισμός των γυναικών αυτών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στον ρόλο αυτό μέσω επιμορφωτικών προγραμμάτων τόσο των επαγγελματιών υγείας που εμπλέκονται στην φροντίδα της νέας μητέρας (γυναικολόγοι, παιδίατροι, μαίες, νοσηλευτές) όσο και της ευρύτερης κοινωνίας.

Η επανάληψη των ίδιων επισημάνσεων για χρόνια, με αφορμή άλλη μια ανθρώπινη τραγωδία, φθείρει και ματαιώνει και τους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας και την κοινωνία, όταν δεν προτάσσεται ένα νέο όραμα και σχέδιο δράσης για την ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη χώρα μας.

Το ψευδές «επείγον» του προσφυγικού

    Στέλιος Στυλιανίδης*
    O Στέλιος Στυλιανίδης, είναι Ψυχίατρος- Ψυχαναλυτής – Ομαδικός Αναλυτής, Καθ. Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Επ. Σύμβουλος Ε.Π.Α.Ψ.Υ.

Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση του άρθρου, που δημοσιεύτηκε από το news247.

Οι Ευρωεκλογές πλησιάζουν. Ορθά επισημαίνεται από πολλές πλευρές ότι δύο από τους ορατούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή συνοχή είναι τόσο η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων όσο και η άνοδος των ακροδεξιών και φασιστοειδών πολιτικών σχηματισμών. Ένας από τους λόγους που τροφοδοτεί την ενίσχυση του εκφασισμού των ευρωπαϊκών κοινωνιών, όπως και την πολιτική έκφρασή του, είναι η “επείγουσα απειλητική» κατάσταση και ο βιωμένος κοινωνικός τρόμος απέναντι στην εισβολή των προσφύγων.

Πράγματι, υπάρχουν πολλοί αθώοι θάνατοι στη Μεσόγειο, πολλές αθώες ζωές που απωθούνται βίαια, που γίνονται αντικείμενο επίθεσης, ταπείνωσης, ως εάν να αποτελούσαν μια μέγιστη απειλή για τη δημοκρατική Ευρώπη. Όπως θα δούμε και με τα στοιχεία που θα παραθέσουμε παρακάτω, στο όνομα της δημοκρατίας, πολλοί θάνατοι στο όνομα της δημοκρατίας, η οποία πουλάει όπλα στο παγκόσμιο σουπερμάρκετ εξοπλισμών, πολλοί πρόσφυγες από τις «δημοκρατίες» που προσπάθησε να επιβάλει η Δύση στις χώρες καταγωγής τους μέσα από πολέμους, πολλές γυναίκες δολοφονημένες λόγω του γεγονότος ότι είναι μόνο γυναίκες.

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ εκτιμά ότι μόνο το 2015 μετακινήθηκαν πάνω από 65,3 εκατομμύρια άνθρωποι από τις χώρες καταγωγής τους, σχεδόν 6 εκατομμύρια περισσότερο από τον προηγούμενο χρόνο. Από αυτά τα 65,3 εκατομμύρια, μόνο τα 3,2 εκατομμύρια, δηλαδή λιγότερο από το 5%, περιμένουν να πάρουν άδεια εισόδου σε ανεπτυγμένες χώρες, όπως αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι αυτονόητο ότι, πέρα από οποιαδήποτε επίσημη αναφορά του ΟΗΕ και του ΠΟΥ, όσο υπάρχουν εμπόλεμες καταστάσεις, σφαγές αμάχου πληθυσμού και απεριόριστη φτώχεια σε επίπεδο δυσκολίας επιβίωσης, τόσο ο αριθμός των προσφύγων και των μετακινούμενων πληθυσμών γενικότερα θα αυξάνεται. Φαίνεται ότι αυτό το κακό αποτελεί μια σταθερά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και ενός κυνικού πραγματισμού, που καθορίζει τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτός ο πραγματισμός τροφοδοτείται από μια ακραία κουλτούρα ατομικισμού και μια μυωπική ματιά σε σχέση με την προαγωγή του well-being και της αναζήτησης της προσωπικής ευτυχίας, συσκοτίζοντας κάθε μορφή αλληλεγγύης, ανθρωπιάς και δημοκρατικού δικαιώματος υποδοχής ατόμων σε κίνδυνο. Αυτό που πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε λίγο περισσότερο και να αποτελέσει ένα σοβαρό κομμάτι της πολιτικής ατζέντας για τη συζήτηση που διεξάγεται στο πλαίσιο των Ευρωεκλογών είναι ότι μια πολιτική οντότητα 500 εκατομμυρίων κατοίκων, δηλαδή η Ευρωπαϊκή Ένωση, ορίζει σαν επείγουσα κατάσταση την άφιξη ενός πληθυσμού που αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% του πληθυσμού της. Η γηραιά Ευρώπη, με τα τεράστια δημοκρατικά προβλήματα, με την κατάρρευση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικού κράτους λόγω του ελλείμματος των ασφαλιστικών εισφορών από τη γήρανση του πληθυσμού, αποκαλεί επείγουσα μια κατάσταση της δικιάς της έλλειψης ανοχής, του εγωϊσμού της, και κυρίως της δικιάς της πολιτικής τυφλότητας.

Παρά την τεράστια πίεση που ασκεί η πλειοψηφία των ΜΜΕ, που καθοδηγούνται από κυβερνήσεις και συμφέροντα, για να περιγράψουν με δραματικούς τόνους το επείγον του προσφυγικού ζητήματος, η πραγματική σοβαρή και επίπονη, επείγουσα κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η παραίτησή της από τις αρχές της αλληλεγγύης και του κράτους δικαίου, η άρνησή της να επενδύσει στην ελπίδα, στη δράση για το καλό, στην ουτοπία του καλού. Μια προοδευτική ατζέντα των Ευρωεκλογών θα πρέπει να έχει σαν άμεσο στόχο την αποδόμηση του ψευδο-επείγοντος χαρακτήρα του προσφυγικού και του μεταναστευτικού, τον αποϊδρυματισμό της επείγουσας διαχείρισης στο βαθμό που οι ροές των απελπισμένων αυτού του κόσμου αποτελούν και θα αποτελούν, ακόμη και αν το αρνούμαστε, ένα μόνιμο φαινόμενο της καθημερινότητάς μας. Μια επείγουσα κατάσταση είναι ένα γεγονός τελείως απρόβλεπτο, σχετικά σπάνιο, με μια διάρκεια σχετικά προσδιορισμένη: η μαζική άφιξη μεταναστών και προσφύγων από τις χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, όπου τα στοιχειώδη δικαιώματα και οι υλικές συνθήκες ζωής είναι απούσες, δεν αποτελεί μια επείγουσα κατάσταση, αλλά μια προβλεπόμενη εξέλιξη του γεωπολιτικού χάρτη.

Μια επείγουσα κατάσταση ορίζεται σαν ένα συμβάν που προκαλεί μια άμεση απειλή στη ζωή, την υγεία, την ιδιοκτησία ή το περιβάλλον, οι ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εκτίθενται σε αυτές τις απειλές, και επομένως δεν μπορούν να ορίσουν σαν emergency την κατάσταση που αντιπροσωπεύεται από τις μαζικές προσφυγικές ροές. Αυτό που πρέπει να αντιμετωπίσουμε σαν κοινωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με επιμερισμό της ευθύνης της η καθεμία, είναι να θεωρήσουμε ότι και το προσφυγικό και το μεταναστευτικό πρόβλημα αποτελεί ένα «συστημικό» πρόβλημα και με αυτήν την έννοια πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο ενός μακροπρόθεσμου πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού σχεδιασμού για την ουσιώδη επίλυσή του. Πρόκειται για μια πραγματική αλλαγή προσανατολισμού: πρέπει να εγκαταλείψουμε την κουλτούρα των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» και της παροχής άμεσης ανθρωπιστικής βοήθειας και να σχεδιάσουμε μια δομική κουλτούρα παρέμβασης, η οποία να εγγυάται δικαιώματα, υγεία, κατοικία, μόρφωση, κοινωνική ενσωμάτωση.

Το καθεστώς του επείγοντος διευκολύνει τη δημιουργία καταστάσεων συναγερμού, πανικού, παραπληροφόρησης, συλλογικής υστερίας («εισβολή μεταναστών», «απειλή για τις θέσεις εργασίας των ντόπιων», «τρομοκρατικός κίνδυνος», «απόπειρα αλλοίωσης της εθνικής, θρησκευτικής, πολιτισμικής ταυτότητας»), αυτοί οι παρανοϊκοί κοινωνικοί μηχανισμοί τροφοδοτούνται από ξενοφοβικά κόμματα και κινήσεις, από εθνικιστικές εξάρσεις και δημαγωγούς πολιτικούς που χρίζουν την πολιτική τους εξουσία πάνω στο φόβο, στην προπαγάνδα, στον αποκλεισμό του άλλου και στη συστηματική παραπληροφόρηση, στην πρόσκληση του μίσους. Όλοι αυτοί οι πολιτικοί σχηματισμοί στις διάφορες χώρες (η Legga στην Ιταλία, το Front National στη Γαλλία, Farage στη Μ. Βρετανία, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία…), όλες αυτές οι νεοφασιστικές, ξενόφοβες πολιτικές δυνάμεις χτίζουν την πολιτική τους απήχηση πάνω στη συνθήκη του επείγοντος και της φαντασίωσης της συλλογικής απειλής από τους πρόσφυγες.

Είναι επείγον να πούμε την αλήθεια: πέρα από το πολιτικό επίπεδο, η συνθήκη του επείγοντος ευνοεί και πολυάριθμες «μπίζνες» γύρω από τη διαχείριση του προσφυγικού. Πάρα πολλά χρήματα δίνονται συχνά χωρίς στόχευση, χωρίς σχεδιασμό για την υποδοχή των προσφύγων, για τη δήθεν εκπαίδευση των επαγγελματιών, χωρίς σοβαρή αξιολόγηση, χωρίς λογοδοσία, χωρίς μετρήσιμα αποτελέσματα. Τα νούμερα για τη δήθεν διάσταση του επείγοντος για την Ευρωπαϊκή Ένωση μιλάνε από μόνα τους.

    stats1
    Ο αριθμός των ατόμων που μετακινούνται προς ευρωπαϊκές χώρες έχει μειωθεί αισθητά με την πάροδο των ετών. Χαρακτηριστικά, σε σύγκριση με τα 1.015.877 άτομα που έφτασαν στην Ευρώπη το 2015, ο αντίστοιχος αριθμός ανήλθε σε μόλις 116.647 το 2018. Πηγή: UNHCR Desperate Journeys: Refugees and migrants arriving in Europe and at Europe’s borders January – December 2018 (Executive Summary).

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Τουρκία, ο Λίβανος, η Αίγυπτος, η Τυνησία, απορροφούν πολύ μεγάλους αριθμούς προσφύγων σε σχέση με τον πληθυσμό τους, που δεν συγκρίνονται με την καχεκτική και ελλειμματική απορρόφηση των προσφύγων στις ευρωπαϊκές χώρες.

    stats2
    Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη ενημέρωση του UNHCR στις 07/03/2019, ο αριθμός των προφύγων στην Τουρκία ανέρχεται σε 3,642,738 άτομα. Πηγή: UNHCR Portal for Refugee Situations.
    stats3
    Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη ενημέρωση του UNHCR τον Φεβρουάριο του 2019, ο αριθμός των προφύγων στο Λίβανο ανέρχεται σε 946,291 άτομα. Πηγή: UNHCR Portal for Refugee Situations.
    stats4
    Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη μηνιαία στατιστική αναφορά από την Αίγυπτο, ο αριθμός των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο ανέρχεται σε 247.724 άτομα. Πηγή: UNHCR Egypt Monthly Statistical Report – February 2019.
    stats5
    Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, ο αριθμός των προσφύγων στην Τυνησία αναμένεται να φτάσει στους 1,680 μέχρι το τέλος του 2019. Πηγή: UNHCR Global Focus Tunisia.

Είναι ενδεικτικό ότι οι ρυθμοί αποδοχής των αιτούντων άσυλο απελπιστικά μικροί – λιγότερο από 5% παροχή αδείας παραμονής στην Ιταλία και 3% στην Ελλάδα (Πηγή: B. Saraceno, “Psicopolitica”, 2019).

Τι να κάνουμε σαν κοινωνίες, σαν ενεργοί πολίτες απέναντι σε αυτήν την ευρωπαϊκή υποκρισία και σε αυτό το φλερτ με το «αυγό του φιδιού» που σε πολλές χώρες έχει αρχίσει να σπάει. Πρέπει να ξανακάνουμε πολιτική με διαφορετικούς όρους, πρέπει να νοηματοδοτήσουμε αλλιώς τη δράση μας μέσα από τους εξής άξονες.

Πρώτος άξονας:
Πρέπει να πολεμήσουμε την παραπληροφόρηση και να προάγουμε τη συλλογή με συστηματικό και αξιόπιστο τρόπο δεδομένων, μαρτυριών και πληροφοριών στα εξής επίπεδα:

στα πραγματικά νούμερα της μετανάστευσης,
στις συνέπειες, συχνά πιο θετικές παρά αρνητικές, της μετανάστευσης στην αγορά εργασίας και στις τοπικές οικονομίες,
στα πραγματικά κόστη της φιλοξενίας και στις διαφορετικές δυνατές τυπολογίες της υποδοχής (καλές πρακτικές)
στους πραγματικούς κινδύνους εμφάνισης ορισμένων ασθενειών με ενδημικό χαρακτήρα, πχ. φυματίωση, και στην αξιολόγηση των φανταστικών κινδύνων και του συναγερμού για τη δημόσια υγεία,
στις συμπεριφορές, τις ανάγκες και τις δυσκολίες της κοινωνικής ενσωμάτωσης των διαφορετικών εθνικών ομάδων, μεταναστών ή προσφύγων, που υποδεχόμαστε,
στη σχέση μεταξύ μετανάστευσης και παραβατικότητας,
στην εφαρμογή ή μη των νομοθεσιών, εθνικών και διεθνών, που ισχύουν.

Επομένως, έχουμε επείγουσα ανάγκη να δημιουργήσουμε ένα ισχυρό κέντρο αντι-πληροφόρησης, δηλαδή ενός αξιόπιστου εθνικού και Ευρωπαϊκού παρατηρητηρίου του τι συμβαίνει.

Δεύτερος άξονας:
Πρέπει να πραγματοποιηθεί συστηματικά μια συλλογή καλών πρακτικών υποδοχής και κοινωνικής ενσωμάτωσης μεταναστών και προσφύγων. Πρέπει να τεκμηριωθεί το ποιος φορέας (ιδιωτικός,ΜΚΟ,Τοπικής αυτοδιοίκησης, κρατικός) υλοποιεί τις δράσεις, τι δυσκολίες και αντιστάσεις συνάντησε, ποιες είναι οι κοινωνικές επιπτώσεις των δράσεων στις τοπικές κοινωνίες, πόσο κοστίζουν, πώς μπορούν να καταγραφούν και να κατανοηθούν οι κίνδυνοι εμπορευματοποίησης πρακτικών υποδοχής και ενσωμάτωσης.

Τρίτος άξονας:
Πρέπει να οριστεί μια Θεσμική πολιτική ατζέντα διαβούλευσης με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και τους θεσμούς. Μια τέτοια πρωτοβουλία μπορεί να συντονιστεί από το Υπουργείο Μεταναστευτικής πολιτικής και πρέπει να περιλαμβάνει τα εμπλεκόμενα Υπουργεία, τις αυτοδιοικητικές αρχές όλων των βαθμίδων, τις ΜΚΟ, την Εκκλησία, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τους εκπροσώπους συλλογικοτήτων τοπικών κοινωνιών, πανεπιστήμια και ερευνητικές ομάδες που ασχολούνται με αυτό το αντικείμενο, όπως επίσης και εκπροσώπους της Υπατης Αρμοστείας για τους πρόσφυγες και της Ε.Ε.

Τέταρτος άξονας:
Δημιουργία ενός πραγματικού κινήματος αλληλεγγύης των πολιτών , το οποίο θα προάγει αρχές, πολιτικές και δράσεις υποδοχής και κοινωνικής ενσωμάτωσης. Ένα κίνημα πολύχρωμο το οποίο θα στέκεται απέναντι στον εκφασισμό της κοινωνίας, στην μισαλλοδοξία και στη ρητορική του μίσους και του ρατσισμού.

Πρέπει να επιστρέψουμε μέσα από την κατανόηση των αποτυχιών και ελλειμμάτων μας , σε μια πολιτική πρακτική ικανή να αντιμετωπίσει την σύγχρονη πολυπλοκότητα όχι μόνο με στείρα συνθηματολογία και ιδεοληψίες αποκλεισμών, ούτε με αμιγώς τεχνοκρατικούς όρους, αλλά με νέες συνθέσεις ικανές να εμβαθύνουν την καχεκτική δημοκρατία μας και να απαντούν αποτελεσματικά στην υποκριτική διαχειριστική λογική του «επείγοντος» της Ε.Ε.

*Το άρθρο αυτό δε θα γραφόταν με αυτήν την μορφή του, αν δεν υπήρχε μια ουσιαστική ανταλλαγή με τον πρώην Διευθυντή του Τμήματος Ψυχικής Υγείας του ΠΟΥ, Benedetto Saraceno. Επίσης ορισμένες πρακτικές εμπειρικές επισημάνσεις προέρχονται από την θεραπευτική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη προσφύγων στην Αθήνα με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές από την ΕΠΑΨΥ, σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία για τους πρόσφυγες του Ο.Η.Ε.

Πέφτοντας από τα σύννεφα στον Νέο Κόσμο, της Αγγελικής Σπανού

    Πέφτοντας από τα σύννεφα στον Νέο Κόσμο
    της Αγγελικής Σπανού

όπως δημοσιεύτηκε στο news247.

«Η αστυνομία διερευνά τα αίτια της τραγωδίας στον Νέο Κόσμο». H είδηση μεταδίδεται με έναν γραφειοκρατικό τρόπο, που καταλήγει ειρωνικός. Τι ακριβώς ψάχνει η αστυνομία; Ποια λογική εξήγηση μπορεί να βρίσκεται πίσω από το γεγονός ότι μια μητέρα πέταξε το παιδί της από το μπαλκόνι και μετά έπεσε και αυτή;

Γείτονες βεβαιώνουν ότι πρόκειται για μια ήσυχη οικογένεια που ποτέ δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα στην πολυκατοικία ούτε υπήρχαν σημάδια ότι κάτι συμβαίνει πίσω από την κλειστή πόρτα του διαμερίσματός τους. Ο πατέρας κατέθεσε ότι δεν είχε υποψιαστεί τίποτα, ότι η σύζυγός του δεν είχε ψυχολογικά προβλήματα, ότι είχαν καλή σχέση μεταξύ τους. Αυτόπτες μάρτυρες δηλώνουν ότι η γυναίκα έδειχνε ατάραχη και ότι τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τη σταματήσει.

    Η ψυχική ασθένεια δεν είναι μια έξαρση της στιγμής, δεν έρχεται και φεύγει σαν τον πυρετό, ούτε μπορεί να περάσει απαρατήρητη για πολύ καιρό.

Αναπτύσσεται και εξελίσσεται αλλά επίσης προλαμβάνεται και αντιμετωπίζεται. Σε κάποιες περιπτώσεις επιτυχημένου θεραπευτικού πλαισίου, ειδικά σε ανοιχτές κοινοτικές δομές, χωρίς εγκλεισμό σε άσυλα, μπορεί να εξαφανιστεί. Σε άλλες περιορίζεται τόσο πολύ που οι πάσχοντες μπορούν να έχουν μια εξαιρετική ποιότητα ζωής. Οσοι πριν από λίγους μήνες απολαύσαμε τη συναυλία κλασικής μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής από λήπτες υπηρεσιών του κέντρου ημέρας της ΕΠΑΨΥ (Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης Ψυχικής Υγείας) καταλάβαμε πολύ καλά τι θα πει αυτό. Σε καμία περίπτωση άνθρωποι που υποφέρουν από σοβαρή ψυχική ασθένεια δεν έχουν καλή τύχη αν δεν δεχτούν βοήθεια και υποστήριξη.

Το πρώτο είναι να αναγνωριστεί το πρόβλημα. Να παραδεχτούμε το κακό που συμβαίνει, να μιλήσουμε γι αυτό, να το δεχτούμε και να το παλέψουμε. Παρόλο που έχουν γίνει πολλά για την καταπολέμηση του στίγματος, υπάρχει ακόμη μεγάλη απόσταση να διανυθεί για να καταπολεμηθούν προκαταλήψεις και στερεότυπα. Συμβαίνει παντού γύρω μας να κρύβονται ψυχικές ασθένειες στο όνομα της μικροαστικής κανονικότητας μέχρι να αποκαλυφθούν αναγκαστικά όταν το σκοτάδι από τη μέσα μας ρωγμή ξεχυθεί με βίαιο πολλές φορές τρόπο.

Το επόμενο είναι να βρεθεί πλαίσιο υποστήριξης. Πού θα απευθυνθείς, ποιος θα σε κατευθύνει, πόσο θα αργήσει το ραντεβού, αν θα κουραστείς περιμένοντας, αν θα τα παρατήσεις, πόσο θα κοστίσει η προσπάθεια αν δεν καταφέρεις να «χωρέσεις» σε δημόσια δομή. Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, οι αναγκαστικές νοσηλείες στα ψυχιατρεία (κατόπιν εισαγγελικής εντολής και με χειροπέδες αυξάνονται), οι μηχανικές καθηλώσεις (ασθενείς δεμένοι με ιμάντες στα κρεβάτια) επίσης και αυτό δείχνει ότι δεν αποτέλεσε προτεραιότητα ούτε για την κυβέρνηση που θέλει να λέγεται κυβέρνηση της Αριστεράς η ουσιαστική αναβάθμιση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας για όλους.

Η αστυνομία δεν θα βρει τα αίτια της τραγωδίας στον Νέο Κόσμο αν δεν κάνουμε αυτή τη δύσκολη συζήτηση πριν πέσουμε από τα σύννεφα ξανά, την επόμενη φορά που μια Μήδεια ή ένας Ορέστης εμφανιστούν στη γειτονιά μας.