Κατηγορία: Δημοσιεύσεις

Εξώσεις προσφύγων: Δεν υπάρχει ψυχική υγεία, χωρίς στέγη και εργασία (tvxs.gr)

Στο όνομα της «αποσυμφόρησης των νησιών» από την 1η Ιουνίου ξεκίνησε η διαδικασία έξωσης 11.237 προσφύγων οι οποίοι (οι 8.000 περίπου μάλλοι άμεσα) πετιούνται έξω από τα διαμερίσματα, τα ξενοδοχεία και τις δομές, όπου τώρα διαμένουν. Με την απώλεια της στέγης διακόπτεται και η οικονομική τους ενίσχυση από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Estia II» που τους συντηρούσε. Επιπλέον, όπως σημειώνει η οργάνωση ΑΡΣΙΣ  στην απεγνωσμένη επιστολή της  προς το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, «εκατοντάδες παιδιά θα υποχρεωθούν να διακόψουν τη φοίτησή τους στα σχολεία τους, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το ψυχισμό τους».

* Γράφουν οι Μιχάλης Λάβδας1, Καθ. Στέλιος Στυλιανίδης2
 
Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, οι άνθρωποι αυτοί καλούνται, αφού μάθουν ελληνικά, να βρουν δουλειά, σπίτι και σχολείο για να στείλουν τα παιδιά τους, χωρίς εδώ και 3 χρόνια να έχει εφαρμοστεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο κοινωνικής ενσωμάτωσής τους με κοινοτικούς πόρους, όπως έχει συμβεί σε άλλες λίγες χώρες της Ε.Ε, με φωτεινό παράδειγμα την Πορτογαλία, η οποία μπορεί με το μέγεθος και το ΑΕΠ της να συγκριθεί με εμάς.
 
Αυτοί οι άνθρωποι θα περιφέρονται στα σοκάκια του κοινωνικού αποκλεισμού αβοήθητοι. Για εμάς, τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, που παλεύουμε για να τους βοηθήσουμε να επουλώσουν τα εσωτερικά τους τραύματα, η δοκιμασία στην οποία υποβάλλονται, η “τιμωρία” τους, αποτελεί δραματική ακύρωση της προσπάθειάς μας. Οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι χωρίς δικαιώματα και ως βάρος, πετιώνται σαν σκουπίδια έξω στο δρόμο. Ορίζονται μέσα από τη «γυμνή ζωή» του Agamben ως άνθρωποι που λειτουργούν ως εξιλαστήρια θύματα μιας κοινωνίας σε κρίση.

«Δεν υπάρχει υγεία χωρίς ψυχική υγεία» υποστηρίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας στηριζόμενος στις έρευνες που ανέδειξαν την επιβάρυνση που δημιουργούν οι ψυχικές διαταραχές και πώς μπορούν συνολικά να επηρεάσουν τη ζωή ενός ατόμου, της οικογένειάς του και της κοινωνίας ευρύτερα. Το 2019, ο Dainius Pūras με το ρόλο του Special Rapporteur για τα Ηνωμένα Έθνη μιλά για το πώς η ψυχική υγεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες. Αναφέρει πώς υπάρχει ένα σημαντικό κενό στη δράση με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα για τους ψυχοκοινωνικούς λόγους που δημιουργούν δυσφορία και επιβαρύνουν την ψυχική υγεία όπως και για τα δομικά χαρακτηριστικά ενός συστήματος «φροντίδας» που μάλλον επιβαρύνει παρά υποστηρίζει τη θεραπευτική διαδικασία.
 
Αυτοί οι λόγοι δεν είναι άλλοι από την πρόσβαση σε κατάλληλη στέγαση, την πρόσβαση σε εργασία, την ουσιαστική ενσωμάτωση για την οποία δεν έχει αναπτυχθεί κεντρική πολιτική για τους μετακινούμενους πληθυσμούς τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ευρύτερα.
 
Είναι τεκμηριωμένο πλέον το γεγονός ότι όσοι έχουν βιώσει συγκρούσεις εμφανίζουν σημαντικά αυξημένα ποσοστά προβλημάτων ψυχικής υγείας (Charlson et al., 2019) τα οποία επιβαρύνονται περισσότερο από τις συνθήκες «υποδοχής» στις χώρες που οι άνθρωποι φτάνουν. Λένε οι Sundram και Ventevogel (2017) πώς περιοριστικά μέτρα που εφαρμόζονται άνισα σε προσφυγικό πληθυσμό και οι δομές κράτησης ή περιορισμού όπως είναι τα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης, οι καταυλισμοί ευρύτερα που βρίσκονται απομονωμένοι από κάθε δυνατότητα ενσωματώσης, επιδρούν αρνητικά στην ψυχική υγεία του πληθυσμού.
 
Ενός πληθυσμού στον οποίο ζητάται η τεκμηρίωση της «ευαλωτότητας» για να μπορεί να έχει πρόσβαση στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Στο να μπορεί να μη χρειάζεται να μοιράζεται μια τουαλέτα ανά 70 άτομα όπως ανέφεραν στην έκθεσή τους οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα (9.2018) για το διαβόητο (πλέον) καταυλισμό στη Μόρια. 
 
Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με την αβεβαιότητα του «πού θα κοιμηθώ αύριο ή σε ένα μήνα» και «αν θα μπορώ να επιβιώσω και με τι κόστος», τότε οι παρεμβάσεις ψυχικής υγείας παύουν πλέον να έχουν την αποτελεσματικότητα που θα έπρεπε. Αντί να αντιμετωπίσουμε τους λόγους που «δημιουργούν» προβλήματα ψυχικής υγείας, οι ειδικοί ψυχικής υγείας καλούνται συχνά να γίνουν αυτοί που θα κάνουν τους ανθρώπους «να υποφέρουν ήσυχα». Αυτό ανατρέπει την ουσία της παρέμβασης στην ψυχική υγεία και ειδικά των παρεμβάσεων που διέπονται από τις αρχές της κοινοτικής ψυχιατρικής. Αρχές που λένε πως δεν υπάρχει θεραπεία έξω από την κοινότητα και πώς αν δε σου επιτρέπουν να ζήσεις, τότε η ψυχική σου υγεία είναι επόμενο να επηρεαστεί.
 
Οι ειδικοί ψυχικής υγείας καλούμαστε πλέον να μιλήσουμε και να ενώσουμε και τη δική μας φωνή με όσες φωνές «δεν ακούγονται» όσο θα έπρεπε. Να μιλήσουμε για τους ανθρώπους που βιώνουν μια κατάσταση μακράς αναμονής που βγάζει στην αστεγία, για τους ανθρώπους και τις νέες ανισότητες που δημιουργούνται τόσο μέσα στους καταυλισμούς όσο και έξω από αυτούς και τελικά στο σύνολο μιας κοινωνίας που φοβάται.
 
O Robert Castel σε μια από τις τελευταίες ομιλίες του στην Τεργέστη (2010) έλεγε για το διαρκή κίνδυνο μέσα στον οποίο ζουν οι σύγχρονες κοινωνίες. «Το να χάνεις την εμπιστοσύνη σου στο μέλλον σημαίνει πως ζεις μια διαρκή απειλή και έναν διαρκή κίνδυνο. Αυτό πλέον έχει φτάσει σε εκρηκτικά επίπεδα και έχει οδηγήσει σε μια κοινωνία κινδύνου. Ο φόβος ότι θα χάσουμε ό,τι ψήγματα ασφάλειας έχουν ξεμείνει, βάζει σε κίνδυνο την ίδια τη δημοκρατία. Δε μπορεί κανείς να ζει σε δημοκρατία κάτω από μια μόνιμη απειλή».
 
Σε μερικές ημέρες θα δημοσιευτεί από το Πανεπιστήμιο της Νοτιοανατολικής Νορβηγίας (University of South East Norway) η έκθεση των εξωτερικών αξιολογητών του προγράμματος παρέμβασης στην ψυχική υγεία προσφύγων της ΕΠΑΨΥ όπου με κινητές μονάδες επαγγελματιών και διερμηνέων παρέχουμε από το Μάρτιο του 2018 υπηρεσίες σε πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο που διαμένουν στο πρόγραμμα ΕΣΤΙΑ που διαχειρίζεται η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες.
 
Βασικό σημείο της αποτελεσματικότητας ενός προγράμματος που ως τώρα έχει εξυπηρετήσει περισσότερους από 250 πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο με σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, είναι η δυνατότητα παρέμβασης στο σπίτι των εξυπηρετουμένων όπου παρέχονται υπηρεσίες ψυχικής υγείας με στόχο την ενίσχυση της ελπίδας για το μέλλον και την ενδυνάμωση τους ώστε να προχωρούν ψυχικά και σωματικά. Μέσα από τη θεραπευτική σχέση ενισχύεται η εμπιστοσύνη προς τους άλλους και η δυνατότητα κάθε ανθρώπου να αντέχει στις αντιξοότητες.
 
Όταν ωστόσο η αβεβαιότητα αυξάνεται και αυτό οφείλεται στην πολιτική που ακολουθείται με τις εξώσεις που θα συμβαίνουν πλέον σε μηνιαία βάση, αλλά και στους στόχους αποτροπής και όχι ενσωμάτωσης, τότε οι παρεμβάσεις για την ψυχική υγεία χάνουν την αποτελεσματικότητά τους. Στον άνθρωπο που λέει πως «χάνει κάθε του ελπίδα» σε μια μακροχρόνια αναμονή που εν τέλη οδηγεί στην αστεγία, η απάντηση βρίσκεται στο τι δομικές αλλαγές μπορούν να γίνουν ώστε να διευκολυνθεί η ένταξη, να διασφαλιστεί η πρόσβαση στην εργασία και τη στέγη, να διευκολυνθεί η λήψη κατάλληλων υπηρεσιών υγείας και ψυχικής υγείας από το ευρύτερο σύστημα, να δημιουργηθούν γέφυρες ανάμεσα στα υπάρχοντα προγράμματα στήριξης και ένταξης, να παραταθεί η στήριξη όπως άλλωστε υπογράφουν εξηντα μία οργανώσεις στην επιστολή τους προς τις αρμόδιες αρχές (29.5.2020) στην Ελλάδα αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
Το αίτημα της κοινωνικής και επαγγελματικής ενσωμάτωσης των υπό έξωση προσφύγων δυναμιτίζεται συστηματικά από τα ξενοφοβικά και ρατσιστικά αντανακλαστικά, άμεσα η συγκαλυμμένα, διαφόρων αξιωματούχων οι οποίοι απευθύνονται βέβαια στο δικό τους κομματικό ακροατήριο και δεν ενδιαφέρονται για κοινοτικές παρεμβάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να απαλύνουν την ανασφάλεια, το φόβο και τη ψυχική οδύνη των απελπισμένων αυτών ανθρώπων.
 
Η συνέχεια του δράματος θα παιχτεί στην νέα διαπραγμάτευση με τους θεσμούς της Ε.Ε. και την Υπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. Από αυτό το πεδίο δεν πρέπει να είμαστε απόντες. Μια κοινωνία στην οποία οι μειοψηφίες υποφέρουν είναι μια κοινωνία σε κίνδυνο.

  1. Επ. Υπεύθυνος Προγράμματος Φροντίδας Ψυχικής Υγείας Προσφύγων ΕΠΑΨΥ
  2. Καθ. Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Πάντειο Παν., Επόπτης Προγράμματος Φροντίδας Ψυχικής Υγείας Προσφύγων ΕΠΑΨΥ

Πηγή: tvxs.gr

Life during the Corona Virus: View from the Ground (Δημοσίευση κειμένου του Σ. Στυλιανίδη στο πρόσφατο newsletter της WAPR)

Από το πρόσφατο newsletter της World Association for Psychosocial Rehabilitation (WAPR). Μπορείτε να το βρείτε εδώ.


Pandemic in Greece seems effectively manageable in comparison with our neighbors, Spanish and Italians. The particularity of the Greek situation is relating to the fact that the current health crisis has coincided with the symbolic end of a long term crisis starting in 2010 and lasting more than in any other European country. In fact we are coping with a crisis within a
crisis as well as with a number of “new” inequalities on the top of other previously witnessed.


I would like to share with you some narratives of mental health service users amidst crisis, some observations of sociological perspective in relation to the responses towards restrictive measures and finally, lacks of the public healthcare system that are dramatically emphasized during Covid-19 times.


Narratives:

20 year old, mental health service user:
“Doctor, I feel like we are in a huge psychiatric hospital all together. When I was first admitted I knew about when I will get out. Now I know nothing about when we will all get out”.

40 year old mental health service user with a history of hypochondriasis:
“I get my temperature about 70 to 80 times per day and because of the spastic cough I have, because of my anxiety that I will be infected, I also observed some blood in the sputum. Immediately I thought I had lung cancer and that I will die during the pandemic without my relatives close”.

40 year old mental health service user with chronic dysthymic disorder:
I think I am better than ever. Everyone is locked in their homes so I do not feel like I miss something from my life as I had been experiencing during the whole previous time. I am a bit ashamed to share it with you but I would like what we experience to last more”.

42 year old doctor, intensive care specialist, in the first line of the ICU:
“In the past I had been discussing during psychotherapy about death anxiety as a matter of existential nature. What I am experiencing now is that I might die any moment, without anyone close to me in my last hours, just like a patient of mine passed away two days again suffering from agonizing dyspnea. I administered morphine to better facilitate his passing away”.


These exerpts delineate in many levels how this health crisis impacts our mental state: We are hanging on the lips of infectious disease specialists and on the same time we are all co-experiencing two major ethical dilemmas:
– The anxiety of triage of patients if at some point the ICU beds are insufficient.
– The decision to lift the restriction measures with whatever consequences might come with it.

Such is disaster and war medicine without being in an actual war.
Observing our fellow citizens: The context of restrictions is common for each one of us. In a “sunbathed” country like Greece, how agonizing it can be to stay home and not enjoy spring, the sea and the colorful sunset. Nevertheless, social inequalities within quarantine are strongly evident. It’s not the same to be a refugee in a camp in Lesvos, an “illegal” migrant in Athens, a homeless person or with substance abuse seeking for her or his “fix”, a member of a large family living in 40 square meters in a downgraded place. It’s different to live in the expensive north suburbs or south suburbs of Athens, with a garden, a pool and trees around you or even the sea.

It might even sound appealing the motto that the virus does not discriminate against, while there are strong discriminations in diagnosis, care and isolation conditions. It looks like the needs of the people who have a chronic mental illness, the burden of their families are completely out of the picture, downplayed in terms of importance compared to the catalytic power of emergency, which during these times means dealing with the pandemic. I wonder, can support through web platforms and applications substitute a warm look, a touch, the caring that is expressed through the whole of our body?


We are all learning in this unfamiliar condition of negotiation with virtual reality. The “in” and “out” seems to be confused.

However, there are social behaviors that are emerging in our everyday life that are worth mentioning:
– In our everyday walk that takes place after getting permission for “physical exercise” we are experiencing kindness and “complicity” (a common experience of guilt). People greet each other and smile like the climbers when they meet fellow travellers sharing a hard path. We
understand each other within a common matrix. Like we are discovering our common and fundamental humanity, to be related with others.
– Cohabitants in the same block of flats, younger taking care of their elderly neighbors, shopping for them and gently knocking on their door to ask if they are in need of something.
– But also dark sides of this: situations of “ratting” on the other, when someone calls the authorities for an isolated swimmer or cyclist. Others are warning for “suspicious” gatherings beyond two people or for groups of youngsters meeting at square. The unconscious jealousy for the temporary joy of the other seems to legitimize “ratting” in the shape of upholding the
law.
– In some cases following the life of others becomes an obsession and is facilitated by public urge and motivation to protect public health.

Crisis of the public health care system: Pandemic makes us measure up as institutions and as society in a dramatic way, having an understanding of deficits and weaknesses of the national healthcare system but also to revise the neoliberal obsessions about lack of funding provision and shrinking such a system.


Lacks of diagnostic tests, staff and beds in the ICU, protective health equipment, effective organization and quality of services, destabilization of the primary health care which should have been functioning as an effective filter before hospital admissions are brought to the surface through solid complaints of hospital doctors. Giving them the award through the
ceremonial night applause on Sunday cannot substitute the long term structural weaknesses of the system, their cuts on wages, their professional burnout which can only be reduced through providing necessary means to cope with everyday clinical and therapeutic burden.


Public mental health services should have a triple role:
Α. To respond to urgent requests from patients and their families affected by the virus.
B. The continuity of care for people with chronic psychiatric needs.
C. The psychological support and empowerment of the first line healthcare staff.


After ten years of financial crisis it can be easily understood that we are far from such a necessary multiple level support. Pandemic does not only make us question our lives at an individual level, our social reality but it also radically puts into question the cohesion of the common European house itself. The continuity of inactivity, blaming our fate and being suspicious, the submission of leaderships to the interests of the financial elite can this time prove to be fatal.


Stelios Stylianidis

Συνέντευξη του Ρένου Παπαδόπουλου στον Στέλιο Στυλιανίδη (hspgp.gr)

Με τη συμμετοχή του Νίκου Γκιωνάκη (ψυχολόγος, Κέντρο Ημέρας ΒΑΒΕΛ)

O Ρένος Κ. Παπαδόπουλος, Ph.D. είναι Καθηγητής και Διευθυντής του ‘Κέντρου για το Τραύμα, το Άσυλο και τους Πρόσφυγες’, όπως επίσης και μέλος του ‘Κέντρου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα’, του ‘Δικτύου για το Μεταβατικό Δίκαιο’ και του ‘Kεντρικού Σημείου Ένοπλης Διαμάχης και Κρίσης’ τα οποία είναι τμήματα του Πανεπιστημίου του Εσεξ. Είναι επίσης Επίτιμος Κλινικός Ψυχολόγος και Συστημικός Οικογενειακός Θεραπευτής στην Κλινική Τάβιστοκ. Ασκεί το επάγγελμα του Κλινικού Ψυχολόγου, του Οικογενειακού Θεραπευτή και του Γιουνγκιανού Ψυχαναλυτή έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής του ζωής εκπαιδεύοντας και εποπτεύοντας αυτές τις ειδικότητες. Ως σύμβουλος στα Ενωμένα Έθνη, εργάζεται με πρόσφυγες, άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια και άλλους επιβιώσαντες πολιτικής βίας και καταστροφών σε πολλές χώρες. Ίδρυσε το πρώτο και το πιο μακράς διαρκείας μεταπτυχιακό πρόγραμμα για την Φροντίδα των Προσφύγων. Παραδίδει διαλέξεις και προσφέρει εκπαιδεύσεις εξειδίκευσης διεθνώς και το γραπτό του έργο υπάρχει σε δεκαέξι γλώσσες. Του έχουν πρόσφατα απονεμηθεί Βραβεία από την Ευρωπαϊκή Ένωση Οικογενειακής Θεραπείας για τo Eπίτευγμα ‘Moναδικής του συνεισφοράς στο πεδίο της Οικογενειακής Θεραπείας και Συστημικής Πρακτικής’, από το Πανεπιστήμιο του Έσεξ για την καλύτερη ‘Διεθνή Ερευνητική Επίδραση’, και από δυο Ιδρύματα του Μεξικού για την ‘εξαιρετική του εργασία με ευάλωτα παιδιά και οικογένειες στο Μεξικό’.

Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη εδώ.

Εικόνα νεαρής γυναίκας με μάσκα μπροστά από γκράφιτι της Μόνα Λίζα να φοράει μάσκα

Στέλιος Στυλιανίδης στο tvxs.gr: Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας

της Φωτεινής Λαμπρίδη

Στην πρόσφατη έρευνα της Palmos Analysis για το Speedy News, το 78% των πολιτών, φαίνεται να έχει αποφασίσει πως θα αποφεύγει τις κοινωνικές επαφές και μετά την κρίση της πανδημίας. Το πως επιδρά η πανδημία αλλά και τα μέτρα που πάρθηκαν στην κοινωνική μας συμπεριφορά, είναι κάτι που απασχολεί αρκετούς φιλοσόφους, όπως τον Ιταλό φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν που γράφει σε πρόσφατο άρθρο του: «Οι πρόσφατες δεκαετίες, στις οποίες κυριάρχησαν οι πολιτικές του φόβου, έχουν αφήσει το στίγμα τους. Αυτό μπορεί να το δει κανείς στο σημερινό φόβο της φυσικής επαφής, ή στα καχύποπτα βλέμματα που επιτηρούν την τήρηση της «απόστασης ασφαλείας» μεταξύ των ανθρώπων». Το tvxs.gr ζήτησε από τον Στέλιο Στυλιανίδη (καθηγητή κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρο – ψυχαναλυτή) να σχόλιασει τα αποτελέσματα της έρευνας.

«Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας η οποία τροφοδοτείται από τον εσωτερικευμένο φόβο και την αβεβαιότητα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του αυθορμητισμού και της αυθεντικότητας των διαπροσωπικών σχέσεων. Εάν παγιδευτούμε στις στατιστικές διακρίσεις (πχ συναναστροφή με Κινέζους ή Ιταλούς) μπορεί να διολισθήσουμε σε συμπεριφορές κοινωνικού ρατσισμού και διακρίσεων, λέει ενώ επισημαίνει επίσης ότι: «Οι διαφωνίες μεταξύ των λοιμωξιολόγων αγγίζουν λιγότερο την ιολογία και περισσότερο την πολιτική»

  • Ποια ήταν ο πρώτη σας σκέψη μετά την ανάγνωση της έρευνας της Palmos Analysis «οι Ελληνες και ο κορονοϊός»; 

Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι υπάρχει ένα δομικό ζήτημα ως προς την αξιοπιστία της απεικόνισης μιας τόσο πολύπλοκης πραγματικότητας. Είναι ίδια τα κυρίαρχα συναισθήματα εν μέσω πανδημίας μεταξύ μεσαίας ή ανώτερης τάξης και ατόμων που ξαναβρίσκονται σε συνθήκες ανεργίας, εργασιακής επισφάλειας, χρεών, φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού; Είναι ίδιες οι σκέψεις ατόμων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, όπως είναι οι ψυχικά ασθενείς, οι εξαρτημένοι, οι άστεγοι, άτομα με χρόνιο υποκείμενο νόσημα, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες; Πώς συνδέεται σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες η ατομική αγωνία, η έλλειψη προοπτικής και ελπίδας για το μέλλον με το φόβο της πανδημίας; Τι, άραγε, επικρατεί; Ο φόβος της νόσησης ή το βίωμα ενός γυμνού μέλλοντος; Θέλω να πω ότι οι κοινωνικές ανισότητες επηρεάζουν καθοριστικά τη στάση απέναντι στην υγειονομική κρίση και οι γενικεύσεις συσκοτίζουν αυτή την κρίσιμη παράμετρο. 

  • Σύμφωνα με την εμπειρία σας, είναι αντιπροσωπευτικό το υψηλό ποσοστό των πολιτών που σκοπεύουν να τηρήσουν τα μέτρα κοινωνικής απόστασης στο ορατό μέλλον; 

Σύμφωνα με την εμπειρία από άλλες μεγάλες σε έκταση και χρόνο επιδημίες εγκαθίσταται -μέσα σε ένα περιβάλλον φόβου και αγωνιώδους πρόληψης- ένας κοινωνικός αυτοματισμός: Το άγχος, οι καταθλιπτικές αντιδράσεις, το στρες, συμπτώματα που είναι κυρίαρχα και τεκμηριωμένα από έρευνες και σε άλλες πανδημίες, επιτείνουν την αγωνία νόσησης. Η εσωτερίκευση του φόβου μοιάζει να είναι καθολική και οδηγεί σε κοινωνικές συμπεριφορές όχι απλά της ενδεδειγμένης από τις δημόσιες αρχές προστασίας, αλλά κυριολεκτικά αποφυγής του άλλου, κάτι που αντιτίθεται στον ορθολογισμό. Από τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα ξέρουμε ότι πολλά κρούσματα είναι ασυμπτωματικά ή με πολύ ήπια συμπτώματα, 1/4 των ασθενών παρουσιάζουν μόνο γαστρεντερικά συμπτώματα (ναυτία, έμετο, διάρροια) και ένα άλλο μέρος παρουσιάζει τα γνωστά προβλήματα πυρετού και αναπνευστικής δυσχέρειας. Επίσης, ξέρουμε ότι τα διαγνωστικά τεστ αντισωμάτων έχουν μικρότερη από 65% αξιοπιστία. Έχοντας σαν δεδομένο ότι τα σημαντικά ερευνητικά κέντρα σε όλον τον πλανήτη, κάνουν μια κούρσα μέσα στο χρόνο για να παράγουν αποτελεσματικά αντιικά φάρμακα πριν από το εμβόλιο, η ερώτηση που τίθεται είναι πότε θα κολλήσουμε, όχι αν θα κολλήσουμε, και πότε θα εμφανιστεί η επόμενη πανδημία από άλλα στελέχη των κορονοϊών.  

Οι αντιφατικές εκτιμήσεις των ιολόγων και των επιδημιολόγων δείχνουν ότι ο σεβασμός στην επιστημονική μέθοδο οφείλει να είναι ένας σεβασμός στους χρόνους της, στις διαδικασίες της και στα ενδεχόμενα όριά της. Η βασική αντίφαση είναι μεταξύ μιας θέσης απόλυτης προστασίας, αυτό που ζούμε σήμερα στη χώρα μας, και μίας άλλης θέσης που παρουσιάζει τον ιό αυτό σαν σύνδρομο εποχικής γρίπης με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (ως προς την ταχύτητα και τον τρόπο μετάδοσης). Έτσι, και μέσα από την πολιτική διαχείριση του προβλήματος δημόσιας υγείας, οι διαφωνίες μεταξύ των λοιμωξιολόγων αγγίζουν λιγότερο την ιολογία, με την αυστηρή έννοια του όρου, και περισσότερο τις πολιτικές δημόσιας υγείας, την ανθεκτικότητα του συστήματος δημόσιας υγείας, τις αξίες και, σε τελευταία ανάλυση, την ίδια την πολιτική. Συμπερασματικά: Η αβεβαιότητα, το στίγμα και οι θεωρίες συνωμοσίας που συνδέονται με κάθε απρόβλεπτη φυσική καταστροφή οδηγούν στην μαζική εσωτερίκευση μιας πανδημίας φόβου με αποτέλεσμα αυτά τα υψηλά ποσοστά σε σχέση με τη διάθεση για κοινωνική αποστασιοποίηση. 

  • Γιατί απαντούν οι πολίτες με αυτόν τον τρόπο; Ποια είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα  και οι σκέψεις που καθορίζουν αυτή τη στάση; 

Όπως δείχνει η έρευνα, τα συναισθήματα της ανησυχίας, της ανασφάλειας και του φόβου είναι κυρίαρχα και υπερτερούν συντριπτικά της ελπίδας και της αισιοδοξίας. Η μεγιστοποίηση του φόβου ο οποίος προέρχεται από μια πραγματική απειλή συνδέεται άρρηκτα με την αναπαράσταση αυτής της απειλής μέσα μας, στον καθένα ξεχωριστά. Μέσα από τις αφηγήσεις ασθενών μου παρατηρώ μια διαρκή ταλάντωση μεταξύ ενός εσωτερικού καταδιώκτη, ενός αρχετυπικού φόβου ότι η ύπαρξή του θα αφανιστεί από αυτόν τον αόρατο εχθρό, και μια θέση μάχης απέναντι σε έναν εξωτερικό καταδιώκτη, τον ιό. Ο τρόπος που τα ΜΜΕ μεταδίδουν τον κίνδυνο διασποράς και νόσησης αγγίζει ένα κατώφλι πέραν του οποίου η ψυχική ζωή αρχίζει να γίνεται δυσλειτουργική. Έχει μεγάλη σημασία πώς από μια φάση ακραίας ετοιμότητας και εγρήγορσης μπορούμε να περάσουμε, μέσα από την ελαστικοποίηση των μέτρων, προς μια ενδυνάμωση της ατομικής ευθύνης χωρίς ποινολόγια και καταναγκασμούς. 

  • Γιατί οι πολίτες δείχνουν να θυσιάζουν την απόλαυση της κοινωνικής συναναστροφής τόσο μακροπρόθεσμα;

Ο τρόπος που η κοινωνία μας αντιδρά σ αυτή την πανδημία είναι αντιπροσωπευτικός της σχέσης της με την έννοια του ρίσκου/κινδύνου. Οι πολίτες ξέρουν από την επιστημονική αυθεντία και αποδέχονται ότι υπάρχουν ρίσκα που δεν μπορούμε να πάρουμε και είναι πρωτίστως αυτά που αφορούν την υγεία και τη ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ρίσκο: Να θέλουμε να προστατευθούμε από όλους τους πιθανούς κινδύνους – κάτι αδύνατο. 

Αν το ζητούμενο είναι να προβλέψουμε τα πάντα σχετικά με την υγεία μας, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια συνολική απορρύθμιση του συστήματος των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Σε σχέση με τον κορονοϊό, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η θνησιμότητα όσο η απίστευτη μεταδοτικότητα. Δεν έχει νόημα η σύγκριση με τα θύματα των τροχαίων ή μιας εποχικής γρίπης αλλά να λάβουμε υπόψιν τα αποτελέσματα μιας γεωμετρικής προόδου των κρουσμάτων. 

Αν δεν είχαν παρθεί έγκαιρα περιοριστικά μέτρα, οι επιπτώσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας, στις ευπαθείς ομάδες, στα ηλικιωμένα άτομα, θα ήταν μη προβλέψιμες όπως και οι οικονομικές παρενέργειες από ένα παρατεταμένο lockdown. Το πρόβλημα είναι ότι η αντιμετώπιση του υγειονομικού  κινδύνου μπορεί να φέρει οικονομική κατάρρευση. Με δεδομένες αυτές τις αντιφάσεις, η θυσία της απόλαυσης της κοινωνικής συναναστροφής ακόμη και μακροπρόθεσμα, είναι προτιμότερη από τη διαχείριση της αβεβαιότητας μέσα στην αβεβαιότητα (την οποία σηματοδοτεί η νόσηση σε συνδυασμό με την οικονομική αγωνία). 

  • Πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτή η καχυποψία και με ποιον τρόπο τη φύση των διαπροσωπικών μας σχέσεων, αλλά και τη σχέση του καθενός με αυτό που αποκαλούμε κοινωνικό σύνολο;

Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας η οποία τροφοδοτείται από τον εσωτερικευμένο φόβο και την αβεβαιότητα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του αυθορμητισμού και της αυθεντικότητας των διαπροσωπικών σχέσεων. Εάν παγιδευτούμε στις στατιστικές διακρίσεις (πχ συναναστροφή με Κινέζους ή Ιταλούς) μπορεί να διολισθήσουμε σε συμπεριφορές κοινωνικού ρατσισμού και διακρίσεων. 

  • Πόσο εύκολο είναι να γίνουμε περισσότερο χειραγωγήσιμοι από τις εξουσίες και να απεμπολήσουμε δικαιώματα; 

Ο περιορισμός ενός μεγάλου αριθμού δικαιωμάτων και ελευθεριών, θα πρέπει να αποτελέσει μια εξαιρετική συνθήκη με όσο το δυνατόν μικρότερη χρονική διάρκεια. Αυτή η εξαίρεση, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή, πρέπει να συνδέεται με την προστασία της ζωής των πολιτών και μόνο με αυτή. Οι παρεκκλίσεις τύπου Όρμπαν, θα πρέπει να καταδικαστούν εμπράκτως από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, στην αναζήτηση της βέλτιστης ισορροπίας μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειες.  Τα αυταρχικά καθεστώτα πάντα χρησιμοποιούν το φόβο για να χειραγωγήσουν τις μάζες και να παραβιάσουν τα ατομικά δικαιώματα μέσα από τη χρήση νέων τεχνολογιών. 

  • Μπορεί να προκύψει ο,τιδήποτε καλό από όλο αυτό που μας συμβαίνει; 

Έχει ήδη προκύψει: Πρώτον, η συνειδητοποίηση της διάψευσης της παντοδυναμίας του μετανεωτερικού ανθρώπου, μπορεί να οδηγήσει σε αναστοχασμό και επανανοηματοδότηση της ζωής μας. Δεύτερον, η συνειδητοποίηση της καταστροφής που μπορεί να φέρει στις κοινωνίες η οικολογική καταστροφή και η μεγιστοποίηση του κέρδους με κάθε μέσο ίσως να μας οδηγήσει σε περιορισμό του βιασμού της φύσης προς όφελος των αγορών. Τρίτον, η ανάδειξη της σημασίας της δημόσιας υγείας και ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους δίνει επιχειρήματα και κίνητρο στην Αριστερά για να επανασχεδιάσει – συγκροτημένα και όχι συνθηματολογικά – την πολιτική της ατζέντα ώστε να διευρύνει την επιρροή και την αξιοπιστία της. 

* Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρος – ψυχαναλυτής

Πηγή: tvxs.gr

Picture of Claudio Laks Eizirik

Claudio Laks Eizirik: Κακός αλλά δημοκρατικός ο νέος κορωνοϊός (ATHENS VOICE)

Πηγή: ATHENS VOICE

Ο πρώην πρόεδρος της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης Claudio Laks Eizirik μίλησε στην ATHENS VOICE και περιγράφει τις αλλαγές που έφερε στη ζώη μας ο κορωνοϊός.

O Clαudio Laks Eizirik είναι ψυχαναλυτής στο Πόρτο Αλέγκρε στη Βραζιλία και πρώην πρόεδρος της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ενωσης (ΙΡΑ). Είχαμε κάνει μια συζήτηση για την ψυχανάλυση στον σύγχρονο κόσμο μέχρι που ξέσπασε η πανδημία και αναγκαστικά ξεκινήσαμε τη συζήτηση από την αρχή.

Ψυχαναλυτικά πώς θα περιγράφατε την αλλαγή που έφερε στη ζωή μας η πανδημία;
Η πανδημία Covid 19 είναι ένα τραύμα στο ναρκισσισμό και την αλαζονεία της ανθρωπότητας. Πιστεύαμε στη διαρκή πρόοδο της επιστήμης και στην απόλυτη ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε πολλών ειδών προκλήσεις. Αλλά κάποτε ο Φρόιντ μας είχε διδάξει ότι η φύση και το μεγαλείο της μπορεί να μας μικρύνει και να μας φέρει στο πραγματικό μας μέγεθος: Είμαστε ευάλωτα και απροστάτευτα πλάσματα που σπαταλάμε το χρόνο μας κυρίως σε διαμάχες και μάχες για εξουσία, χρήμα, δόξα, φήμη, όπως επίσης για την καταστροφή του κοινού μας σπιτιού, του πλανήτη μας, της Γης, των φυσικών της πόρων και της άγριας ζωής.

Αυτός ο τρομερός ιός είναι δημοκρατικός μέσα στο κακό που προκαλεί. Δεν ξεχωρίζει τα θύματά του ανάλογα με το φύλο, τη θρησκεία, την ηλικία, τον πλούτο ή τη φτώχεια, δεν ακολουθεί τις διχοτομήσεις με τις οποίες μας αρέσει να κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους.

Από τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη είμαστε μάρτυρες του καλύτερου και του χειρότερου στην ανθρώπινη φύση: από τη μια αλληλεγγύη, γενναιοδωρία, προσφορά, αφοσίωση στο λειτούργημά τους από τους επαγγελματίες του συστήματος υγείας. Από την άλλη ψέματα, απληστία, ανικανότητα ηγεσίας και συντονισμού των προσπαθειών, αγώνας για εξουσία. Αυτή η δεύτερη ομάδα αποτυχίας και πολύ συχνά εγκληματικής αμέλειας είναι η κοινή παράδοση εθνικών ηγεσιών σε πολλά μέρη του κόσμου, στις λεγόμενες δημοκρατίες ή σε δικτατορικά καθεστώτα, όπως για παράδειγμα η Κίνα.

Αφορά την ψυχανάλυση ο ιός;
Η ψυχανάλυση δείχνει αξιοσημείωτη αντίδραση στην πανδημία. Πρώτα-πρώτα ο βασικός της θεσμός, η Διεθνής Ψυχαναλυτική Ενωση (ΙΡΑ), προσφέρει ανοιχτές συζητήσεις και διαδικτυακά σεμινάρια, σε σχέση με τις βασικές συνέπειες της πανδημίας στον ψυχισμό αλλά επίσης για την πρακτική βοήθεια στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Έπειτα, σχεδόν σε όλες τις χώρες όπου υπάρχουν ενώσεις ψυχαναλυτών δραστηριοποιούνται ομάδες για να προσφέρουν συναισθηματική στήριξη στην κοινωνία και στους εργαζόμενους στο χώρο της ψυχικής υγείας.

Σε όλες τις χώρες, οι αναλυτές δεν σταματούν να βλέπουν τους ασθενείς τους, με συνεδρίες online, και με διαφορετικούς τρόπους για τη συνέχιση της θεραπείας. Σε όλες τις χώρες και τις περιοχές οι αναλυτές ακολουθούν προσεκτικά τις οδηγίες του ΠΟΥ παρά τις ισχυρές προσπάθειες να υποβαθμιστεί η ανάγκη της κοινωνικής απόστασης από  παράγοντες σε πολλούς τομείς της οικονομίας και μερικές δυσλειτουργικές κυβερνήσεις. 

Θα μάθουμε κάτι, όταν ο εφιάλτης τελειώσει, σχετικά με την ποιότητα της ζωής, τις υπηρεσίες υγείας και ενός καλύτερου τρόπου συνύπαρξης με τον εαυτό μας, με τους άλλους και με τη φύση; Ειλικρινά ελπίζω ότι η απάντηση θα είναι θετική ακολουθώντας τη συμβουλή του Φρόιντ να μη χάνουμε ποτέ την έλλογη αισιοδοξία. 

Γιατί είναι η ψυχανάλυση σημαντική στο σύγχρονο κόσμο;
Η ψυχανάλυση είναι πολύ σημαντική στο μοντέρνο κόσμο, επειδή μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πιο βαθιά γιατί και με ποιο τρόπο δουλεύει ο ανθρώπινος νους τόσο σε υγιείς όσο και σε παθολογικές καταστάσεις. Έτσι, η ψυχανάλυση προσφέρει μια συγκεκριμένη αντιμετώπιση των ψυχικών δυσκολιών, που τόσο η κλινική εμπειρία για περισσότερο από 100 χρόνια όσο και προσεκτικές σύγχρονες μελέτες δείχνουν πως έχει εκπληκτικά και δομικά αποτελέσματα στους ασθενείς μας. Όμως, η ψυχανάλυση είναι επίσης και ένα πολύτιμο εργαλείο για την κατανόηση των ομάδων και της μαζικής ψυχολογίας, έτσι είναι πολύ χρήσιμο να έχουμε μία ψυχολογική οπτική για το σύγχρονο κόσμο που ζούμε όπως και για τις προηγούμενες πολύπλοκες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις.

Γιατί είναι σημαντική η Διεθνής Ψυχαναλυτική Εταιρεία (IPA);
Η Διεθνής Ψυχαναλυτική Εταιρεία είναι η πιο σημαντική διεθνής ψυχαναλυτική εταιρεία, με περίπου 13.000 μέλη και 5.000 διδάσκοντες αναλυτές σε 56 χώρες σε όλες τις ηπείρους, επειδή ο κύριος στόχος μας είναι να προωθήσουμε και να παρακολουθούμε το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και πρακτικής των ψυχαναλυτών και να πιστοποιούμε αναλυτές που εργάζονται ακολουθώντας υψηλά δεοντολογικά κριτήρια. Η Δ.Ψ.Ε. διοργανώνει διεθνή συνέδρια κάθε δύο χρόνια, πολλές δραστηριότητες, εκδόσεις, ένα πολύ ενεργό website και δημιουργεί ένα αναπτυσσόμενο πρόγραμμα, γνωστό ως ψυχανάλυση στην κοινότητα.

Πώς μπορεί η ψυχανάλυση να συνεισφέρει στην κατανόηση της βίας στη μετα-νεωτερική κοινωνία;
Η βία δεν είναι κάτι καινούργιο στις μέρες μας. Στην πραγματικότητα, από την αρχαία εποχή, όταν για παράδειγμα παρατηρούμε την ελληνική ιστορία και την μυθολογία, τη Βίβλο, ή το Κοράνι, η βασική σύγκρουση μεταξύ ενορμήσεων ζωής και θανάτου στο ασυνείδητο μας και στην εξωτερική πραγματικότητα είναι πάντα παρούσα. Ίσως στην μεταμοντέρνα κοινωνία γινόμαστε μάρτυρες μιας αυξανόμενης κυριαρχίας της εικόνας επί των ιδεών, της δράσης επί των σκέψεων, και μια μανιώδη αναζήτηση γρήγορης ευχαρίστησης, απαντήσεων και βελτίωσης. Όταν επέρχεται η ματαίωση, τότε η βία μπορεί να ξεσπάσει. Η παγκοσμιοποίηση, η πιθανότητα να έχει κανείς απαντήσεις και φαινομενική ευχαρίστηση σε πραγματικό χρόνο μπορούν επίσης να παρακινήσουν τη βία. Οι οικονομικές δυσκολίες, όπως επίσης και υπερβολικός – χωρίς όρια – πλούτος, μπορούν επίσης να παρακινήσουν τη βία. Η ατιμωρησία των διεφθαρμένων ή δικτατορικών ηγετών ή των πολιτικών μπορεί επίσης να αφυπνίσει ένα συναίσθημα πως όλα είναι πιθανά. Η απουσία μίας δημοκρατικής δομής και νόμων που θα εφαρμόζονται για όλους μπορεί επίσης να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Αυτές είναι κάποιες υποθέσεις να σκεφτεί κανείς σχετικά με αυτό το πολύπλοκο θέμα.

Πώς μπορεί η ψυχανάλυση να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τη σύγχρονη άνοδο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας; Πώς την αγγίζει το προσφυγικό ζήτημα;
Το βασικό φαινόμενο είναι η προβολή, που σημαίνει ότι κάποιοι ή πολλοί άνθρωποι προβάλλουν τα δικά τους βαθύτερα αρνητικά συναισθήματα, όπως ο θυμός, ο φθόνος, η ζήλεια, σε άλλους ανθρώπους, οι οποίοι φαίνονται επικίνδυνοι, βρώμικοι, εχθροί, και έτσι πρέπει να κρατηθούν έξω από τη γη, την πόλη ή τη γειτονιά. Το απαρτχάιντ, το ολοκαύτωμα και κάθε είδους ξενοφοβία αποτελούν παραδείγματα. Όπως πολύ ξεκάθαρα έχουν δείξει η Hanna Arendt και ο σπουδαίος αναλυτής André Green αυτές οι εκφράσεις της ανθρώπινης κακίας βασίζονται στην απανθρωποποίηση (dehumanize) του άλλου, του διαφορετικού. Οι Ναζί και άλλοι όμοιοι φανατικοί θεωρούσαν τους Εβραίους, τους μαύρους, τους Ρομά, τους ομοφυλόφιλους μη ανθρώπινα πλάσματα. Κάποιοι άνθρωποι βλέπουν και τους σύγχρονους πρόσφυγες με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν επίσης και οικονομικοί παράγοντες. Ο Φρόιντ έδειξε, στο κείμενο του για το Ανοίκειο, ότι το διαφορετικό, το παράξενο, οτιδήποτε φοβόμαστε, είναι στην πραγματικότητα κάτι που μας ήταν γνώριμο στο παρελθόν, το οποίο είχε απωθηθεί ή ξεχαστεί και τώρα πια μας τρομάζει σαν να ήταν κάτι νέο και τρομακτικό. Αυτό που φοβόμαστε, στην πραγματικότητα, είναι οι δικές μας φαντασιώσεις, οι ευχές, επιθετικές και σεξουαλικές, τις οποίες αποδίδουμε σε άλλους ξένους ανθρώπους. Αυτός είναι ένας λόγος, που η ψυχανάλυση μας διδάσκει πόσο σημαντικό είναι να ακούς τον άλλον.

Πρόσφατα έχετε γράψει ένα βιβλίο σχετικά με τη σχέση ανάμεσα στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση. Ως επαγγελματίας και στα δύο αυτά πεδία, πώς εξηγείτε την αντίσταση που δείχνει η σύγχρονη ψυχιατρική, η οποία εστιάζει στην ερευνητικά-τεκμηριωμένη (evidence-based) φαρμακευτική αγωγή και στο βιοϊατρικό μοντέλο, εναντίον της διεύρυνσής της μέσα από την ψυχαναλυτική οπτική;
Εξαρτάται από τη χώρα ή από την περιοχή, αλλά στην πραγματικότητα πολλοί ψυχίατροι, κατά μία έννοια, εξιδανικεύοντας τον νου, κατά κάποιο τρόπο έχασαν το μυαλό τους, αν μου επιτρέπεται να το πω αυτό. Πολλοί ασθενείς, ακόμα κι εκείνοι με τις πιο σοβαρές ψυχικές διαταραχές, χρειάζονται κάποιου είδους ψυχοθεραπεία, ακόμα και ψυχανάλυση, σε κάποιες περιπτώσεις. Η εμπειρικά αποδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή ήταν ένα μεγάλο επίτευγμα, αλλά από την περίοδο του Ιπποκράτη γνωρίζουμε ότι η φαρμακευτική αγωγή ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα είναι μία ακριβής επιστήμη. Παρεμπιπτόντως, ακόμα και οι μεγαλύτεροι επιστήμονες, και έχω κάποιους στο μυαλό, που γνωρίζω καλά, είναι πολύ προσεκτικοί στα συμπεράσματά τους. Έτσι, στο βιβλίο μας, προτείνουμε μια κριτική αξιολόγηση και των δύο τομέων, και αναστόχαζόμαστε τόσο πάνω στα επιτεύγματα μας όσο και στους περιορισμούς. Αυτό που χρειάζονται και ζητούν οι ασθενείς μας είναι να εργαζόμαστε με έναν όσο το δυνατόν συνθετικό και συνεργατικό τρόπο.

Σε μία περίοδο, όπου οι ανισότητες και η κοινωνική αδικία είναι βασικοί παράγοντες της κοινωνικής πραγματικότητας, είναι η ψυχανάλυση μια υπηρεσία που απευθύνεται στην ελίτ, σε εκείνους που έχουν την άνεση να την πληρώσουν;
Αυτή είναι μία άδικη θεώρηση της πραγματικότητας της εργασίας μας. Σε όλο τον κόσμο, οι ψυχαναλυτικές εταιρείες έχουν ψυχανάλυση χαμηλού κόστους, που επιτρέπουν σε ανθρώπους που δεν μπορούν να πληρώσουν το σύνηθες αντίτιμο, να κάνουν ανάλυση. Αλλά επίσης δεν είναι αλήθεια ότι οι αναλυτές βλέπουν ανθρώπους που προέρχονται από μια οικονομική ή κοινωνική ελίτ. Βλέπουμε πολλούς διαφορετικούς ασθενείς, κάθε είδους επαγγέλματος και από διάφορες κοινωνικές τάξεις, και δεν είναι καθόλου σπάνιο να μειώνουμε ή να προσαρμόζουμε τις τιμές. Υπάρχει επίσης, μία νέα τάση ανάμεσα στους ψυχαναλυτές, να εργάζονται έξω από την ιδιωτική πρακτική, διδάσκοντας, εποπτεύοντας την εργασία νεότερων συναδέλφων οι οποίοι έχουν ασθενείς σε ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, δουλεύοντας σε σχολεία για παιδιά και εφήβους, ακούγοντας αναλυτικά ανθρώπους που υπέφεραν από τραυματικά γεγονότα, όπως οι πρόσφυγες και όσοι είναι θύματα φυσικών καταστροφών, και πολλά άλλα. Κοντολογίς, η ψυχανάλυση είναι ενεργή και παράγει έργο στην κοινότητα τόσο με την εργασία μας όσο και με όλα αυτά τα σενάρια, που ανέφερα ανάμεσα σε τόσα άλλα.

Ο Σ. Στυλιανίδης στην εκπομπή “Ένα Βλέμμα” του Ν. Ξυδάκη στον 105,5 FM Στο Κόκκινο

Ο Σ. Στυλιανίδης στην εκπομπή “Ένα Βλέμμα – Α΄Μέρος” του Ν. Ξυδάκη στον 105,5 FM Στο Κόκκινο, την Τρίτη 22/04/2020.

Αρχείο 105,5 FM Στο Κόκκινο (LINK)

Εικόνα ιατρών με ειδικές στολές σε ΜΕΘ

“Η ανατομία του εγκλήματος στη Λομβαρδία”, του Στέλιου Στυλιανίδη (tvxs.gr)

Bασισμένο σε ντοκουμέντα και εμπιστευτικές  συζητήσεις με κορυφαίους Ιταλούς καθηγητές, το κείμενο του ψυχίατρου-ψυχαναλυτή κ. Στυλιανίδη, καθηγητή κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, αναλύει τον καταστροφικό ρόλο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών απορύθμισης  του συστήματος δημόσιας υγείας, σε όφελος των ιδιωτικών συμφερόντων. Το αποτέλεσμα ήταν η  εκατόμβη των θυμάτων, σε μία από τις πλούσιες περιοχές της Ευρώπης.

Η Λέγκα του Βορρά με τις συμμαχικές της δυνάμεις της ακροδεξιάς και της κεντροδεξιάς έχει την ευθύνη της διακυβέρνησης στην περιφέρεια της Λομβαρδίας από τον Φεβρουάριο του 2013. Το 2018 κατέκτησε την πλειοψηφία της τοπικής διακυβέρνησης με ποσοστό 49,75% (Λέγκα του Βορρά και σύμμαχοι) με το Δημοκρατικό Κόμμα να φτάνει σε ποσοστό 19,28% και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στο 17,8%.

Σύμφωνα με το ιταλικό Σύνταγμα οι τοπικές κυβερνήσεις των περιφερειών (regione) έχουν την ευθύνη της συνολικής διακυβέρνησης της περιφέρειας, επομένως και του τομέα δημόσιας υγείας.

Η Λομβαρδία έχει πληθυσμό περίπου όσο η Ελλάδα: Με στοιχεία 31/12/2018 10.060.574 κάτοικοι ζουν σε μια από τις πλουσιότερες περιοχές της Ευρώπης. Επομένως, τα επιδημιολογικά δεδομένα και στοιχεία της λειτουργίας του δημόσιου συστήματος υγείας μπορεί να είναι συγκρίσιμα, υπό προϋποθέσεις, με αυτά που ισχύουν στη δική μας χώρα.

Σχηματικά θα αναφερθούμε στις όψεις της διαχείρισης της κρίσης του Covid-19 στην περισσότερο πληγείσα περιοχή της Ευρώπης. 

1.   Το κόστος της πανδημίας με έναν δυσανάλογο τρόπο επιβάρυνε τα ηλικιωμένα άτομα. Συγκεκριμένα, στο 22% του πληθυσμού που υπερβαίνει τα 65 χρόνια ανήκει το 56% του συνολικού αριθμού των κρουσμάτων, ενώ μεταξύ των νεκρών το 87% είναι άνω των 70 ετών και μόνο το 2% είναι κάτω των 65 ετών. Πολλά από αυτά τα ηλικιωμένα άτομα δεν είναι ευάλωτα μόνο γιατί είχαν υποκείμενες χρόνιες νόσους, αλλά επίσης γιατί ζουν μόνα τους σε συνθήκες κοινωνικά απαράδεκτες, χωρίς βοήθεια στο σπίτι και πρωτοβάθμια φροντίδα ή σε οίκους ευγηρίας.

Απέναντι στις ανάγκες αυτής της μερίδας του πληθυσμού το δημόσιο σύστημα υγείας στην περιφέρεια της Λομβαρδίας, κατακερματισμένο, επικεντρωμένο μόνο στις εξειδικευμένες επεμβάσεις, εξαιρετικά φτωχό σε κοινοτικούς πόρους υγείας, μη συνδεδεμένο με τις κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων και κοινοτήτων, κατάφερε να απαντήσει μόνο σε συνθήκες επείγουσες, επιλέγοντας λόγω του πληθωρισμού των αιτημάτων στις μονάδες εντατικής θεραπείας, ανάλογα με το προσδόκιμο επιβίωσης του κάθε ασθενούς.

2.   Το βάρος της επείγουσας ιατρικής βοήθειας στην αρχική φάση έπεσε  στο δημόσιο νοσοκομειακό δίκτυο. Το ιδιωτικό νοσοκομειακό δίκτυο, παρά την τεράστια ανάπτυξή του κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Λέγκα, και παρά την απορρόφηση σημαντικών πόρων της περιφέρειας μέσα από συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, κλήθηκε από την τοπική κυβέρνηση να συμβάλει με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς συντονισμό και συγκεκριμένο ρόλο.

Όλα αυτά τα χρόνια διακυβέρνησης της Λέγκα, ακόμη και αν θεωρητικά ο ιδιωτικός τομέας συντονιζόταν από τις διοικήσεις των δημόσιων νοσοκομείων στο πλαίσιο ενός δήθεν συνεχούς συστήματος ενδο/εξωνοσοκομειακής φροντίδας, οι ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας δομήθηκαν με τρόπο αυτόνομο, εξυπηρετώντας εκείνες τις υγειονομικές ανάγκες του πληθυσμού από τις οποίες μπορούσαν να αποκομίσουν το μεγαλύτερο κέρδος και φυσικά όχι σε σχέση με τις επιδημιολογικά τεκμηριωμένες ανάγκες δημόσιας υγείας της περιφέρειας. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι οι ιδιωτικές κλίνες για μεταδοτικές νόσους (λοιμώξεις) αντιπροσωπεύουν μόνο το 6% του συνόλου των ιδιωτικών κλινών και οι κλίνες των πνευμονολογικών ασθενειών μόνο το 7% σε σύγκριση με το 74% των κλινών για επείγουσες επεμβάσεις και θέσεων φυσικής αποκατάστασης.

Είναι σαφές ότι αυτό το 74% αντιπροσωπεύει τον πλέον προσοδοφόρο τομέα των υπηρεσιών υγείας, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. Κατά συνέπεια, τη στιγμή της υγειονομικής κρίσης, και παρά τις όψιμες εκκλήσεις του προέδρου της τοπικής κυβέρνησης, η συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα δεν καθοριζόταν από μια θεσμική συνθήκη, αλλά από την ανύπαρκτη καλή του θέληση.

3.   Το προσωπικό των δημόσιων νοσοκομείων, στην πρώτη γραμμή της μάχης, πλήρωσε ένα τεράστιο προσωπικό κόστος (νεκροί, κρούσματα, βαριά νοσούντες) και ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο τη μείωση κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας των νοσοκομειακών κλινών σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές περιφέρειες, συγκρίσιμες με τη Λομβαρδία.

Όσον αφορά τις κλίνες ΜΕΘ, ο ανεπαρκής αριθμός των 850 κλινών αποδείχθηκε ήδη ανεπαρκής εδώ και δύο χρόνια, τη στιγμή της κορύφωσης της εποχικής γρίπης, η οποία ανέδειξε τα σοβαρά κενά της επείγουσας περίθαλψης. Η μείωση των κλινών ΜΕΘ, την οποία αποφάσισε η Λέγκα, αυτονόητα συνοδεύτηκε από μείωση προσωπικού, τεχνολογικών μέσων και πόρων υποδομής, απαραίτητων για να λειτουργήσει αποτελεσματικά ο δημόσιος τομέας των ΜΕΘ.

4.   Εάν άλλο αναδυόμενο πρόβλημα ήταν αυτό των προγραμματισμένων χειρουργικών επεμβάσεων, λόγω της επείγουσας μείωσης των διαθέσιμων χειρουργικών κλινών οι οποίες διατέθηκαν στα νοσοκομεία αναφοράς για τον Covid-19. Σε αυτή την κρίσιμη κατάσταση, όταν η τοπική κυβέρνηση έκανε έκκληση για την συμβολή του ιδιωτικού τομέα υγείας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα επείγοντα χειρουργικά περιστατικά (κυρίως ογκολογικά), αυτός προγραμμάτισε τις επεμβάσεις σε συνάρτηση με εκείνες τις παθολογίες που ήταν περισσότερο συμφέρουσες σε επίπεδο κέρδους. Αυτός ο “προγραμματισμός” έγινε με τρόπο εντελώς αδιαφανή, χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη λογοδοσία στις θεσμικές υπηρεσίες διοίκησης υγείας της περιφέρειας.

5.   Ο τομέας της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΠΦΥ) δεν μπόρεσε να έχει αποφασιστική συμβολή, σαν ένα ισχυρό φίλτρο ροής των περιστατικών προς τα νοσοκομεία. Και σ αυτόν τον τομέα αναδείχτηκε με εμφατικό τρόπο η απομόνωση από το σύστημα των γιατρών γενικής ιατρικής, η έλλειψη μέσων, η μη σύνδεση με τις νοσοκομειακές δομές και τα εξωτερικά ιατρεία τους στην επιλογή των περιστατικών, η δραματική έλλειψη μέσων προστασίας των λειτουργών της ΠΦΥ στην υποδοχή των περιστατικών.

Επίσης, τα ελλείμματα συνέργειας και συνεργασίας που είχαν ήδη επισημανθεί στο παρελθόν από υγειονομικούς μεταξύ τοπικής αυτοδιοίκησης, φροντίδας στο σπίτι, κέντρων πρόληψης και διασύνδεσης κοινωνικών υπηρεσιών και υπηρεσιών υγείας έγιναν αντιληπτά μεταξύ άλλων και με το πογκρόμ στους οίκους ευγηρίας, όπου προσεβλήθη το 20% των ηλικιωμένων.

6.   Το έλλειμμα συνεργασίας μεταξύ των δήμων/κοινοτήτων και των υπηρεσιών ΠΦΥ προκειμένου να δημιουργηθεί ένα δίκτυο φροντίδας για τα περιστατικά που δεν ήταν σε οξεία φάση, όπως επίσης η μείωση της διασποράς του ιού από τους ασυμπτώματικούς φορείς, δεν στάθηκε δυνατή, λόγω των κενών στην οργάνωση των υπηρεσιών.

7.   Η επείγουσα πρόσληψη προσωπικού προκειμένου να καλυφθούν τα κενά ανατέθηκε στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς τον καθορισμό κριτήριων πρόσληψης όπως αυτά έχουν θεσπιστεί από τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας.

8.   Τα κενά και οι αβεβαιότητες που προέκυψαν στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης από τις περιφέρειες, ιδιαίτερα όμως της Λομβαρδίας, ο φτωχός συντονισμός, η ελλειμματικότητα στην εφαρμογή επιχειρησιακών μοντέλων παρέμβασης, ανέδειξαν με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η αποκέντρωση χωρίς κανόνες, αρχές και όρια δεν είναι μόνο πηγή ανισοτήτων αλλά και σοβαρής αναποτελεσματικότητας.

Για όλους αυτούς τους λόγους η συλλογικότητα “Μιλάνο 2030”, στην οποία συμμετέχουν προσωπικότητες όπως ο καθηγητής Αντζελο Μπαρμπάτο  και  αποτελείται από ένα δίκτυο σωματείων, συλλόγων, κομμάτων και πολιτικών κινήσεων της Αριστεράς, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, επέλεξαν να συμπράξουν σε μια πολιτική πρωτοβουλία η οποία δεν έχει ιστορικό προηγούμενο: Να ζητήσουν επίσημα από την κεντρική κυβέρνηση την άμεση αφαίρεση αρμοδιοτήτων στη δημόσια υγεία από την τοπική κυβέρνηση της Λομβαρδίας και την ανάθεση σε έναν επίτροπο (Commissario ad acta) της ευθύνης της πολιτικής διαχείρισης. Αυτή η πρωτοβουλία που έχει σαν στόχο την αντιμετώπιση της φοβερής κρίσης και την προστασία της δημόσιας υγείας βασίζεται στην εφαρμογή του άρθρου 32 του ιταλικού συντάγματος.

9.   Από την Λομβαρδία δεν έχουμε μόνο να διδαχτούμε τη σημασία των έγκαιρων περιοριστικών μέτρων πρόληψης, όπως ευρέως λέγεται, αλλά και κάτι ακόμη που δεν λέγεται: Ότι η ισχύς και η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος δημόσιας υγείας είναι ένα ζήτημα βαθιά ιδεολογικό, πολιτικό, αξιακό και, τελικά, ηθικό. Η νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία των συμπράξεων ιδιωτικού-δημόσιου, χωρίς πλαίσιο, αρχές και κανόνες, μπορεί να αποβεί καταστροφική για τη δημόσια υγεία. Συνέβη στην πλούσια Λομβαρδία. 

Πηγή: tvxs.gr