Κατηγορία: <span>Δημοσιεύσεις</span>

Στέλιος Στυλιανίδης – Αντιμέτωποι με την επιδημία του φόβου. (ΤΟ ΒΗΜΑ, 05/01/2022)

Πηγή :https://www.tovima.gr/2022/01/05/society/stelios-stylianidis-antimetopoi-me-tin-epidimia-tou-fovou/

Ο καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής μιλάει για τις επιπτώσεις της COVID στην ψυχική υγεία, ιδιαίτερα για τα άτομα σε δυσμενή οικονομική θέση, και προτείνει αντίδοτα για το βίωμα της εσωστρέφειας.

Στέλιος Στυλιανίδης – Αντιμέτωποι με την επιδημία του φόβου | tovima.gr


Η πανδημία της COVID-19, ο εγκλεισμός και το social distancing έχουν επιβαρύνει πολύ την ψυχική μας υγεία. Σύμφωνα με στοιχεία του Εργαστηρίου Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ, τον πρώτο χρόνο της πανδημίας, μέχρι τον Μάρτιο του ’21, η αύξηση της χρήσης των αντικαταθλιπτικών άγγιζε το 31% και των αγχολυτικών το 77%, ενώ η χρήση κοκαΐνης είχε τριπλασιαστεί! Την ίδια στιγμή, η φοβία όχι τόσο για τον ίδιο τον ιό αλλά για τον «άλλον», τον οποίο κοιτάζουμε με καχυποψία, αναμένεται να είναι μακροπρόθεσμη και δεν θα λήξει με τον έλεγχο της πανδημίας. Αυτό αναφέρει ο κ. Στέλιος Στυλιανίδης, ψυχίατρος – ψυχαναλυτής-ομαδικός αναλυτής, καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ).

Τα τελευταία δύο χρόνια η ζωή και η καθημερινότητά μας άλλαξαν άρδην εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού. Πόσο έχουν επιβαρύνει την ψυχική μας υγεία ο εγκλεισμός και το social distancing;

«Η πανδημία αποτελεί ένα συλλογικό τραύμα, δοκιμασία για την ανθεκτικότητα όλων μας. Σε πολλούς αποτελεί όχι απλώς μια ριζική αλλαγή της ρουτίνας της «κανονικότητας» αλλά μια ρήξη στον ψυχισμό, ο οποίος αδυνατεί να επεξεργαστεί με θετικό τρόπο το σοκ μιας δυστοπικής κοινωνικής πραγματικότητας. Το πέρασμα από την ταχύτητα του σύγχρονου τρόπου ζωής στην κοινωνική αποστασιοποίηση, στον εγκλεισμό και στην ακινησία έθεσε σε επερώτηση την ψυχοσωματική μας ισορροπία. Στο πριν, κυριαρχούσαν ο ακραίος καταναλωτισμός, η εξιδανίκευση του πλούτου, η ισχύς του χρήματος ως άμυνα απέναντι στο άγχος θανάτου, η ικανοποίηση του αγοραίου ναρκισσισμού μέσα από τα πολλά likes στα social media και η κουλτούρα του κενού. Με την πανδημία υπάρχουν τεκμηριωμένες έρευνες και στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο που δείχνουν με διαφορετικές διαβαθμίσεις τη μεγάλη αύξηση των λεγόμενων κοινών ψυχικών διαταραχών (κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές, διαταραχές ύπνου, φοβίες, κρίσεις πανικού), επιδείνωση των διαταραχών χαρακτήρα και συμπεριφοράς (αυτοκαταστροφικές και ετεροκαταστροφικές συμπεριφορές), δραματική αύξηση (50% το 2021 σε σχέση με το 2020) της ενδοοικογενειακής βίας και των γυναικοκτονιών, αύξηση της κατανάλωσης ουσιών, της επιβλαβούς χρήσης αλκοόλ, των ψυχοτρόπων φαρμάκων. Σύμφωνα με στοιχεία του Εργαστηρίου Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ, καταγράφεται τρεις φορές αύξηση της χρήστης κοκαΐνης από την αρχή της πανδημίας έως τον Μάρτιο του ’21, αύξηση 77% στην κατανάλωση της λοραζεπάμης (φαμακευτικής ουσίας με αγχολυτική δράση), αύξηση 31% των αντικαταθλιπτικών. Επίσης, η αλληλουχία των κρίσεων, από την οικονομική στην υγειονομική, επέτεινε τις ψυχοσωματικές εκδηλώσεις (κεφαλαλγία, άσθμα κ.λπ.) και τις διαταραχές πρόσληψης τροφής, δείκτης μιας βαθύτερης παροδικής ή πιο μόνιμης ψυχικής αποδιοργάνωσης. Στα παιδιά και στους εφήβους παρατηρείται αύξηση των βίαιων και επιθετικών συμπεριφορών στο ενδοσχολικό περιβάλλον, αύξηση της κατάθλιψης, της αυτοκτονικότητας και των εθισμών, με κυρίαρχη την εξάρτηση από το Διαδίκτυο».

Το θέμα της εφετινής Παγκόσμιας Ημέρας Ψυχικής Υγείας ήταν «Η ψυχική υγεία σε έναν άνισο κόσμο». Η πρόσβαση στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας παραμένει άνιση και φαίνεται ότι η πανδημία διεύρυνε αυτές τις ανισότητες. Ποια είναι η κατάσταση στην Ελλάδα;

«Η κραυγαλέα ανισότητα είναι η πρόσβαση των πλούσιων και των φτωχών χωρών στα εμβόλια. Ο ΠΟΥ υπογράμμισε σε συστηματικές αναφορές του ότι η πανδημία έβαλε σε δοκιμασία τα ήδη εύθραυστα συστήματα δημόσιας υγείας όχι μόνο των αναπτυσσόμενων χωρών αλλά και των χωρών του δυτικού κόσμου. Οι ευχές των πολιτικών ηγεσιών για ενίσχυση της χρηματοδότησης, των ανθρώπινων πόρων, της διαθεσιμότητας και πρόσβασης σε νέες υπηρεσίες Υγείας τονίζουν το δραματικό χάσμα μεταξύ αιτημάτων για σωματική και ψυχική φροντίδα και διαθέσιμων πόρων. Ο χώρος της ψυχικής υγείας πλήττεται ακόμα περισσότερο από την υποχρηματοδότηση γιατί για πολύ καιρό βρισκόταν χαμηλά στις προτεραιότητες, παρά τους τεκμηριωμένους δείκτες σε παγκόσμιο επίπεδο για αύξηση της κατάθλιψης, των αυτοκτονιών και των εξαρτήσεων. Στη χώρα μας, από προηγούμενες επιδημιολογικές έρευνες στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, προέκυπτε ότι μόνο ένας στους τέσσερις πολίτες που υπέφεραν από μια κοινή ψυχική διαταραχή είχε πρόσβαση σε βοήθεια, σε ψυχολογική-ψυχιατρική φροντίδα, και αυτή εν πολλοίς ανεπαρκής. Η αύξηση των ψυχικών διαταραχών στη διάρκεια της πανδημίας όξυνε ακόμα περισσότερο το έλλειμμα κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, τις ανισότητες στην πρόσβαση σε αξιόπιστες υπηρεσίες και συχνά φαινόμενα «αυτοθεραπείας» μέσα από την άλογη θεραπεία υπνωτικών, αγχολυτικών και αντικαταθλιπτικών. Οι ψυχιατρικές διαταραχές επιβαρύνουν άνισα τα άτομα που βρίσκονται σε δυσμενή κοινωνική και οικονομική θέση».

Η μεγαλύτερή μας φοβία παραμένει αυτή για τον «άλλον». Κοιταζόμαστε πλέον καχύποπτα. Ποιες θεωρείτε ότι θα είναι οι μακροχρόνιες επιδράσεις;

«Η γενικευμένη καχυποψία δημιουργεί παράλογους φόβους όχι μόνο μετάδοσης του ιού αλλά και απειλής του ανοίκειου που υπόρρητα ενυπάρχει στον ανθρώπινο ψυχισμό. Στην ουσία μιλάμε για τον φόβο όχι μόνο ενός εξωτερικού κινδύνου που εκπροσωπείται από τον ιό αλλά για τον φόβο μιας εσωτερικής κατάρρευσης, με αποτέλεσμα να εξασθενούν σημαντικά οι ψυχικές άμυνές μας. Η επίδραση αυτού του φόβου θα είναι μακροπρόθεσμη και δεν θα λήξει με τον έλεγχο της πανδημίας».

Οι επιδράσεις στην κοινωνική συνοχή; Ξαφνικά έχουμε διχαστεί και έχουμε αρχίσει να απομακρυνόμαστε. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί και σε διάσπαση στην κοινωνία;

«Η διχοτόμηση μεταξύ εμβολιασμένων/αντιεμβολιαστών, σε συνδυασμό με την ατελέστατη εφαρμογή πειθούς και πολιτικών προαγωγής της ψυχικής υγείας, δημιουργεί μια ανεξέλεγκτη πόλωση, η οποία συμβάλλει στην εξασθένηση της ατομικής και συλλογικής ψυχικής άμυνας. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει την τεράστια σημασία του κοινωνικού κεφαλαίου στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας μιας κοινότητας. Το οριζόντιο κοινωνικό κεφάλαιο είναι οι δεσμοί και τα δίκτυα μεταξύ μας, ο εθελοντισμός, η συμμετοχή στα κοινά, στις αξίες της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς, στοιχεία που ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και τη διαπροσωπική εμπιστοσύνη. Το κάθετο κοινωνικό κεφάλαιο είναι η σχέση των πολιτών με τους θεσμούς. Νομίζω πώς έχουμε αποτύχει παταγωδώς στο δεύτερο, με το σοβαρότατο έλλειμμα βασικής εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους διαχειριστές της πανδημίας. Χωρίς πειθώ και εμπιστοσύνη ενισχύεται η αδιαφοροποίητη μάζα των αντιεμβολιαστών».

Τελικά η επιδημία του φόβου είναι εξίσου επικίνδυνη με την επιδημία του κορωνοϊού ή ενδεχομένως χειρότερη;

«Η επιδημία του φόβου συνοδεύεται από τη βαθύτερη ανασφάλεια και αβεβαιότητα για το μέλλον. Η απειλή και το άγχος θανάτου ενισχύουν ψυχικούς μηχανισμούς εσωτερίκευσης του φόβου και μέσω της παραπληροφόρησης τροφοδοτούν έναν φαύλο κύκλο ελλείμματος ελπίδας και καχυποψίας, η οποία αγγίζει την παρανοειδή ετοιμότητα. Θα χρειαστεί πολύς χρόνος και ουσιαστική ενίσχυση των οργανωμένων παρεμβάσεων δημόσιας ψυχικής υγείας σε συνεργασία με τους θεσμούς για να μειωθούν η ψυχοκοινωνική οδύνη, το στρες, η δυσφορία και τελικά να σπάσει η παθογένεια που περιγράψαμε».

Ποιο θα μπορούσε να είναι το αντίδοτο απέναντι στην εσωστρέφεια που έχουν επιβάλει οι συνθήκες της πανδημίας, ώστε να διατηρήσουμε την ψυχική μας ισορροπία;

«Η ενίσχυση των κοινωνικών δεσμών, των ψυχικών και συναισθηματικών επενδύσεων καθενός, η συνειδητοποίηση και ο αναστοχασμός του τέλους της παντοδυναμίας μας και των ψευδών ναρκισσιστικών επιβεβαιώσεων μπορούν να αποτελέσουν αντίδοτο στο βίωμα της καχυποψίας και της εσωστρέφειας, μια επένδυση στην ελευθερία και στην ελπίδα χωρίς ψευδαισθητικό εξορκισμό του άγχους θανάτου»

Από το AIDS στην Covid-19 : Ελλείμματα διαχείρισης και μελλοντικές προκλήσεις.

Στέλιος Στυλιανίδης

Ο αγώνας ενάντια στο AIDS έδειξε ότι η ποινικοποίηση των συμπεριφορών κινδύνου δεν διασφαλίζει την αποφυγή τους και εμποδίζει καθοριστικά την υιοθέτηση συμπεριφορών πρόληψης. Παρατηρούμε το ίδιο σήμερα με τη συμβολική και πραγματική ποινικοποίηση των ανεμβολίαστων.

Η δράση φέρνει αντίδραση, ο καταναγκασμός χωρίς πειθώ οδηγεί σε ενίσχυση του ανορθολογισμού και της υποτίμησης του πραγματικού κινδύνου μέσα από την παρηγοριά που προσφέρει η ενίσχυση του αντισυστημισμού.

Η ποινικοποίηση των οροθετικών στην πρώτη φάση της εξάπλωσης του AIDS έδινε την εντύπωση μιας ψευδούς ασφάλειας στον υπόλοιπο πληθυσμό όπως σήμερα στους εμβολιασμένους. Ωστόσο, η πανδημία συνεχίζει να προελαύνει εις βάρος και των εμβολιασμένων, όπως σε προηγούμενες δεκαετίες σε βάρος των αδιάγνωστων οροθετικών.

Η εμπειρία του AIDS δείχνει ότι η ποινικοποίηση συγκεκριμένων συμπεριφορών συμβάλλει στην ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων, στην έκθεση σε κίνδυνο των περισσότερο ευάλωτων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δομικές διαστάσεις της εξάπλωσης της πανδημίας (χαμηλή χρήση τεστ, υποχρηματοδότηση ΕΣΥ-ΠΦΥ, κοινωνικού κράτους, έρευνας, στοχευμένων δράσεων προαγωγής της υγείας και της ψυχικής υγείας.)

Η ανάδυση του AIDS δημιούργησε στην αρχή έναν “ηθικό πανικό” με ενοχοποίηση των ΛΟΑΤΚΙ+ με κλείσιμο των γκέι μπαρ, με αποκλεισμό των ασθενών μέσα στα ίδια τα νοσοκομεία. Η κατηγοριοποίηση των ομάδων κινδύνου 5H (homosexuels, heroinomanes, Haitiens, hookers, hemophiles) στιγμάτισε κοινωνικά τους πιο αδύναμους. Οι ασθενείς αντί να προκαλούν οίκτο κρίνονταν ως υπαίτιοι, αν όχι ένοχοι, της νόσησής τους.

Κινδυνεύουμε να ζήσουμε ανάλογες ρατσιστικές συμπεριφορές και με τη μετάλλαξη Ο για όποιον προέρχεται από τη νότια Αφρική, αρνούμενοι τις συνέπειες και τους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης.

Η κοινωνία μας μετά το συλλογικό τραύμα της πανδημίας δεν θα είναι πλέον ίδια: Το εντύπωμα της ασώματης επαφής, οι αλλαγές στην κοινωνική και ερωτική συμπεριφορά, η εξατομίκευση, η καχυποψία απέναντι στον άλλο, ο διάχυτος φόβος και το άγχος θα καθορίσουν για καιρό το μέλλον μας.

Η αυταπάτη ότι μπροστά στον κορονοίό είμαστε όλοι ίσοι είναι επικίνδυνη για την κοινωνική συνοχή (γιατί δεν προσφέρουμε αυτά που πρέπει στους αδύναμους) και για την πρόληψη μελλοντικών βίαιων εκφορτίσεων ειδικά από τις νεότερες ηλικίες.

Η πανδημία τροφοδοτεί όχι μόνο την έννοια της διακινδύνευσης (Beck) αλλά και διάχυτους φόβους και άγχος αφανισμού, ορισμένες φορές ανεξέλεγκτους, μέσα σε μια ήδη προϋπάρχουσα κοινωνική ανασφάλεια (Castel) και στην υγρή πραγματικότητα (Bauman) της μετανεωτερικής κοινωνίας.

Η εξάπλωση της πανδημίας αποτελεί μεταξύ άλλων ένα ισχυρό ρήγμα στη ναρκισσιστική παντοδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου και στην ιδέα της διαγενεακής γραμμικής προόδου της ανθρωπότητας.

Το AIDS τον 20 αιώνα και η Covid-19 τον 21ο αιώνα θέτουν τις κοινωνίες απέναντι σε κοινά διλήμματα κοινωνικά, πολιτικά, επιστημονικά και ηθικά με όρους διαχείρισης της επιστημονικής αβεβαιότητας, της ατομικής και συλλογικής ευθύνης, της φροντίδας στους πιο ευάλωτους και κυρίως της πρόληψης.

Η ιστορία της διαχείρισης των μεταδοτικών επιδημιών είναι μακρά και ίσως μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημερινή πολύπλοκη κατάσταση.

Ο φόβος μόλυνσης μπορεί να εγκαταστήσει στον συλλογικό ψυχισμό την “αντιεπιστημονική λογική του λεκέ” (S. Sontag, 1989 ) και να δημιουργήσει “πολεμικές” μεταφορές στη διαχείριση οι οποίες στιγματίζουν τα άτομα που έχουν προσβληθεί ή αυτά που εκτιμώνται ως υψηλού κινδύνου.

Ο Μichel Foucault είχε ήδη προσδιορίσει δυο μοντέλα διαχείρισης των πανδημιών  μέσα από δυο παραδείγματα: 1) Λέπρα (Μεσαίωνας) κατά την οποία επικράτησε μια λογική εγκλεισμού και απομάκρυνσης, δηλαδή ένα μοντέλο δικαστικό-νομικό (διαχωρισμός, απαγόρευση, αποκλεισμός) 2) Πανώλη (17ος) όπου επιβλήθηκε ένα πειθαρχικό μοντέλο( κοινωνικός έλεγχος, επιτήρηση, εξατομίκευση).

Συνοψίζοντας: Ο λεπρός ήταν ανώνυμος μέσα στη μάζα και διαχωρισμένος ενώ ο πάσχων από πανώλη ταυτοποιημένος και επιτηρούμενος.

Αναλογίες και διαφορές:

-Χρόνος εμφάνισης:. Ο κορονοϊός υπάρχει από τον Δεκέμβρη του 2019 στη Γουχάν, ενώ στο τέλος Ιανουαρίου 2020 υπήρχαν τεχνικές έγκαιρης διάγνωσης. Το AIDS εμφανίστηκε το 1985 στην Αφρική και προκάλεσε επικές επιστημονικές διαμάχες μέχρι να εμφανιστούν οι πρώτες εκστρατείες ενημέρωσης στο τέλος του 1986.

-Κοινωνικές αντιδράσεις: Στην αρχή της πανδημίας, η αντίδραση ήταν ο στιγματισμός των “ξένων” (Κινέζοι, ο κίτρινος ιός του Τράμπ). Ο ιός του AIDS έγινε αντιληπτός σαν “του Άλλου” γιατί μεταφέρθηκε από Αϊτινούς στις ΗΠΑ και από Κογκολέζους στο Βέλγιο και στην Ευρώπη προκαλώντας έκδηλα ρατσιστικές αντιδράσεις.

-Τρόποι μετάδοσης: Φυσική επαφή στην πρώτη περίπτωση, μετάδοση μέσα από σταγονίδια στη δεύτερη. Ενώ το AIDS επηρέασε καθοριστικά την σεξουαλική ελευθερία και έφερε στιγματισμό των ομοφυλόφιλων και των τρανς, η πανδημία θέτει σε αμφιβολία την ίδια τη δυνατότητα να αναπνέουμε ελεύθερα. Δεν αλλάζει μόνο τις ερωτικές μας σχέσεις αλλά το σύνολο των κοινωνικών επαφών και την καθημερινότητα.

-Αντιμετώπιση: Ο πανικός της εποχής του AIDS έδωσε σήμερα τη θέση του στην πρωτοκαθεδρία της ιατρικής έρευνας, των θεραπευτικών πρωτοκόλλων που βασίζονται σε τεκμήρια και την ταυτόχρονη αρχική  ηρωοποίηση των υγειονομικών.

-Ανισότητες: Οι φτωχοί πέθαιναν από AIDS, ενώ για τους πλούσιους εφαρμόζονταν πειραματικές θεραπείες με τα τότε νέα αντιικά φάρμακα που σήμερα αποτελούν θεραπεία ρουτίνας. Σήμερα οι πλούσιες χώρες στερούν από τις φτωχές τα εμβόλια και το βιοτικό επίπεδο επηρεάζει το επίπεδο προστασίας.

Ο επιστημονικός χρόνος δεν είναι πολιτικός χρόνος αλλά ο πρώτος επιταχύνεται από τον δεύτερο.

Η καλλιέργεια ψευδών προσδοκιών φέρνει την ήττα της ιδέας ότι θα μπορούσαμε να ελέγξουμε έναν ιό “από έξω” χωρίς να τίθενται σε ουσιαστική επερώτηση -πολιτική, ηθική, επιστημονική- οι συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, της κλιματικής κρίσης και των ζωωνόσων.

Είναι βασικό να παραδεχτούν οι ελίτ ότι ο κορονοϊός είναι ιός της ανισότητας, λόγω της άνισης πρόσβασης σε ελλιπή συστήματα υγείας και πρόνοιας, σε συνάρτηση με τους δείκτες φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού και μοναξιάς.

Η πανδημία είναι μια ιστορική ευκαιρία να τα σκεφτούμε και να τα σχεδιάσουμε όλα από την αρχή. Να ανακαλύψουμε εκ νέου τη σημασία των εννοιών της κοινοτικής υγείας, της δημόσιας υγείας, του κοινωνικού ΄κράτους, της αδήριτης ανάγκης το “εγώ” να μετακινηθεί ψυχικά προς το “εμείς”.

Βιώνουμε την επιστροφή του απωθημένου των βασικών αυτών προταγμάτων τα οποία ακύρωσε στην πράξη -όχι μόνο ιδεολογικά και πολιτικά- το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Ο αναγκαίος επίπονος συλλογικός αναστοχασμός οφείλει να στηρίζεται στην υπόθεση ότι ο φόβος του Άλλου δεν μπορεί να αποτελεί πολιτική δημόσιας υγείας.

Νίκος Τζαβάρας στο iEidiseis: «Για μια ψυχιατρική που συμβάλλει στην χειραφέτηση του ανθρώπου που πάσχει» ( iEidiseis, 02/11/2021)

Πηγή: ieidiseis.gr

Νίκος Τζαβάρας στο iEidiseis: «Για μια ψυχιατρική που συμβάλλει στην χειραφέτηση του ανθρώπου που πάσχει»

Πώς μπορεί η ψυχιατρική να συμβάλει στη χειραφέτηση του ανθρώπου που πάσχει και πώς μπορεί να ξεπεραστεί η δυσφορία εντός της ψυχιατρικής που απορρέει κυρίως από την αναστολή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Ο Νίκος Τζαβάρας είναι ήδη μια ιστορική προσωπικότητα της ελληνικής ψυχιατρικής και ψυχανάλυσης. Υπήρξε πρόεδρος και της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας. Αυτή η σύζευξη, της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης, καθόρισε την πορεία και τη σκέψη του. Προλόγισε το «Εγχειρίδιο Ψυχοδυναμικής Ψυχιατρικής» (εκδόσεις Τόπος) που επιμελήθηκε ο συνάδελφος και φίλος του Στέλιος Στυλιανίδης, γιατί μοιράζονται την ίδια αγωνία: Πώς μπορεί η ψυχιατρική να συμβάλει στη χειραφέτηση του ανθρώπου που πάσχει και πώς μπορεί να ξεπεραστεί η δυσφορία εντός της ψυχιατρικής που απορρέει κυρίως από την αναστολή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Το «Εγχειρίδιο ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής» (εκδ. Τόπος), το οποίο προλογίσατε, είναι ένα πανεπιστημιακό σύγγραμμα; Απευθύνεται αποκλειστικά σε φοιτητές ή σε ευρύτερο κοινό;

Το συλλογικό αυτό σύγγραμμα είναι ένα διδακτικό και φιλόδοξο πόνημα το οποίο θέλει να καλύψει –και το επιτυγχάνει– το πλήθος των όψεων μιας ψυχοδυναμικά προσανατολισμένης ψυχιατρικής. Εντούτοις, το εύρος των επιμέρους εργασιών ορθώς υπερβαίνει τα όρια του βασικού του προσανατολισμού, καθώς τόσο οι παραδόσεις της κλασικής κλινικής ψυχοπαθολογίας όσο και ο πλέον προφανής συγκαθορισμός της ψυχιατρικής έρευνας από τη βιολογία υπό την ευρύτερη έννοια διεισδύουν και διαμορφώνουν τις απορίες της ψυχοδυναμικής θεώρησης. Αυτού του είδους ο πλουραλισμός, που εκκινεί και δεν αποκρύπτει έναν αρχικό σχεδιασμό, είναι απαραίτητος για τη μεθοδολογική θωράκιση και την εκπαιδευτική ενημέρωση των φοιτητριών και φοιτητών στους οποίους απευθύνεται. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως η σειρά των πραγματειών που περικλείει δεν θα συγκεντρώσουν το ενδιαφέρον ενός πολύ μεγαλύτερου αριθμού αναγνωστών, ψυχολόγων και ψυχιάτρων, καθώς πληρούν συχνά με εύληπτο τρόπο κενά της ελληνικής βιβλιογραφίας. Νομίζω πως αυτό το εύχρηστο, αλλά και σε ορισμένα του σημεία δύσκολο, εγχειρίδιο θα προσφέρει γενικότερους ερεθισμούς στον ψυχιατρικό διάλογο. Βέβαια, επιθυμία μιας ψυχιατρικής που αποβλέπει στη διαμόρφωση ενός διευρυμένου διαλόγου εντός της κοινωνίας γύρω από τον ψυχισμό των πολιτών είναι και η πρόσληψη της κριτικής που θα ασκηθεί κατά των αδυναμιών του έργου της. Τόσο των γενικότερων μεταβολών που προτείνει όσο όμως και των θεωρητικών της απόψεων που προβάλλονται όπως λ.χ. από αυτό το εγχειρίδιο. Ένας σημαντικότατος λόγος να διαβαστεί, και μπορεί να κατανοηθεί και από τους μη ειδικούς, ώστε να προκύψουν κριτικές απορίες. Είναι λάθος να εγκλωβίζουμε την ψυχιατρική στην απομόνωση της επιστημονικής αυθεντίας. Τα επιμέρους κεφάλαια δεν απλουστεύουν τα θέματα που θίγουν, εντούτοις εκθέτουν με σαφήνεια στους αναγνώστες καταστάσεις που τους αφορούν.

Είναι σωστό να πει κανείς ότι επιχειρείται η σύνθεση του ατομικού με το κοινωνικό στην ψυχιατρική;

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως αυτή η σύνθεση που ορθά υπαινίσσεστε δεν είναι απλώς και μόνον ένα ιδεολόγημα προοδευτισμού, αλλά αποτελεί μια αδήριτη μεθοδολογική προϋπόθεση για τη συγκρότηση του συνόλου της ψυχιατρικής. Η κοινωνική διάσταση των ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων –όπως κατ’ επανάληψη υποδηλώνει ο κλινικός και θεωρητικός ορίζοντας του εγχειριδίου– δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιγραφής δίχως τη χρήση της ατομικής ψυχολογίας – και αντιστρόφως. Άλλωστε, όπως υπογραμμίζει ο Φρόυντ στην «Ψυχολογία των Μαζών», η ίδια η ψυχανάλυση είναι εξαρχής κοινωνική ψυχολογία. Κατ’ αναλογία, ήδη στη «Γενική Ψυχοπαθολογία» του Γιάσπερς, μαθητή του κοινωνιολόγου Μαξ Βέμπερ, όπως και στους Μπλόυλερ και Κρέπελιν, η με τις κοινωνικές ανάγκες συναλλασσόμενη ψυχιατρική υποχρεώνεται να διαπιστώνει τις τραγικές όψεις της δικής της ιστορίας, κυρίως της ιστορίας των ασύλων, όπως και τις ελλείψεις θεωρητικών εποικοδομημάτων που αναπτύχθηκαν κάτω από όρους βάρβαρου αποκλεισμού των «τρελών». Ωστόσο, μολονότι κατά τον 19ο αιώνα υπεισέρχεται στην ψυχιατρική μια ορθολογική, εν μέρει θετικιστική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ψυχικές νόσοι εδράζονται στον εγκέφαλο, η περαιτέρω εξέλιξή της καταδεικνύει τους κινδύνους που περικλείει ο βιολογισμός που επικρατεί ως ιδεολογία σε μεγάλη έκταση. Παράλληλα με την υποσχόμενη πρόοδο ανθρωπιστικών μεταβολών στο ασυλιακό πλαίσιο ιδιοποιείται μορφές κοινωνικού δαρβινισμού και της ευγονικής, η οποία μάλιστα, όπως έχει καταγραφεί από ιστορικούς της ψυχιατρικής, δεν αφήνει ανέπαφη τη σκέψη ούτε καν της ψυχιατρικής πρωτοπορίας. Ο ρατσισμός, οι δολοφονίες των έγκλειστων ψυχασθενών στη διάρκεια του εθνικοσοσιαλισμού, έχουν, τουλάχιστον μερικώς, εκεί τις καταβολές τους. Βλέπετε, η αλληλεπίδραση κοινωνικών, ιστορικών, ενδοοικογενειακών συνθηκών με την εξελισσόμενη υποκειμενικότητα του κάθε ατόμου δεν πρέπει να μελετάται και να ερμηνεύεται με αποκλειστική προοπτική τη συμπλήρωση επιστημονικών εργαλείων, αλλά και με τη διαρκή αποκάλυψη προκαταλήψεων και ιδεολογιών που διαδίδονται εντός της ίδιας της ψυχιατρικής.

Αυτή η «σύγχυση» των αξιών θα αποτελέσει αντικείμενο στοχαστών της μεταπολεμικής κοινωνικής ψυχιατρικής, οι οποίοι θα εγκαταστήσουν στον μεταρρυθμιστικό διάλογο που επιβάλλουν οι ιστορικές συνθήκες την κριτική των ιδεολογιών. Δηλαδή την αποκάλυψη των αντινομικών πλευρών με τις οποίες συνυπάρχουν επιστημονικές ανακαλύψεις και πρακτικές.

Στον πρόλογο μιλάτε για «δυσφορία εντός της ψυχιατρικής». Τι ακριβώς εννοείτε;

Πρόκειται για μια έμμεση και κατά την κρίση μου αξιοποιήσιμη αναφορά στην πραγματεία του Φρόυντ «Η δυσφορία εντός του πολιτισμού» που δημοσιεύτηκε το 1930. Οι συνειρμοί που ήδη ο τίτλος προξενεί είναι ποικίλοι και παραπέμπουν πράγματι σε μια υπερκαθορισμένη πρόθεση. Κατ’ αναλογία και μόνο στον πρόλογο πρόκειται για τη δυσφορία που εκτρέφεται εντός των ψυχιατρικών θεσμών, εντός των κλινικών, κατά την πρόσκρουση σε διαδοχικές και μη πάντα υπερβάσιμες θεραπευτικές δυσχέρειες, στη συχνή αίσθηση της ματαιοπονίας που κατακλύζει τους εργαζόμενους, για την αποκρυπτόμενη ή και ενσυνείδητη επιθετικότητα ενάντια στους μη επηρεαζόμενους ασθενείς, για τη δυσανεξία που καλλιεργείται από τις παραδόσεις που διατρέχουν την ψυχιατρική πραγματικότητα και προπάντων για την αναστολή των αναμενόμενων μεταρρυθμίσεων που χρονίζουν. Οι μεγάλες συμφιλιώσεις με την ιστορική πραγματικότητα της ψυχιατρικής είναι λιγοστές, ενώ επανέρχεται στην καθημερινότητά της η εμπειρία της αποξένωσης. Ένας από τους βασικούς λόγους, περιγραφόμενους στο «Εγχειρίδιο», για την απαραίτητη ψυχική φροντίδα, την «εποπτεία», εκείνων που εργάζονται στους θεσμούς της και ακόμη και για εκείνους εξυφαίνουν νέες θεωρητικές προοπτικές.

Απόρροια αυτής της αποξενωτικής εμπειρίας υπήρξε και το μεταπολεμικό ανατρεπτικό κίνημα κατά της εδραιωμένης παραδοσιακής ψυχιατρικής. Στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 έχουμε μια τεράστια εισβολή φιλοσοφικών ρευμάτων στην ψυχιατρική σκέψη, που αναζητά την υπέρβαση της αποξένωσης τόσο των ψυχικά περιθωριοποιημένων όσο και της δικής της υπόστασης. Από τον Μαρξ έως τον Χάιντεγκερ, από τη Σχολή της Φρανκφούρτης έως τον Φουκώ, προσδοκώνται οι οριστικές ρήξεις με το ψυχιατρικό παρελθόν. Πέραν των υπερβολικών ανατρεπτικών διατυπώσεων που οι ριζοσπαστικότερες φωνές εκείνης της εποχής διεκδικούν και που πολλές φορές δείχνουν να αγνοούν ή να παραγνωρίζουν την απλή, ουσιαστική, δύσκολη κλινική πραγματικότητα, νομίζω πως μία θέση του Φουκώ δείχνει να συμπυκνώνει το τι υποβάλλει η «δυσφορία εντός της ψυχιατρικής»: το ότι ο ίδιος ο Ορθός Λόγος, που παρεμβαίνει ως επιστημονική υπόδειξη, επικυρώνει τα όρια ανάμεσα στους κοινωνικούς θεσμούς και στην «παραφροσύνη». Την ορθολογική εκτίμηση της Τρέλας διατρέχει ο κίνδυνος ενός νέου εγκλεισμού και αποκλεισμού των παραφρόνων όταν η ίδια η κατανόησή τους ανακόπτεται μπροστά στην εξέταση της κοινωνικής τους διαδρομής και του ιστορικού βάθους της συνεχιζόμενης αποξένωσής τους. Σε αυτή την ακατάλυτη διαπίστωση προσέκρουσε ένα ελπιδοφόρο κίνημα, το οποίο αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη μέθη του ριζοσπαστισμού του. Όμως οι πυρήνες, τα ίχνη του, θα παραμείνουν αντικείμενο μελέτης της πεφωτισμένης καθηγεσίας και των μαθητευομένων της, γιατί εκφράζει τη μεγάλη ουτοπική ελπίδα για την απόλυτη χειραφέτηση των έως τώρα ψυχασθενών, την πλήρη συμφιλίωση των πολιτών μαζί τους.

Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο βιοϊατρικό μοντέλο και στην ψυχοκοινωνική προσέγγιση;

Σήμερα κυριαρχεί ένα προσωρινό κατά την κρίση μου μεταμοντέλο μιας βιο-ψυχο-κοινωνικής προσέγγισης κάθε συγκεκριμένου ασθενούς, αλλά και των γενικότερων διλημμάτων της ψυχιατρικής θεωρίας και πολιτικής. Ο κίνδυνος που διαφαίνεται στην υιοθέτησή του αφορά την ιδεατή προβολή μιας γενικευμένης πρόθεσης, η οποία μπορεί όμως να ολισθήσει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση εξαιτίας ενός δεδομένου επιστημονικού περιβάλλοντος. Δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί η παρατήρηση πως η σημερινή θεραπεία των ψυχικών παθήσεων εξελίσσεται υπό την επήρεια βιολογικών προτιμήσεων. Στη σύγχρονη ψυχοφαρμακολογία πιστοποιείται η προώθηση παρασκευασμάτων –όπως λ.χ. των νευροληπτικών– που έχουν, τουλάχιστον για τις ψυχώσεις, οικουμενική εμβέλεια. Όμως η διαρκής γενικεύουσα στατιστική τεκμηρίωση των αποτελεσμάτων χορήγησής τους έχει –μεταξύ άλλων– ως συνεπακόλουθο το ότι μετατρέπεται σε χαρακτηριστικό των ψυχιατρικών ανακοινώσεων η απουσία παρουσιάσεων μεμονωμένων ασθενών που θα καθιστούσαν εύληπτους τους διαγνωστικούς και θεραπευτικούς χειρισμούς με γνώμονα το τρισδιάστατο μοντέλο. Μια άλλη αδυναμία για τη μη αποτελεσματική εφαρμογή του προέρχεται από τον ζήλο της κοινωνικής ψυχιατρικής να απεμπολεί τον απαραίτητο διάλογο με την ψυχοφαρμακολογία, όπως και συχνά να αποφεύγει την ίδια την ψυχοθεραπεία που εξακολουθητικά επικαλείται. Επίσης, έλλειψη εμπεδωμένων κλινικών γνώσεων παρεκτρέπει τη διάγνωση σε υπερεκχειλίζοντες ψυχολογισμούς που αποφεύγουν τη διάκριση των ουσιαστικών παθολογικών φαινομένων. Υπαινισσόμενος μόνο ορισμένες αδυναμίες που σχετίζονται με το εύηχα προβαλλόμενο τρίπτυχο επιδιώξεων, θα ήθελα να αναφέρω τη ρήση ενός μεγάλου φιλοσόφου ότι η κατάδυση στο συγκεκριμένο ψυχικό ζήτημα διευκολύνει την εφαρμογή αξιοκρατικά ουδέτερων κριτηρίων. Με άλλα λόγια, η ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο υποκείμενο επιτρέπει τον έλεγχο της καταλληλότητας των κλινικών και θεωρητικών εργαλείων που εφαρμόζονται κατά τη διερεύνηση ασθενών και προτρέπει προς τον διεπιστημονικό διάλογο, που συμπληρώνει και διορθώνει μονομερείς ατέλειες. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονείται πως η ψυχιατρική φέρει στην ενσυνείδητη και ασυνείδητη μνήμη της παραδοσιακές ταυτίσεις με προκαταλήψεις που δρουν, όπως και στην ίδια την κοινωνία, κατά της αποδοχής των ψυχασθενών και χρειάζονται καθαυτές μια συνεχιζόμενη επεξεργασία.

Και η κλινική;

Δεν είναι καθόλου συμπτωματικό για τη μεθοδολογική τάση αυτού του πονήματος το εκτενές κεφάλαιο που ακολουθεί την εισαγωγή: η Κλινική Εκτίμηση του Ασθενούς. Τόσο η ψυχιατρική διερεύνηση όσο και η ψυχοδυναμική συνέντευξη έχουν ως στόχο να διαμορφώσουν απαρχής τις συνθήκες πολλαπλών προσεγγίσεων του πάσχοντος ατόμου. Η ακριβής καταγραφή των ψυχολογικών και ψυχοπαθολογικών ιδιομορφιών, όπως και η πρώτη προσπάθεια ταύτισης με τον ασθενή, αποτελεί μια δοκιμασία για την οξυδερκή παρατήρηση και για την ενσυναισθητική λειτουργία, των οποίων ο συνδυασμός επιτρέπει πρώτες διαγνωστικές υποψίες. Πάντως, εκείνο που προέχει είναι η εσωτερική ετοιμότητα του εξεταστή να αναθεωρεί αναπαραστάσεις του που προέρχονται από εξωτερικές, εμπειρικές λεπτομέρειες σχετιζόμενες με την αισθητηριακή εκφραστικότητα του ασθενούς – όπως και να καταγράφει με αυθορμησία και ειλικρίνεια τις συγκινησιακές διαμοιβές που προέρχονται από τη διυποκειμενική επικοινωνία μαζί του. Αυτές οι διαισθητικές συναλλαγές είναι που στην ψυχανάλυση ανάγονται στις δύο θεμελιακές έννοιες της μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης και στη φαινομενολογία εμφανίζονται ως η κατανοούσα πράξη με την οποία επιδιώκεται η μεταφορά του ενός Εγώ στην περιοχή του άλλου.

Δηλαδή, αξιοποιείται η κλινική εμπειρία των ειδικών για να προκύψουν θεωρητικά συμπεράσματα;

Κατά την περιγραφή του πλήθους των Διαταραχών της Προσωπικότητας η συστηματική διεξοδική εκδίπλωση των κλινικών εικόνων επιτυγχάνει να ανταποκριθεί στους στόχους της εισαγωγής. Γίνεται εύληπτη η μεθοδολογική πρόθεση της εκμετάλλευσης ψυχοδυναμικών προτύπων για την καταλληλότερη σύγχρονη ανάδειξη μιας πολύχρονης ερευνητικής-κλινικής πορείας. Τα κείμενα, των οποίων η απαραίτητη οργανική συνάφεια υποβοηθά μια πειστική ενιαία αντίληψη, προέρχονται όχι αποκλειστικά από δόκιμους ψυχαναλυτές αλλά και από νεότερους συγγραφείς – με τους οποίους γνωρίζει να συνεργάζεται ο κ. Στέλιος Στυλιανίδης. Το φάσμα των διαγνωστικών κατηγοριών στις οποίες επικεντρώνονται οι εργασίες προδίδει την αμερόληπτη επιλογή τους από την κλινική ψυχιατρική παράδοση –ως επί το πλείστον των ιδεατών ψυχοπαθητικών τύπων κατά Κουρτ Σνάιντερ– όπως και από τις αναθεωρήσεις τους που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια των δεκαετιών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίως, αρχικώς από τους Χάιντς Κόχουτ και Όττο Κέρνμπεργκ.

Τα όσα εκτίθενται για την Ψυχοδυναμική Ψυχιατρική Κλινική αποτελούν μια συνεπή συνέχεια του κεφαλαίου για τις διαταραχές προσωπικότητας, για τις οποίες, θα πρόσθετα, ότι προσφέρονται για τη διαφοροποιημένη επισήμανση ομοιοτήτων, αλλά και ιδιαιτεροτήτων, στην ψυχοπαθολογία των αποκαλούμενων οριακών και των ψυχωτικών. Τα μεγάλα διλήμματα, τα οποία παραμένουν αναπόφευκτα, κατά την ψυχοδυναμική θεραπεία ψυχωτικών δεν αποκρύπτονται ούτε διασκεδάζονται λ.χ. στις δύο μελέτες της κ. Χρυσής Γιαννουλάκη, όπως συχνά συμβαίνει μέσω μιας ζοφερής ψυχαναλυτικής ρητορικής με την οποία επικαλύπτονται οι αδυναμίες της πράξης. Όλα τα μέρη αυτής της ενότητας συνθέτουν ένα πλέγμα κλινικών εμπειριών οι οποίες και εδώ προσφέρουν –και αυτό είναι το ευεργετικό διδακτικό γνώρισμα του εγχειριδίου– την αίσθηση μιας συνεχούς συγγραφικής προσπάθειας υπέρ μιας συνολικής θεώρησης της ψυχιατρικής.

Σε σχέση με τη θεραπευτική προσέγγιση, παίρνει θέση το βιβλίο;

Στα τελευταία μέρη του «Εγχειριδίου» οδηγούμαστε στην προβληματική των Θεραπευτικών Προσεγγίσεων, που δεν μπορεί παρά να αποκαλύπτει εκ νέου τις προτιμήσεις εκείνου που έχει επιμεληθεί την έκδοση με γνώμονα το ότι απευθύνεται στις φοιτήτριες και στους φοιτητές της Ψυχολογίας. Αντιπαρέρχομαι τις ατομικές ψυχοθεραπείες –που εισάγονται από γνωστούς πεπειραμένους κλινικούς– για να επιμείνω στην Ομαδική Ψυχοθεραπεία. Δυστυχώς, οι δυνατότητές της, ιδιαίτερα για ασθενείς των ψυχιατρικών κλινικών και γενικότερα θεσμών που επιλαμβάνονται των ψυχικά πασχόντων, δεν εφαρμόζονται σε μεγάλη έκταση, μολονότι, πλην της αδιαμφισβήτητης θεραπευτικής αποτελεσματικότητας που προέρχεται από την υποστήριξη του Εγώ των ασθενών, διανοίγεται η προοπτική της Κοινωνικής Ψυχιατρικής: δηλαδή η πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της ψυχοπαθολογικής ή αποκλίνουσας συμπεριφοράς εντός των διαδραματιζόμενων κοινωνικών ρόλων, αλλά και η παράλληλη ενσωμάτωση όλων εκείνων που εμπλέκονται στις διαδικασίες θεραπείας και στους στόχους αποκατάστασης στο κοινό πλέγμα συναισθηματικών συναλλαγών. Αυτή η καθολικότερη προοπτική υπέρ της Αλληλεγγύης, που συντηρείται παρά τις κοινωνικές προκαταλήψεις και αντιστάσεις, είναι εν κατακλείδι ο προσανατολισμός αυτού του εγχειριδίου, στο οποίο ο κ. Στέλιος Στυλιανίδης και οι συνεργάτες συνάδελφοί του εκφράζουν την πεποίθησή τους ότι η ψυχιατρική μπορεί να συμβάλει στη χειραφέτηση του ανθρώπου που πάσχει.

Ο Νίκος Τζαβάρας είναι Νευρολόγος-Ψυχίατρος, Διδάσκων Ψυχαναλυτής, Μέλος της Ελληνικής, Γερμανικής και Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (IPA)

Διάλογος για την ψυχιατρική τον 21ο αιώνα ( iEidiseis, 24/10/2021)

Πηγή : ieidiseis.gr

Τι ειπώθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Στέλιου Στυλιανίδη «Εγχειρίδιο Ψυχοδυναμικής Ψυχιατρικής», Εκδόσεις «Τόπος». Γιατί πρέπει να πάψει «το θεωρητικά βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο να καταλήγει σε συνταγογράφηση φαρμάκων και ένα παρηγορητικό χάδι που λέγεται ψυχολογική υποστήριξη και είναι μια ρηχή διευθέτηση της οδύνης του άλλου».

Διάλογος για την ψυχιατρική τον 21ο αιώνα

“Το κίνητρο μου για την έκδοση αυτού του βιβλίου ήταν η δυσφορία εντός της ψυχιατρικής, εντός των ψυχιατρικών και των ψυχαναλυτικών θεσμών” εξήγησε ο Στ. Στυλιανίδης μιλώντας για το “εγχειρίδιο ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής” (εκδόσεις ΤΟΠΟΣ) που παρουσιάστηκε στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων. Και συνέχισε: “Η ψυχιατρική φτωχαίνει αν δεν βρίσκεται σε διάλογο με την ψυχανάλυση και τα άλλα ψυχοθεραπευτικά ρεύματα, τις νευροεπιστήμες, με τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία”.

“Ήταν μια πρόκληση -συνέχισε- να συντονιστούμε επιστήμονες με διαφορετική επιστημονική ατζέντα. Υπήρξε πολλή σκέψη, επεξεργασία, ανοχή στη διαφορετικότητα και στις ευαισθησίες του καθένα για να προκύψει τελικά κοινός λόγος”. Πρέπει να πάψει “το θεωρητικά βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο να καταλήγει σε συνταγογράφηση φαρμάκων και ένα παρηγορητικό χάδι που λέγεται ψυχολογική υποστήριξη και είναι μια ρηχή διευθέτηση της οδύνης του άλλου”.

Κατά τον Στ. Στυλιανίδη, για να είναι ανατρεπτική η φύση της ψυχανάλυσης οφείλει να συνομιλεί με τους άλλους και να μην προστατεύει την καθαρότητα του μοντέλου. Ακυρώνεται η αξία της ψυχανάλυσης όταν δεν παρακολουθεί το ρεύμα της ιστορίας και τις ανάγκες του σύγχρονου, μετανεωτερικού ανθρώπου. “Η ψυχοδυναμική ψυχιατρική -πιστεύει- έχει νόημα μόνο μέσα στο πεδίο. Θέλουμε να μοιραστούμε το βίωμα και να κατανοήσουμε, όσο μπορούμε, την υποκειμενική οδύνη και όχι απλώς να καταστείλουμε τα συμπτώματα. Και για να το κάνουμε αυτό πρέπει να διαχειριστούμε τις αντιφάσεις μας και όχι να υπερασπιστούμε το νικηφόρο μοντέλο που υπηρετούμε”.

Για τον συλλογικό τόμο μίλησε ο καθηγητής ψυχιατρικής του ΑΠΘ και πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας Β. Μποζίκας, ο οποίος αναφέρθηκε στα προβλήματα ψυχικής υγείας που εκδηλώνονται στις νεότερες ηλικίες σημειώνοντας ότι πρόκειται για την πιο ευάλωτη ομάδα σε ό,τι αφορά τέτοιες παθήσεις. Εξήγησε ότι η ηλικία έναρξης των ψυχικών διαταραχών είναι μεταξύ 14,5 και 30 χρόνων. Πριν από την ηλικία των 25 εκδηλώνεται πάνω από 60% των διαταραχών. Παρόλα αυτά, το 70-80% των νέων δεν αναζητούν φροντίδα ψυχικής υγείας.

Κατά τον Β. Μποζίκα, η πρωτοβάθμια φροντίδα πρέπει να παρέχεται στους νέους με μια αλλαγή παραδείγματος στην έρευνα και τη διάγνωση, με καινοτόμες υπηρεσίες. Και στο πλαίσιο αυτό -σημείωσε ο Β. Μποζίκας- το βιβλίο που επιμελήθηκε ο Σ. Στυλιανίδης αποτελεί συμβολή στον διεπιστημονικό διάλογο που αναπτύσσεται παγκόσμια και η κατάληξη του είναι μονόδρομος για τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό της ψυχιατρικής.

Ο Χρ. Ζερβής, πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, τόνισε ότι “η βιολογία δεν αρκεί για να περιγράψει το ψυχικό βίωμα. Μεγάλο μέρος από τα συμπτώματα απορρέουν από ένα βίωμα που το άτομο δυσκολεύεται να πει”. Σημείωσε ότι “η υποθετική υπόσταση, ένα πολύπλοκο εσωτερικό βίωμα, είναι το αντικείμενο της ψυχοδυναμικής προσέγγισης”.

Κατά τον Χρ. Ζερβή, η κατανόηση στο εδώ και τώρα θα δώσει νόημα στην πορεία ζωής του ανθρώπου. Κατέληξε με την ευχή, ότι “το παρόν σύγγραμμα που περιλαμβάνει όλα τα ρεύματα σκέψης στην ψυχιατρική, με έμφαση στην ψυχοδυναμική που γίνεται το πλαίσιο της όλης προσέγγισης, θα γίνει πεδίο ενός καλόπιστου διαλόγου ανάμεσα σε όλα απά τα ρεύματα. “Είναι ένα εκτενές, πλούσιο, πολύπλευρο βιβλίο – συνέχισε – και αυτή η πολυφωνία οδηγεί σε κάτι που έχει συνοχή. Και γι αυτό προσφέρει πολλά στο ελληνόφωνο κοινό”, όπως είπε.

ΠΑΝΕΛ.jpg

Η Κατερίνα Νομίδου, Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Οργανώσεων για την Ψυχική Υγεία ΠΟΣΟΨΥ, Μέλος της Γνωμοδοτικής Επιτροπής του Π.Ο.Υ. για την Ασφάλεια των Ασθενών θύμισε ότι το 1/3 των ατόμων που πάσχουν από ψυχική ασθένεια δεν βελτιώνονται. “Αυτό -είπε- είναι ένα βασικό επιχείρημα για να πάψει η ιατρικοποίηση της ψυχικής οδύνης”. Ανάφερε ότι το μοντέλο που υποστηρίζεται στο βιβλίο έχει πολλά να προσφέρει. Αγγίζει τη βιολογική διάσταση του θέματος αλλά συγχρόνως βάζει την ψυχολογική, την κοινωνική και πολιτιστική διάσταση.

Και συνέχισε: “Αφήνουμε το βιοϊατρικό μοντέλο και προσπαθούμε να βοηθήσουμε τον ασθενή σε όλα τα επίπεδα. Με ανανεωμένη έμφαση στη σχεσιακή φροντίδα και στην αλληλεξάρτηση της ψυχικής και της κοινωνικής υγείας. Η υποκειμενική εμπειρία είναι η βάση της θεραπευτικής προσέγγισης. Μπορεί να υπάρξει διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση προάγοντας τα δικαιώματα των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική εμπειρία του ατόμου. Το ανοιχτό αυτό μοντέλο υπάρχει, εδώ είναι, στο βιβλίο”.

Ο Αν. Σταλίκας, πρόεδρος του τμήματος ψυχολογίας στο Πάντειο, στάθηκε στην ποιότητα του λόγου του βιβλίου: “Εύληπτος ωραίος λόγος, ίδιος τρόπος έκφρασης, ξεκάθαρος, σε όλα τα κεφάλαια, παρόλο που είναι διαφορετικοί οι συγγραφείς”.Έδωσε σημασία στην πληρότητα, λέγοντας ότι καλύπτει όλα τα θέματα που αφορούν τη σύγχρονη ψυχιατρική, από τη νευρολογία μέχρι την ηθική και τη δεοντολογία.

“Είναι -συνέχισε- όχι μόνο καλογραμμένο και πλήρες αλλά και σύγχρονο, τοποθετεί την ψυχοδυναμική ψυχιατρική στο κέντρο και σε σχέση με όλα τα μοντέλα ψυχοθεραπείας”. Κατά τη γνώμη του έχει ιδιαίτερη αξία η ιστορική προσέγγιση, η χρονική αλληλουχία που επιτρέπει να αναδειχθεί ό,τι προϋπήρχε. “Είναι δουλεμένο πόνημα, φτιάχτηκε με μεράκι και είναι ένα καλό ξεκίνημα για τον 21ο αιώνα, πώς θα εκπαιδεύουμε τους φοιτητές, προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς, στο χώρο της κλινικής ψυχολογίας. Άξιον εστί”.

Ο Ν. Τζαβάρας, νευρολόγος-ψυχίατρος, Διδάσκων Ψυχαναλυτής, Μέλος της Ελληνικής, Γερμανικής και Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, θύμισε ότι ο Φρόιντ είχε διαπιστώσει ότι οι ψυχώσεις είναι δυνατό να περιγραφούν με τα ίδια εννοιολογικά στοιχεία με τις νευρώσεις, δηλαδή “είμαστε σε θέση όλοι μας να κατανοήσουμε τις ψυχώσεις”.
Έδωσε σημασία στην κοινωνική διάσταση των ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων σημειώνοντας ότι η ίδια η ψυχανάλυση είναι εξαρχής κοινωνική ψυχολογία.

Αναφέρθηκε έντονα στον εκβαρβαρισμό των ασύλων και εξήγησε ότι τον 19ο αιώνα υπεισέρχεται στην ψυχιατρική μια θετικιστική αντίληψη ότι οι αιτίες των ασθενειών εδράζονται στον εγκέφαλο με αποτέλεσμα ο βιολογισμός να ιδιοποιείται μορφές κοινωνικού δαρβινισμού και ευγονικής. Μίλησε για τη δυσφορία εντός της ψυχιατρικής και τόνισε ότι η σημερινή θεραπευτική προσέγγιση στην ψυχιατρική τελεί υπό την επιρροή βιολογικών προτιμήσεων.

Κλείνοντας ο Στ. Στυλιανίδης επεσήμανε ότι – κατά τη γνώμη του – τρεις είναι οι βασικοί σταθμοί στην ιστορία της ψυχιατρικής: Η σύμπραξη της φαινομενολογίας στη θεραπευτική πράξη και η συμβολή της ψυχανάλυσης στην κατανόηση και νοηματοδότηση της κλινικής εικόνας / Το πρόταγμα του Φ. Μπαζάλια για κατάργηση των ασύλων ώστε να δημιουργηθεί ένα αξιοπρεπές πλαίσιο συνάντησης με το πάσχουν υποκείμενο / Η ψήφιση από τον ΟΗΕ το 2006 της Σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες. “Η πρόκληση για όλους μας είναι αυτές οι κατακτήσεις να εφαρμοστούν στην πράξη”, κατέληξε.

«Εγχειρίδιο ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής» στην εποχή της απανθρωποποίησης – Διαδικτυακή παρακολούθηση ( iEidiseis, 22/10/2021)

Πηγή : ieidiseis.gr

Όλες οι πληροφορίες για την παρουσίαση του συλλογικού έργου «Εγχειρίδιο ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής», την επιστημονική επιμέλεια του οποίου έχει ο καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής του Παντείου Πανεπιστημίου Στέλιος Στυλιανίδης.

Οι εκδόσεις Τόπος μας προσκαλούν στη διαδικτυακή παρακολούθηση της παρουσίασης του συλλογικού έργου «Εγχειρίδιο ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής», την επιστημονική επιμέλεια του οποίου έχει ο καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής του Παντείου Πανεπιστημίου Στέλιος Στυλιανίδης.

Ομιλητές:

• Χρήστος Ζερβής, Ψυχίατρος, Παιδοψυχίατρος, Ψυχαναλυτής, Πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας

• Παντελεήμων-Βασίλειος Μποζίκας, Καθηγητής Ψυχιατρικής, Πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας

• Αικατερίνη Νομίδου, Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Οργανώσεων για την Ψυχική Υγεία ΠΟΣΟΨΥ, Μέλος της Γνωμοδοτικής Επιτροπής του Π.Ο.Υ. για την Ασφάλεια των Ασθενών

• Αναστάσιος Σταλίκας, Καθηγητής, Πρόεδρος Τμήματος Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Θετικής Ψυχολογίας

• Νικόλαος Τζαβάρας, Νευρολόγος-Ψυχίατρος, Διδάσκων Ψυχαναλυτής, Μέλος της Ελληνικής, Γερμανικής και Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (IPA)

Τη συζήτηση συντονίζει η Τασούλα Επτακοίλη, Δημοσιογράφος-Συγγραφέας.

Η παρουσίαση θα μεταδοθεί διαδικτυακά το Σάββατο 23 Οκτωβρίου, ώρα 18:00, και θα προβάλλεται ζωντανά στο κανάλι YouTube των εκδόσεων Τόπος στο link ΕΔΩ

COVER EGXEIR PSYCHODYNAMIKHS PSYCHIAT 1

Το βιβλίο

Συλλογικό Έργο

Επιστημονική επιμέλεια: Στυλιανίδης Στέλιος

Οι συγγραφείς του τόμου: Ιωάννης Βαρτζόπουλος, Χρυσή Γιαννουλάκη, Ορέστης Γιωτάκος, Βασιλική Γιωτσίδη, Βασίλης Δημόπουλος, Πέτρος Κεφάλας, Ιάκωβος Κλεώπας, Κωνσταντίνος Κοκκώλης, Μαρία Κούντζα, Ιωάννα Κουστένη, Βενετσάνος Μαυρέας, Μαρίνα Σκουρτέλη, Νίκος Στεφανής, Στέλιος Στυλιανίδης, Γεώργιος Τζεφεράκος, Στέλιος Φαρσαλιώτης

Στη σηµερινή εποχή της απανθρωποποίησης, της ψηφιακής ζωής και της συρρίκνωσης των κοινωνικών δεσµών, η ταυτότητα της ψυχιατρικής διακρίνεται από µια σηµαντική επιστηµολογική ρευστότητα και ευθραυστότητα. Αυτή η ευθραυστότητα δεν αφορά την οντολογική ύπαρξη της ψυχιατρικής διαταραχής, αλλά αφορά ουσιαστικά τις απλουστευτικές θεραπευτικές απαντήσεις απέναντι στη βιο-ψυχο-κοινωνική πολυπλοκότητα του πάσχοντος ατόµου, οι οποίες κυριαρχούνται από τον αναγωγισµό του βιοϊατρικού µοντέλου.

Η άσκηση της ψυχιατρικής πρακτικής αυστηρά µέσω τεκµηριωµένων γνώσεων και θεραπευτικών πρωτοκόλλων αποστασιοποιεί, συχνά ολοκληρωτικά, τον κλινικό ψυχίατρο και κλινικό ψυχολόγο από το βίωµα του Άλλου, από τη φαινοµενολογική υπόσταση της ίδιας της θεραπευτικής συνάντησης.

Η αποκλειστική ενασχόληση µε τη διάγνωση µέσω της χρήσης κριτηρίων, που χαρακτηρίζει τα σύγχρονα πληθωριστικά διαγνωστικά συστήµατα, έχει ως συνέπεια την απουσία ενδιαφέροντος για την υποκειµενική εµπειρία των ασθενών µέσω της κατανόησης, στοιχείο πολύτιµο στις θεραπευτικές και αποκαταστασιακές προσπάθειες, µε κίνδυνο να οδηγήσει σε µια ψυχιατρική χωρίς ψυχή.

Το παρόν εγχειρίδιο στοχεύει στην επαναφορά στο προσκήνιο της ψυχιατρικής θεραπευτικής πρακτικής, µέσω της ψυχαναλυτικής-ψυχοδυναµικής προσέγγισης, του βιώµατος και της κατανόησης της ψυχοπαθολογίας, τη συνάντηση µε το πάσχον υποκείµενο σε όλες τις διαστάσεις του, σε διαρκή συναλλαγή µε το πλαίσιο θεραπείας και φροντίδας.

Η ανοιχτότητα του παρόντος έργου σε έναν σύγχρονο διεπιστηµονικό διάλογο επιτρέπει την καλύτερη επιστηµονική πλαισίωση και των διαισθητικών αυτών συναλλαγών, που στην ψυχανάλυση ανάγονται στις δύο θεµελιακές έννοιες της µεταβίβασης και αντιµεταβίβασης, και στη φαινοµενολογία εµφανίζονται ως η κατανοούσα πράξη µε την οποία επιδιώκεται η µεταφορά του ενός Εγώ στην περιοχή του Άλλου. Μια σύγχρονη, ανθρωποκεντρική Κοινωνική Ψυχιατρική έχει ανάγκη και από µια υποκείµενη κλινική θεωρία.

Η σύγχρονη ψυχανάλυση χαρακτηρίζεται από έναν µεγάλο θεωρητικό πλουραλισµό και µια πολυφωνία θεωρητικών και κλινικών προσεγγίσεων. Ωστόσο, οφείλουµε να αποδεχθούµε στις αναζητήσεις µας το ίδιο το πνεύµα ενός αποφθέγµατος του Dante, που λέει ότι «υπάρχει ίδια ευχαρίστηση στη γνώση και στην αµφιβολία γι’ αυτήν τη γνώση, στην αµφισβήτησή της».

Στέλιος Στυλιανίδης: Τι να κάνουμε για ποιοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, δωρεάν και σε όλους (iEidiseis, 10/10/2021)

Πηγή: ieidiseis.gr

Τι προτείνει ο καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής Στέλιος Στυλιανίδης, με αφορμή την παγκόσμια μέρα ψυχικής υγείας και τη συνεργασία που εγκαινιάζει το iEidiseis με την ΕΠΑΨΥ.

Πρέπει να αλλάξει η κουλτούρα του επείγοντος, να αποδυναμωθεί ο συντεχνιασμός των ψυχιάτρων, να αναπτυχθούν οι άτυπες υπηρεσίες σε κοινοτικό επίπεδο, να καταργηθούν τα ψυχιατρικά νοσοκομεία και να ενισχυθεί η πρωτοβάθμια φροντίδα ψυχικής υγείας.

Τα παραπάνω τονίζει -μεταξύ άλλων- ο καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής Στέλιος Στυλιανίδης, με συνέντευξη που παραχωρεί στο iEidiseis, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ψυχικής υγείας, αλλά και με αφορμή τη συνεργασία που εγκαινιάζουμε με την ΕΠΑΨΥ.

-Πόσο αλλάζει η πανδημία την σύγχρονη ψυχιατρική;

Η πανδημία άφησε και συνεχίζει να αφήνει ένα συλλογικό ψυχικό τραύμα, σε πολλά επίπεδα, η επεξεργασία του οποίου θα είναι διαφορετική σε ατομικό, κοινωνικό και πλανητικό επίπεδο. Το μεγάλο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι, ιδιαίτερα για τη χώρα μας και τις άλλες χώρες του μεσογειακού νότου, τη μακρόχρονη κοινωνικοοικονομική κρίση, με ήδη τεράστιες επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία, διαδέχτηκε η πανδημία.

Όπως έχει ήδη τεκμηριωθεί από διάφορες έρευνες σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, τα επίπεδα κατάθλιψης, άγχους, ψυχοσωματικών εκδηλώσεων, οι αντιδράσεις δυσφορίας (γνωστικές, συναισθηματικές, βιολογικές, κοινωνικές), η αύξηση της αυτοκτονικότητας, η επιθετικότητα, η παρορμητικότητα, η προσπάθεια αυτοθεραπείας και ανακούφισης της ψυχικής και κοινωνικής οδύνης με αύξηση της χρήσης αλκοόλ, ουσιών και κατάχρηση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων αποτελούν νέα κοινωνικά και επιδημιολογικά δεδομένα, τα οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν οι υπάρχουσες υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

-Συνδέονται οι ανισότητες με το αποτύπωμα που αφήνει στον ψυχισμό η πανδημία;

Η ανθεκτικότητα κάθε πολίτη και κάθε κοινωνικής ομάδας απέναντι στα επανειλημμένα lockdown και τις σοβαρότατες συνέπειες τους στην κοινωνική-οικονομική και ψυχική ζωή διαφέρει και εξαρτάται κυρίως από κοινωνικούς προσδιοριστές (social determinants) οι οποίοι υπερβαίνουν τους κλινικούς και γενετικούς – προδιαθεσικούς παράγοντες.

Για παράδειγμα, ο μεγάλος όγκος της διεθνούς βιβλιογραφίας αλλά και ελληνικά ερευνητικά δεδομένα, τεκμηριώνουν ότι οι κοινωνικές ανισότητες έχουν μία καθοριστική επίδραση στην ατομική ψυχική υγεία.

Όπως φάνηκε και από την οικονομική κρίση, οι αλλαγές σε μακροοικονομικό επίπεδο, η ανεργία, τα αυξανόμενα χρέη των νοικοκυριών και οι τρομακτικές ανισότητες στο οικογενειακό εισόδημα στάθηκαν παράγοντες που αποτέλεσαν υψηλού κινδύνου παραμέτρους για την ψυχική υγεία ανατροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο φτώχειας-ενδοοικογενειακής βίας-κοινωνικού αποκλεισμού και άνιση ή μηδενική πρόσβαση στις ήδη ισχνές και δυσλειτουργούσες δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Η πανδημία ανέδειξε ένα τεράστιο έλλειμμα του συστήματος της δημόσιας υγείας, του κοινωνικού κράτους και των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ελλείμματα τα οποία είναι αδύνατο να καλυφθούν από τον ιδιωτικό τομέα λόγω όλων αυτών των κοινωνικών ανισοτήτων που προαναφέρθηκαν.

-Για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται: Μπορεί ένας πολίτης που χρειάζεται ψυχιατρική φροντίδα να έχει δωρεάν βοήθεια χωρίς καθυστέρηση;

Οι απαντήσεις που δόθηκαν από την πολιτεία με τις τηλεφωνικές γραμμές στήριξης όπως και το πολιτικό πρόγραμμα “Ψ υποστηρίζω”για τους υγειονομικούς και τους νοσήσαντες αποτελούν απλές νησίδες καλής πρακτικής που πιθανόν να μπορούν να σταματήσουν για λίγα άτομα μια ψυχική αιμορραγία και να καλύψουν το επείγον. Το μείζον όμως είναι να αλλάξουμε σε επίπεδο πολιτικής υγείας, κοινωνικού κράτους και εργαζόμενων την κουλτούρα του επείγοντος, τη διαχείριση των αιτημάτων εδώ και τώρα με οργανωμένες συστημικές αλλαγές που μόνο ένα συνεκτικό σύστημα δημόσιας υγείας μπορεί να δώσει.

Τα αιτήματα είναι τόσο πολλά και περίπλοκα που είναι αδύνατο ο πολίτης να βρει δωρεάν απάντηση στο χρόνο που τη χρειάζεται. Οι λίστες αναμονής είναι απογοητευτικές. Οι προηγούμενες περικοπές στον προϋπολογισμό υπηρεσιών υγείας και ψυχικής υγείας, στα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, οι σοβαρές περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, διόγκωσαν τις ήδη υπάρχουσες τεράστιες κοινωνικές ανισότητες στη χώρα μας.

-Είναι, λοιπόν, μόνο θέμα πόρων;

Τα επιτυχημένα παραδείγματα χωρών που εφάρμοσαν με αποτελεσματικότητα συνεχή παρακολούθηση και αξιολόγηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και εφάρμοσαν την κοινωνική λογοδοσία, τις βασικές σύγχρονες αρχές κοινωνικής-κοινοτικής ψυχιατρικής και του αποϊδρυματισμού έθεσαν μια σειρά από προϋποθέσεις, μέρος μόνο των οποίων αποτελεί η αύξηση των πόρων. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία οι προϋποθέσεις είναι οι εξής:

Η ηθική, που διέπει τους μεταρρυθμιστικούς στόχους σε επίπεδο αρχών, φιλοσοφίας και ιδεολογίας, πρέπει να καθορίζει τον εθνικό σχεδιασμό και τη στάση της πολιτείας απέναντι στον ψυχικά ασθενή. Η evidence based practice (επιστημονικά τεκμηριωμένη πρακτική) δεν μπορεί να μην εναρμονίζεται με την ethical or value based practice (πρακτική που στηρίζεται σε ηθικές αρχές και αξίες).

Οι στάσεις των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, και ειδικά των ψυχιάτρων, απέναντι στους σκοπούς και στην αναγκαιότητα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης είναι βαθειά διφορούμενες. Συχνά, η επικράτηση μιας συντεχνιακής λογικής που συσκοτίζει θεσμικές, κλινικές, θεραπευτικές και ηθικές ευθύνες (παραβίαση δικαιωμάτων, αναγκαστικές νοσηλείες, μηχανικές καθηλώσεις, κλπ) αντιτίθεται σε μια αυθεντική δημοκρατική ατζέντα δημόσιας υγείας. Η αναγκαιότητα ριζικής επερώτησης της ψυχιατρικής εξουσίας, μέσα από τη συστηματική συμμετοχή τόσο των ληπτών όσο και των μελών του υποστηρικτικού τους δικτύου στη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων, είναι εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για την αλλαγή του βιοϊατρικού μοντέλου.

Η πολιτική βούληση, δηλαδή ο βαθμός προτεραιότητας που δίνεται στην ψυχική υγεία, η εφαρμογή της νομοθεσίας, η παρακολούθηση, o έλεγχος, η λογοδοσία και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των μεταρρυθμιστικών στόχων. Στη χώρα μας, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η ψυχική υγεία βρίσκεται στο τέλος του καταλόγου των προτεραιοτήτων στο χώρο της υγείας – παρά το τεράστιο οικονομικό, κοινωνικό και ψυχικό βάρος που απορρέει από τη μη θεραπευόμενη ψυχιατρική νοσηρότητα του γενικού πληθυσμού, δηλαδή από ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση ή ενημέρωση σχετικά με υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Οι πόροι και ο προϋπολογισμός πρέπει να συνδέονται με την παροχή ποιοτικής ψυχιατρικής φροντίδας, που θα συνδυάζεται με συνεχή εκπαίδευση, εποπτεία των νέων επαγγελματιών, προαγωγή καινοτόμων πρακτικών, μείωση του χάσματος μεταξύ νοσηρότητας του πληθυσμού και δυνατότητας πρόσβασης σε υπηρεσίες. Στην ουσία, η χρηματοδότηση και η λογοδοσία για την αποτελεσματική επένδυση των πόρων στην ψυχική υγεία πρέπει να στοχεύει στην ενδυνάμωση του κοινοτικού δικτύου ψυχικής υγείας και στην πλήρη αποδυνάμωση του ασυλικού συστήματος.

-Αισιοδοξείτε;

Αν η αύξηση των πόρων δεν συνδυαστεί με την ριζική αλλαγή της κουλτούρας των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και ιδιαίτερα του συντεχνιασμού των ψυχιάτρων, δεν θα σταματήσει ο αποκλεισμός από την πολιτική ατζέντα της προτεραιότητας της ψυχικής υγείας ως δημόσιο αγαθό σε συνάρτηση με τις κοινωνικές πολιτικές και τις πολιτικές υγείας. Αν δεν περιοριστεί ο κατακερματισμός, η δυσλειτουργία και το burn out των επαγγελματιών, αν δεν ενδυναμωθεί η ουσιαστική συμμετοχή των ασθενών και των οικογενειών τους στα κέντρα λήψης αποφάσεων, τότε η απάντηση στα νέα πολύπλοκα προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως και η εκμετάλλευση της ευκαιρίας που μας δίνει η κρίση για να αλλάξουμε το σύστημα θα παραμείνουν ελλειμματικές και απογοητευτικά ανεπαρκείς για τις ανάγκες του πληθυσμού.

-Υπάρχουν καλές πρακτικές σε διεθνές επίπεδο που μπορούν να μεταφερθούν και στη χώρα μας;

Η πανδημία ανέδειξε και αναδεικνύει όχι μόνο τα όρια της ανθεκτικότητας του δημόσιου συστήματος υγείας αλλά και καλές πρακτικές σε επίπεδο επιδημιολογικής επιτήρησης και επαγρύπνησης για το σύνολο του πληθυσμού σε επίπεδο ιχνηλάτησης, ορθολογικότερης αντιμετώπισης των βαρέων κρουσμάτων και τη διαχείριση, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη, των ζητημάτων ψυχικής υγείας.

Στον ευρωπαϊκό χώρο το παράδειγμα της Δανίας αποτελεί εξαιρετική πρακτική, σύμφωνα με τα υπάρχοντα ερευνητικά δεδομένα, ιδιαίτερα στην απαρτίωση που επετεύχθη της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας με το υπάρχον σύστημα κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παραμένει παραμελημένο υποστελεχωμένο και αδύναμο κομμάτι του δημόσιου συστήματος υγείας, στη Δανία -και σε άλλες χώρες- οι φορείς της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας είναι πρώτης προτεραιότητας καθώς οι ασθενείς με κοινές ψυχιατρικές διαταραχές, όπως πχ η κατάθλιψη με υποκείμενο χρόνιο νόσημα ή με παρουσία ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, μπορούν να λαμβάνουν την κατάλληλη ιατρική και ψυχοκοινωνική φροντίδα.

Ακόμη και στη Λομβαρδία που αποτέλεσε τον πρώτο χρόνο της πανδημίας αντιπαράδειγμα, στη συνέχεια οι υγειονομικές αρχές, εγκαταλείποντας συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα αναβάθμισαν τον συντονιστικό ρόλο των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, τη διασφάλιση της συνέχειας της φροντίδας για κάθε άτομο και προοδευτικά, μαζί με άλλες περιοχές της Ιταλίας, κατάφεραν να αποτελέσει η τοπική υπηρεσία και ο οικογενειακός γιατρός την πύλη εισόδου για πιο εξειδικευμένη φροντίδα, συνεπώς για έγκαιρη αντιμετώπιση ενός ψυχιατρικού προβλήματος.

Ακόμη και σε αναπτυσσόμενες χώρες (περιοχές Ινδίας, Βραζιλίας) όπου έγινε ψυχιατρική μεταρρύθμιση, η ενίσχυση της διασύνδεσης της πρωτοβάθμιας φροντίδας με τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, το χαμηλό κόστος για το κράτος από τις προσφερόμενες δωρεάν υπηρεσίες, η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητα στη φροντίδα και η ταυτόχρονη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (αποφυγή περιοριστικών μέτρων όπως η αναγκαστική νοσηλεία, η ίση πρόσβαση στο δημόσιο αγαθό συνέβαλαν στην ουσιαστική μείωση του θεραπευτικού χάσματος (mh GAP) στην ψυχική υγεία.

-Για να συμβεί αυτό στη χώρα μας, τι πρέπει να γίνει;

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε, ώστε να τεθεί ως υψηλή προτεραιότητα στην πολιτική ατζέντα, ότι η ζητούμενη ποιότητα στις παρεχόμενες υπηρεσίες και ο όγκος των αιτημάτων πρέπει να αντιμετωπίζονται πρώτα σε επίπεδο άτυπων υπηρεσιών, ομάδων αυτοφροντίδας, δικτύων αλληλεγγύης στην κοινότητα (οικογένεια, φίλοι, εκκλησία, τοπική αυτοδιοίκηση, κοινοτικοί φορείς), μετά έρχεται η γραμμή άμυνας της πρωτοβάθμιας φροντίδας πριν τα περιστατικά αποτελέσουν αντικείμενο εξειδικευμένης φροντίδας σε κοινοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, σε ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων και πριν καταλήξουν σε δομές μακροχρόνιας φροντίδας όπως τα ειδικά ψυχιατρικά νοσοκομεία τα οποία θα πρέπει να καταργηθούν και σε άλλες εξειδικευμένες υπηρεσίες.

Έπειτα, είναι ιδιαίτερα επείγον οι αρχές της ενσωμάτωσης της ψυχικής υγείας στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας να γίνουν άμεσα πολιτική προτεραιότητα του υπουργείου. Εκπαίδευση στη συνηγορία είναι απαραίτητη για τη μεταβολή των στάσεων και των συμπεριφορών του πληθυσμού και των επαγγελματιών.

Χρειάζεται επαρκής εκπαίδευση εργαζόμενων σε θέματα ψυχικής υγείας και τεχνικές διαχείρισης κοινών ψυχιατρικών διαταραχών. Οι δράσεις πρέπει να είναι περιορισμένες και εφικτές, ενώ εξειδικευμένοι επαγγελματίες πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμοι για την υποστήριξη των συναδέλφων τους στην πρωτοβάθμια φροντίδα και των οικογενειακών γιατρών.

Οι ασθενείς πρέπει να έχουν πρόσβαση στα απαραίτητα ψυχοτρόπο φάρμακα. Η ενσωμάτωση είναι μια διαδικασία με διάρκεια και βάθος χρόνου, δεν γίνεται με μια υπουργική απόφαση.

Είναι απαραίτητη η συνεργασία με άλλους κλάδους εκτός του τομέα υγείας, με ΜΚΟ, ανθρώπους-κλειδιά στην κοινότητα, εθελοντές, τοπικούς συλλόγους, εκκλησία, αστυνομία, τοπική αυτοδιοίκηση.

Στην ουσία, οι υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας πρέπει να παράγουν «κοινότητα» , δηλαδή να συμπεριλαμβάνουν στη δράση τους αυτό που μάθαμε από τις καλές πρακτικές αποϊδρυματισμού στο εξωτερικό.

Δηλαδή ότι τα χρήματα, η κατοικία, η εργασία, το κοινωνικό δίκτυο είναι ουσιαστικά μέσα για την ανάκαμψη του ατόμου από τα ψυχιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει γιατί είναι ευκαιρίες ανακατασκευής της ταυτότητας του και ενίσχυσης της ικανότητας για κοινωνική διαπραγμάτευση. Έχει ενδιαφέρον μια φράση του Φ Μπαζάλια: «Αυτός που δεν έχει, δεν είναι».

-Είναι γνωστό ότι η ασυλική ψυχιατρική είναι -πέρα από τα ηθικά ζητήματα που εγείρονται- και δαπανηρή γιατί οι ασθενείς μπαινοβγαίνουν στα ψυχιατρικά ιδρύματα σε έναν αδιέξοδο φαύλο κύκλο. Παρόλα αυτά, τα άσυλα βασιλεύουν στη χώρα μας. Γιατί κατά τη γνώμη σας;

Η ιστορία της ψυχιατρικής και η γέννηση της ως διακριτική ιατρική ειδικότητα σημαδεύεται από τη δημιουργία και την επέκταση τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20 των ασύλων ως τόπων εγκλεισμού και εγκατάλειψης των ατόμων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο φόβου, διατάραξης της κοινωνικής και δημόσιας τάξης, απειλή για τη συνοχή της κοινότητας, λόγω της διαφορετικότητάς τους. Η ψυχιατρική που μελέτησε την κλινική εικόνα των σοβαρών ψυχιατρικών διαταραχών μέσα στα ασυλικά ιδρύματα αρχικά τα θεωρούσε σαν καταφύγιο με την αρχαιοελληνική έννοια.

Ωστόσο, ο ιδρυματικός τους χαρακτήρας, η ιδρυματική νεύρωση που αναπτύσσει στους φιλοξενούμενους ασθενείς υπερβαίνει κατά πολύ την αρχική πρόθεση περίεξης της ανθρώπινης τρέλας, του αλλόκοτου και του ανοίκειου. Η αρχική πρόθεση μετατράπηκε σε μια ιδρυματική ρουτίνα με βασικά χαρακτηριστικά την εγκατάλειψη, την προσφυγή στη βία όταν ο ασθενής αρνείται να συμμορφωθεί με την καθημερινή τελετουργία και εν τέλει τη χρονιοποίηση όχι μόνο των συμπτωμάτων αλλά και του ίδιου του ατόμου ως υποκειμένου.

Η βασική αντίθεση στην ψυχιατρική, διαχρονικά, είναι μεταξύ θεραπείας και κοινωνικού ελέγχου. Η εντολή που δίνει η πολιτεία στην ψυχιατρική είναι να ελέγξει μέσα από τη χρήση της νοσηλείας συμπεριφορές και συμπτωματολογία που είναι ανεπιθύμητες και δεν μπορούν να ενσωματωθούν στο κοινωνικό σώμα.

Το επικρατούν βιοϊατρικό μοντέλο στην ψυχιατρική ενισχύει την αναγκαιότητα φύλαξης και περίθαλψης των ασθενών που πάσχουν από σοβαρές και ανθεκτικές διαταραχές σε άσυλα και χρησιμοποιεί τις κοινοτικές υπηρεσίες και τα ψυχιατρικά τμήματα των γενικών νοσοκομείων ως συμπληρωματικά. Τα άσυλα δεν καταργούνται γιατί αποτελούν κόμβο και συμπύκνωση πολλαπλών συμφερόντων: Συντεχνιακών, των εργαζόμενων σε αυτά, οικονομικών, των προμηθευτών τους κοκ, κοινωνικών, στη βάση του στίγματος. Υπάρχουν επίσης η αντίσταση στην αλλαγή λόγω φόβου και αβεβαιότητας (απώλεια εργασίας και συνηθειών) και η εσωτερικευμένη ιδρυματική κουλτούρα που δεν είναι μόνο κομμάτι των ασθενών αλλά και των εργαζόμενων.

-Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα μας δεν ολοκληρώθηκε. Μπορείτε να κάνετε έναν σύντομο απολογισμό;

Η ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση ξεκίνησε μετά το διεθνές σκάνδαλο που προκλήθηκε με την αποκάλυψη του κολαστηρίου στη Λέρο. Μετά από 35 και πλέον χρόνια από την έναρξη της χρηματοδότησης της μεταρρύθμισης έχουν υπάρξει θετικές εξελίξεις αλλά και πλήθος αρνητικών εκβάσεων.

Σχηματικά:

-Υπάρχει η γενική στρατηγική κατεύθυνση, επιβεβαιώθηκε με την πρόσφατη διακήρυξη κυβέρνησης-ΠΟΥ, προς ένα σύγχρονο μοντέλο κοινοτικής ψυχιατρικής περίθαλψης.

-Υπήρξε κλείσιμο πέντε ψυχιατρείων και αποασυλοποίηση, μείωση κλινών στα εναπομείναντα.

-Υπήρξε εκσυγχρονισμός των υφιστάμενων υπηρεσιών και δημιουργία ψυχιατρικών τμημάτων στα γενικά νοσοκομεία.

-Αναπτύχθηκαν κοινοτικές υπηρεσίες σε πολλές περιοχές της χώρας όπως και πολλές στεγαστικές δομές για την επανένταξη χρόνιων ασθενών.

-Αξία έχουν επίσης η σταδιακή αποδοχή και ο αποστιγματισμός από αρκετές τοπικές κοινωνίες, η ανάπτυξη των ΚΟΙΣΠΕ (για την επαγγελματική επανένταξη), η υλοποίηση προγραμμάτων προαγωγής ψυχικής υγείας, οι καμπάνιες ενάντια στο στίγμα.

Ωστόσο, υπάρχει πλήθος αρνητικών εκβάσεων οι οποίες είναι κρίσιμες για το μέλλον της μετέωρης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης.

-Το σύστημα είναι αποσπασματικό, ανεπαρκώς συντονισμένο, χωρίς σοβαρό σχεδιασμό και μη βασισμένο στις ανάγκες του πληθυσμού μετά από επιδημιολογική μελέτη. Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με άθροισμα κατακερματισμένων υπηρεσιών και όχι με συνεκτικό σύστημα.

-Είναι άνιση η ανάπτυξη στις διάφορες περιοχές. -Καταγράφεται υπερανάπτυξη εξειδικευμένου προσωπικού και υποανάπτυξη προσωπικού σε ρόλους υποστήριξης (νοσηλευτές, φροντιστές κλπ.

-Υπάρχουν σοβαρά προβλήματα ηγεσίας. (Εκλογή διευθυντών κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας με ασυλική-βιοϊατρική κουλτούρα).

-Υπάρχουν χάσματα στη φροντίδα ομάδων όπως παιδιά, έφηβοι, τρίτη ηλικία, αδικημένες ομάδες, όπως πρόσφυγες-μετανάστες.

-Απουσία μηχανισμών ελέγχου διασφάλισης ποιότητας .

-Απουσία έρευνας και συστηματικής αξιολόγησης βάσει στόχων των υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

-Μη εφαρμογή της τομεοποίησης των υπηρεσιών.

-Αυξημένο ποσοστό αναγκαστικών νοσηλειών (το 50-60% του συνόλου των εισαγωγών είναι ακούσιες, με συχνή τη χρήση μηχανικής καθήλωσης (1/4).

-Προβλήματα υποδομών στα ψυχιατρικά τμήματα των γενικών νοσοκομείων (πχ ράντζα).

-Ανιση παροχή υπηρεσιών κοινοτικής ψυχιατρικής (κέντρα ψυχικής υγείας που λειτουργούν μόνο ως εξωτερικά ιατρεία και δεν κάνουν πρόληψη.

-Καθημερινή παραβίαση δικαιωμάτων των ασθενών.

-Μη συμμετοχή των χρηστών και των οικογενειών τους στις αποφάσεις.

-Λειτουργούν παράλληλα πολλά ξεχωριστά συστήματα στο χώρο της ψυχικής υγείας ανεξάρτητα και χωρίς συντονισμό μεταξύ τους: Ψυχιατρικά νοσοκομεία-ψυχιατρικά τμήματα γενικών νοσοκομείων, κοινοτικές υπηρεσίες, υπηρεσίες ΙΚΑ, στρατιωτικές ψυχιατρικές υπηρεσίες. (ΕΣΥ/ΝΠΙΔ ΜΚΟ).

-Υπάρχουν επιτυχημένες νησίδες κοινοτικής ψυχιατρικής, όπου μπορεί κανείς να πάρει βοήθεια χωρίς εγκλεισμό ή οποιαδήποτε άλλη παραβίαση των δικαιωμάτων του, με σεβασμό στην προσωπικότητά του και ένα πλαίσιο συνολικής υποστήριξης, αλλά δεν είναι αυτό το μοντέλο που έχει κυριαρχήσει στη χώρα μας. Δεν είναι αυτό μια αποτυχία και των φορέων κοινοτικής ψυχιατρικής;

Οι λιγοστές νησίδες κοινοτικής ψυχιατρικής φροντίδας, πιλότοι της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, λόγω των ελλειμμάτων και της αδυναμίας τους (ασυνεννοησία μεταξύ τους) δεν κατάφεραν να αποτελέσουν ισχυρά πρότυπα καλής πρακτικής ώστε με πολιτική βούληση να επεκταθούν. Δυστυχώς, έχουν τοπικό χαρακτήρα, παραμένουν προσδεδεμένες στην προσωπικότητα του ιδρυτή τους και εν πολλοίς ασυντόνιστες μεταξύ τους κάτι που αδυνατίζει τη διαπραγματευτική τους ισχύ ως ομάδα πίεσης και την επίτευξη των κοινωνικών και θεσμικών στόχων τους.

Δυστυχώς, παρατηρείται ένα φαινόμενο ψευδοαυτάρκειας και δήθεν παντοδυναμίας σε βάρος της δημιουργικότητας της διεθνούς δικτύωσης και της τεκμηρίωσης σε σύγκριση με τις καλές διεθνείς πρακτικές.

-Τελικά, τι πρέπει να γίνει, που να είναι ρεαλιστικό, σχετικά άμεσο και συμβατό με τις δυνατότητες της χώρας, ώστε να έχουν ένα αποτελεσματικό δίκτυο υπηρεσιών ψυχικής υγείας παντού και για όλους; Μπορείτε να μας το πείτε σε τίτλους;

1.Ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
2. Κατάργηση και μετασχηματισμός των ψυχιατρικών νοσοκομείων και οι πόροι τους να κατευθυνθούν στις κοινοτικές υπηρεσίες.
3. Καινοτόμα προγράμματα κοινοτικής ψυχιατρικής φροντίδας (έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση, κατ οίκον φροντίδα, παρέμβαση στην κρίση)
4. Μείωση των αναγκαστικών νοσηλειών μέσα από παρατηρητήριο-σχέδιο δράσης.
5. Αξιολόγηση και λογοδοσία.
6. Αναβάθμιση της συμμετοχής των ασθενών και των οικογενειών τους στις αποφάσεις.

(Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής-ομαδικός αναλυτής, επίτιμος πρόεδρος ΕΠΑΨΥ)

“Τείχος εμπιστοσύνης πριν από το τείχος ανοσίας”, του Στέλιου Στυλιανίδη (ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 12/09/2021

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 12/09/2021.

To 2019, μόλις έναν χρόνο πριν από την έναρξη της πανδημίας Covid-19, ο Π.Ο.Υ. ανακήρυξε
τη «διστακτικότητα απέναντι στον εμβολιασμό» (vaccine hesitancy) ως μία από τις 10
μεγαλύτερες απειλές για την παγκόσμια υγεία.


Σήμερα η δραματική αυτή βεβαιότητα έχει ενισχυθεί περαιτέρω, χωρίς να μπορεί να γίνει
επιστημονικά στέρεος διαχωρισμός και διαφοροποίηση στην άμορφη μάζα των
αντιεμβολιαστών και, κατά συνέπεια, να αναδυθεί μέσα από την αναζήτηση της
καταλληλότερης μεθοδολογίας μια πιο αρμονική και λιγότερο διχαστική σχέση μεταξύ πειθούς
και καταναγκασμού-συμμόρφωσης.


Τέτοιου τύπου απλουστευτικές διχοτομήσεις έχουν ως αποτέλεσμα την ανατροφοδότηση ενός
φαύλου κύκλου ανταγωνισμού μεταξύ του επιστημονικού λόγου και του αντιεμβολιαστικού
φανατισμού, ο οποίος απέχει πολύ από τον στόχο της οικοδόμησης μιας αλυσίδας
εμπιστοσύνης βασισμένης στον ορθολογισμό.


Σύμφωνα με πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα (Washington Post 8/2021), οι δύο κυρίαρχοι
λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι επιλέγουν να μην εμβολιαστούν είναι το γεγονός ότι το
εμβόλιο είναι ένα νέο σκεύασμα και η πιθανότητα εμφάνισης άγνωστων παρενεργειών.
Σχεδόν ο μισός μη εμβολιασμένος πληθυσμός των ΗΠΑ ανησυχεί περισσότερο για τις πιθανές
παρενέργειες του εμβολίου παρά για τη νόσηση από Covid-19.


Ένας άλλος λόγος που καθιστά τον πληθυσμό διστακτικό και καχύποπτο απέναντι στην κρατική
πολιτική των εμβολιασμών είναι το «βίωμα μιας διαρκώς συρρικνούμενης ελευθερίας μέσα
από την επιβολή κακοποιητικών νόμων» (R. Kempf, Monde diplomatique, 9/2021).
Σύμφωνα με έγκριτους Γάλλους νομικούς, η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού παραπέμπει
σε όρους επείγοντος κοινωνικού ελέγχου και πιθανής χρήσης ευαίσθητων προσωπικών
δεδομένων για άλλους σκοπούς.


Κατά σειρά φθίνουσας ισχύος (Hornsey et al. 2018), εντοπίζονται ισχυρότερες
αντιεμβολιαστικές αντιλήψεις σε όσους (α) εκδηλώνουν υψηλά επίπεδα συνωμοσιολογικής
σκέψης, (β) εκδηλώνουν υψηλή αντιδραστικότητα, (γ) αναφέρουν υψηλά επίπεδα απέχθειας
απέναντι στο αίμα και τις βελόνες και (δ) έχουν ισχυρές ατομιστικές/ιεραρχικές κοσμοθεωρίες.
Επιπλέον, οι Jensen et al. (2021), μελετώντας συγκεκριμένα τις επικρατέστερες θεωρίες
συνωμοσίας για την πανδημία Covid-19, εντόπισαν σημαντικές συσχετίσεις με την ηλικία (το
30% των ατόμων 30-39 ετών συμφώνησε πως η πανδημία αποτελεί μέρος ενός πλάνου για την
παγκόσμια εγκαθίδρυση των υποχρεωτικών εμβολιασμών), τον τόπο διαμονής (υψηλότερη
αποδοχή του εμβολιασμού σε μεγάλες πόλεις, όπως το Βερολίνο), το μεταναστευτικό
πολιτισμικό υπόβαθρο (οι μετανάστες εκφράζουν περισσότερες συνωμοσιολογικές απόψεις)
και το χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης.

Ενδιαφέρον έχει, εξάλλου, η παρατήρησή τους ότι η συχνότητα χρήσης του Twitter
(μεγαλύτερα ποσοστά συνωμοσιολογικής σκέψης για την πανδημία μεταξύ των τακτικών
χρηστών της συγκεκριμένης πλατφόρμας) και άλλων εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων
λειτουργεί ενισχυτικά.


Σύμφωνα με τους Allington et al. (2021), η εκδήλωση δισταγμού απέναντι στον εμβολιασμό
κατά της Covid-19 συσχετίζεται με τη νεαρή ηλικία, το γυναικείο φύλο, το χαμηλό εισόδημα, το
χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, την υψηλή εξάρτηση από τα κοινωνικά δίκτυα ως πηγές
πληροφόρησης, τη χαμηλή εμπιστοσύνη απέναντι στην τηλεόραση και στον Τύπο ως πηγές
πληροφόρησης, την υπαγωγή σε μη λευκές εθνοτικές ομάδες, τον χαμηλό αντιλαμβανόμενο
κίνδυνο νόσησης από Covid-19, τη χαμηλή εμπιστοσύνη προς τους επιστήμονες και τους
υγειονομικούς, καθώς και τη χαμηλή εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση.


Οι υποψίες περί συνωμοσίας γύρω από την πανδημία Covid-19 και οι γενικότερες στάσεις
απέναντι στα εμβόλια εξηγούν το 35% της διακύμανσης των στάσεων απέναντι στον
εμβολιασμό κατά της Covid-19.


Είναι γνωστό από παλαιότερα (Haase et al. 2015) ότι οι ακτιβιστές του αντιεμβολιασμού
χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για τη διάχυση της ατζέντας τους, συχνά μέσα από τη δημοσίευση
αφηγηματικών αναφορών για δήθεν παρενέργειες των εμβολίων.


Στην επικοινωνία μηνυμάτων που αφορούν τον κλάδο της υγείας, η προβολή των
πληροφοριών με τη μορφή αφηγήσεων έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική ως προς την
πειθώ των αποδεκτών του μηνύματος.


Η έρευνα σχετικά με το φαινόμενο της πειθούς έχει δείξει πως η αντιλαμβανόμενη αξιοπιστία
μιας πηγής πληροφοριών μπορεί να λειτουργήσει ως έναυσμα για την ενίσχυση ή για την
απόρριψη ενός μηνύματος που επιχειρεί να επικοινωνήσει η πηγή στον δέκτη.


Η έρευνα της Kappa Research (24-5/8/2021) ανέδειξε μερικά ευρήματα που συνάδουν με τα
διεθνή ερευνητικά δεδομένα.


Το γεγονός ότι 59% των ανεμβολίαστων θα προτιμούσαν να νοσήσουν παρά να κάνουν το
εμβόλιο και 78% δεν θα εφαρμόσουν το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού επιβεβαιώνει
το συμπέρασμα δύο γερμανικών μελετών ότι τα μηνύματα που παρουσιάζουν υψηλό
κίνδυνο/απειλή με στόχο την αύξηση των εμβολιασμών φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα,
ενισχύοντας τις αντιλήψεις περί επικινδυνότητας του εμβολιασμού και τις αντιστάσεις, οι
οποίες εκφράζονται με άρνηση, δυσπιστία, έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στις
αρχές/θεσμούς που ασκούν την πίεση.


Η τεράστια διαφορά στο επίπεδο εμπιστοσύνης προς το ΕΣΥ και την κυβέρνηση μεταξύ
εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων, κατά την έρευνα της Kappa Research, με κοινό υπέδαφος
τη χαμηλότατη εμπιστοσύνη (9% κατά μέσο όρο, 14% οι εμβολιασμένοι και 1% οι
ανεμβολίαστοι) προς τα ΜΜΕ και τα κόμματα (21% οι εμβολιασμένοι, 5% οι ανεμβολίαστοι),
σε συνδυασμό με τα υψηλά ποσοστά άγχους, στρες, στενοχώριας και θλίψης, δείχνουν ότι θα
πρέπει να επανεξεταστεί δομικά η μέχρι τώρα προσέγγιση προαγωγής της δημόσιας υγείας.

Πολύ εύστοχα ο Guardian σε άρθρο της σύνταξής του(6/2021) υποστήριξε ότι μια νομοθετική
πράξη δεν πρέπει να υποκαθιστά την προσπάθεια να υπερβούμε τα πρακτικά και
συναισθηματικά εμπόδια προς τον εμβολιασμό, αλλά να τη συνοδεύει.
Το να ακούει κανείς τους αντιεμβολιαστές, αντί να τους απορρίπτει ως ανόητους και
συνωμοσιολόγους, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αλλάξουν οι απόψεις τους απέναντι στον
εμβολιασμό.


Υπάρχουν καλές πρακτικές και επιτυχημένα προγράμματα προαγωγής και αγωγής υγείας,
διεθνώς αλλά και στη χώρα μας, τα οποία, με αντίστοιχα καλά εκπαιδευμένα στελέχη, μπορεί
να εφαρμοστούν σε ειδικές ομάδες ανεμβολίαστων προκειμένου να πειστούν και όχι να
στιγματιστούν. Είναι γνωστό άλλωστε πως ο στιγματισμός έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση
της εσωτερικευμένης οργής και ασυνείδητα καταδιωκτικά-παρανοϊκά άγχη, τα οποία, μαζί με
την αβεβαιότητα, βρίσκονται στον πυρήνα της συνωμοσιολογικής-ανορθολογικής σκέψης.


Συμπέρασμα: Τείχος εμπιστοσύνης πριν από το τείχος ανοσίας.


Το να ντροπιάζουμε τους άλλους και να τους κάνουμε διαλέξεις για το τι πρέπει να γίνει δεν
θα μας προστατεύσει από την Covid-19. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει μόνο συζητώντας
μαζί τους και απαντώντας τεκμηριωμένα και υπομονετικά σε όλες τις αιτιάσεις/αντιρρήσεις
τους, ακόμη κι αν είναι βαθιά ανορθολογικές.