Κατηγορία: <span>Δημοσιεύσεις</span>

Στέλιος Στυλιανίδης: Τι να κάνουμε για ποιοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, δωρεάν και σε όλους (iEidiseis, 10/10/2021)

Πηγή: ieidiseis.gr

Τι προτείνει ο καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής Στέλιος Στυλιανίδης, με αφορμή την παγκόσμια μέρα ψυχικής υγείας και τη συνεργασία που εγκαινιάζει το iEidiseis με την ΕΠΑΨΥ.

Πρέπει να αλλάξει η κουλτούρα του επείγοντος, να αποδυναμωθεί ο συντεχνιασμός των ψυχιάτρων, να αναπτυχθούν οι άτυπες υπηρεσίες σε κοινοτικό επίπεδο, να καταργηθούν τα ψυχιατρικά νοσοκομεία και να ενισχυθεί η πρωτοβάθμια φροντίδα ψυχικής υγείας.

Τα παραπάνω τονίζει -μεταξύ άλλων- ο καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής Στέλιος Στυλιανίδης, με συνέντευξη που παραχωρεί στο iEidiseis, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ψυχικής υγείας, αλλά και με αφορμή τη συνεργασία που εγκαινιάζουμε με την ΕΠΑΨΥ.

-Πόσο αλλάζει η πανδημία την σύγχρονη ψυχιατρική;

Η πανδημία άφησε και συνεχίζει να αφήνει ένα συλλογικό ψυχικό τραύμα, σε πολλά επίπεδα, η επεξεργασία του οποίου θα είναι διαφορετική σε ατομικό, κοινωνικό και πλανητικό επίπεδο. Το μεγάλο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι, ιδιαίτερα για τη χώρα μας και τις άλλες χώρες του μεσογειακού νότου, τη μακρόχρονη κοινωνικοοικονομική κρίση, με ήδη τεράστιες επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία, διαδέχτηκε η πανδημία.

Όπως έχει ήδη τεκμηριωθεί από διάφορες έρευνες σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, τα επίπεδα κατάθλιψης, άγχους, ψυχοσωματικών εκδηλώσεων, οι αντιδράσεις δυσφορίας (γνωστικές, συναισθηματικές, βιολογικές, κοινωνικές), η αύξηση της αυτοκτονικότητας, η επιθετικότητα, η παρορμητικότητα, η προσπάθεια αυτοθεραπείας και ανακούφισης της ψυχικής και κοινωνικής οδύνης με αύξηση της χρήσης αλκοόλ, ουσιών και κατάχρηση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων αποτελούν νέα κοινωνικά και επιδημιολογικά δεδομένα, τα οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν οι υπάρχουσες υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

-Συνδέονται οι ανισότητες με το αποτύπωμα που αφήνει στον ψυχισμό η πανδημία;

Η ανθεκτικότητα κάθε πολίτη και κάθε κοινωνικής ομάδας απέναντι στα επανειλημμένα lockdown και τις σοβαρότατες συνέπειες τους στην κοινωνική-οικονομική και ψυχική ζωή διαφέρει και εξαρτάται κυρίως από κοινωνικούς προσδιοριστές (social determinants) οι οποίοι υπερβαίνουν τους κλινικούς και γενετικούς – προδιαθεσικούς παράγοντες.

Για παράδειγμα, ο μεγάλος όγκος της διεθνούς βιβλιογραφίας αλλά και ελληνικά ερευνητικά δεδομένα, τεκμηριώνουν ότι οι κοινωνικές ανισότητες έχουν μία καθοριστική επίδραση στην ατομική ψυχική υγεία.

Όπως φάνηκε και από την οικονομική κρίση, οι αλλαγές σε μακροοικονομικό επίπεδο, η ανεργία, τα αυξανόμενα χρέη των νοικοκυριών και οι τρομακτικές ανισότητες στο οικογενειακό εισόδημα στάθηκαν παράγοντες που αποτέλεσαν υψηλού κινδύνου παραμέτρους για την ψυχική υγεία ανατροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο φτώχειας-ενδοοικογενειακής βίας-κοινωνικού αποκλεισμού και άνιση ή μηδενική πρόσβαση στις ήδη ισχνές και δυσλειτουργούσες δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Η πανδημία ανέδειξε ένα τεράστιο έλλειμμα του συστήματος της δημόσιας υγείας, του κοινωνικού κράτους και των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ελλείμματα τα οποία είναι αδύνατο να καλυφθούν από τον ιδιωτικό τομέα λόγω όλων αυτών των κοινωνικών ανισοτήτων που προαναφέρθηκαν.

-Για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται: Μπορεί ένας πολίτης που χρειάζεται ψυχιατρική φροντίδα να έχει δωρεάν βοήθεια χωρίς καθυστέρηση;

Οι απαντήσεις που δόθηκαν από την πολιτεία με τις τηλεφωνικές γραμμές στήριξης όπως και το πολιτικό πρόγραμμα “Ψ υποστηρίζω”για τους υγειονομικούς και τους νοσήσαντες αποτελούν απλές νησίδες καλής πρακτικής που πιθανόν να μπορούν να σταματήσουν για λίγα άτομα μια ψυχική αιμορραγία και να καλύψουν το επείγον. Το μείζον όμως είναι να αλλάξουμε σε επίπεδο πολιτικής υγείας, κοινωνικού κράτους και εργαζόμενων την κουλτούρα του επείγοντος, τη διαχείριση των αιτημάτων εδώ και τώρα με οργανωμένες συστημικές αλλαγές που μόνο ένα συνεκτικό σύστημα δημόσιας υγείας μπορεί να δώσει.

Τα αιτήματα είναι τόσο πολλά και περίπλοκα που είναι αδύνατο ο πολίτης να βρει δωρεάν απάντηση στο χρόνο που τη χρειάζεται. Οι λίστες αναμονής είναι απογοητευτικές. Οι προηγούμενες περικοπές στον προϋπολογισμό υπηρεσιών υγείας και ψυχικής υγείας, στα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, οι σοβαρές περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, διόγκωσαν τις ήδη υπάρχουσες τεράστιες κοινωνικές ανισότητες στη χώρα μας.

-Είναι, λοιπόν, μόνο θέμα πόρων;

Τα επιτυχημένα παραδείγματα χωρών που εφάρμοσαν με αποτελεσματικότητα συνεχή παρακολούθηση και αξιολόγηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και εφάρμοσαν την κοινωνική λογοδοσία, τις βασικές σύγχρονες αρχές κοινωνικής-κοινοτικής ψυχιατρικής και του αποϊδρυματισμού έθεσαν μια σειρά από προϋποθέσεις, μέρος μόνο των οποίων αποτελεί η αύξηση των πόρων. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία οι προϋποθέσεις είναι οι εξής:

Η ηθική, που διέπει τους μεταρρυθμιστικούς στόχους σε επίπεδο αρχών, φιλοσοφίας και ιδεολογίας, πρέπει να καθορίζει τον εθνικό σχεδιασμό και τη στάση της πολιτείας απέναντι στον ψυχικά ασθενή. Η evidence based practice (επιστημονικά τεκμηριωμένη πρακτική) δεν μπορεί να μην εναρμονίζεται με την ethical or value based practice (πρακτική που στηρίζεται σε ηθικές αρχές και αξίες).

Οι στάσεις των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, και ειδικά των ψυχιάτρων, απέναντι στους σκοπούς και στην αναγκαιότητα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης είναι βαθειά διφορούμενες. Συχνά, η επικράτηση μιας συντεχνιακής λογικής που συσκοτίζει θεσμικές, κλινικές, θεραπευτικές και ηθικές ευθύνες (παραβίαση δικαιωμάτων, αναγκαστικές νοσηλείες, μηχανικές καθηλώσεις, κλπ) αντιτίθεται σε μια αυθεντική δημοκρατική ατζέντα δημόσιας υγείας. Η αναγκαιότητα ριζικής επερώτησης της ψυχιατρικής εξουσίας, μέσα από τη συστηματική συμμετοχή τόσο των ληπτών όσο και των μελών του υποστηρικτικού τους δικτύου στη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων, είναι εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για την αλλαγή του βιοϊατρικού μοντέλου.

Η πολιτική βούληση, δηλαδή ο βαθμός προτεραιότητας που δίνεται στην ψυχική υγεία, η εφαρμογή της νομοθεσίας, η παρακολούθηση, o έλεγχος, η λογοδοσία και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των μεταρρυθμιστικών στόχων. Στη χώρα μας, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η ψυχική υγεία βρίσκεται στο τέλος του καταλόγου των προτεραιοτήτων στο χώρο της υγείας – παρά το τεράστιο οικονομικό, κοινωνικό και ψυχικό βάρος που απορρέει από τη μη θεραπευόμενη ψυχιατρική νοσηρότητα του γενικού πληθυσμού, δηλαδή από ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση ή ενημέρωση σχετικά με υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Οι πόροι και ο προϋπολογισμός πρέπει να συνδέονται με την παροχή ποιοτικής ψυχιατρικής φροντίδας, που θα συνδυάζεται με συνεχή εκπαίδευση, εποπτεία των νέων επαγγελματιών, προαγωγή καινοτόμων πρακτικών, μείωση του χάσματος μεταξύ νοσηρότητας του πληθυσμού και δυνατότητας πρόσβασης σε υπηρεσίες. Στην ουσία, η χρηματοδότηση και η λογοδοσία για την αποτελεσματική επένδυση των πόρων στην ψυχική υγεία πρέπει να στοχεύει στην ενδυνάμωση του κοινοτικού δικτύου ψυχικής υγείας και στην πλήρη αποδυνάμωση του ασυλικού συστήματος.

-Αισιοδοξείτε;

Αν η αύξηση των πόρων δεν συνδυαστεί με την ριζική αλλαγή της κουλτούρας των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και ιδιαίτερα του συντεχνιασμού των ψυχιάτρων, δεν θα σταματήσει ο αποκλεισμός από την πολιτική ατζέντα της προτεραιότητας της ψυχικής υγείας ως δημόσιο αγαθό σε συνάρτηση με τις κοινωνικές πολιτικές και τις πολιτικές υγείας. Αν δεν περιοριστεί ο κατακερματισμός, η δυσλειτουργία και το burn out των επαγγελματιών, αν δεν ενδυναμωθεί η ουσιαστική συμμετοχή των ασθενών και των οικογενειών τους στα κέντρα λήψης αποφάσεων, τότε η απάντηση στα νέα πολύπλοκα προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως και η εκμετάλλευση της ευκαιρίας που μας δίνει η κρίση για να αλλάξουμε το σύστημα θα παραμείνουν ελλειμματικές και απογοητευτικά ανεπαρκείς για τις ανάγκες του πληθυσμού.

-Υπάρχουν καλές πρακτικές σε διεθνές επίπεδο που μπορούν να μεταφερθούν και στη χώρα μας;

Η πανδημία ανέδειξε και αναδεικνύει όχι μόνο τα όρια της ανθεκτικότητας του δημόσιου συστήματος υγείας αλλά και καλές πρακτικές σε επίπεδο επιδημιολογικής επιτήρησης και επαγρύπνησης για το σύνολο του πληθυσμού σε επίπεδο ιχνηλάτησης, ορθολογικότερης αντιμετώπισης των βαρέων κρουσμάτων και τη διαχείριση, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη, των ζητημάτων ψυχικής υγείας.

Στον ευρωπαϊκό χώρο το παράδειγμα της Δανίας αποτελεί εξαιρετική πρακτική, σύμφωνα με τα υπάρχοντα ερευνητικά δεδομένα, ιδιαίτερα στην απαρτίωση που επετεύχθη της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας με το υπάρχον σύστημα κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παραμένει παραμελημένο υποστελεχωμένο και αδύναμο κομμάτι του δημόσιου συστήματος υγείας, στη Δανία -και σε άλλες χώρες- οι φορείς της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας είναι πρώτης προτεραιότητας καθώς οι ασθενείς με κοινές ψυχιατρικές διαταραχές, όπως πχ η κατάθλιψη με υποκείμενο χρόνιο νόσημα ή με παρουσία ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, μπορούν να λαμβάνουν την κατάλληλη ιατρική και ψυχοκοινωνική φροντίδα.

Ακόμη και στη Λομβαρδία που αποτέλεσε τον πρώτο χρόνο της πανδημίας αντιπαράδειγμα, στη συνέχεια οι υγειονομικές αρχές, εγκαταλείποντας συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα αναβάθμισαν τον συντονιστικό ρόλο των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, τη διασφάλιση της συνέχειας της φροντίδας για κάθε άτομο και προοδευτικά, μαζί με άλλες περιοχές της Ιταλίας, κατάφεραν να αποτελέσει η τοπική υπηρεσία και ο οικογενειακός γιατρός την πύλη εισόδου για πιο εξειδικευμένη φροντίδα, συνεπώς για έγκαιρη αντιμετώπιση ενός ψυχιατρικού προβλήματος.

Ακόμη και σε αναπτυσσόμενες χώρες (περιοχές Ινδίας, Βραζιλίας) όπου έγινε ψυχιατρική μεταρρύθμιση, η ενίσχυση της διασύνδεσης της πρωτοβάθμιας φροντίδας με τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, το χαμηλό κόστος για το κράτος από τις προσφερόμενες δωρεάν υπηρεσίες, η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητα στη φροντίδα και η ταυτόχρονη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (αποφυγή περιοριστικών μέτρων όπως η αναγκαστική νοσηλεία, η ίση πρόσβαση στο δημόσιο αγαθό συνέβαλαν στην ουσιαστική μείωση του θεραπευτικού χάσματος (mh GAP) στην ψυχική υγεία.

-Για να συμβεί αυτό στη χώρα μας, τι πρέπει να γίνει;

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε, ώστε να τεθεί ως υψηλή προτεραιότητα στην πολιτική ατζέντα, ότι η ζητούμενη ποιότητα στις παρεχόμενες υπηρεσίες και ο όγκος των αιτημάτων πρέπει να αντιμετωπίζονται πρώτα σε επίπεδο άτυπων υπηρεσιών, ομάδων αυτοφροντίδας, δικτύων αλληλεγγύης στην κοινότητα (οικογένεια, φίλοι, εκκλησία, τοπική αυτοδιοίκηση, κοινοτικοί φορείς), μετά έρχεται η γραμμή άμυνας της πρωτοβάθμιας φροντίδας πριν τα περιστατικά αποτελέσουν αντικείμενο εξειδικευμένης φροντίδας σε κοινοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, σε ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων και πριν καταλήξουν σε δομές μακροχρόνιας φροντίδας όπως τα ειδικά ψυχιατρικά νοσοκομεία τα οποία θα πρέπει να καταργηθούν και σε άλλες εξειδικευμένες υπηρεσίες.

Έπειτα, είναι ιδιαίτερα επείγον οι αρχές της ενσωμάτωσης της ψυχικής υγείας στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας να γίνουν άμεσα πολιτική προτεραιότητα του υπουργείου. Εκπαίδευση στη συνηγορία είναι απαραίτητη για τη μεταβολή των στάσεων και των συμπεριφορών του πληθυσμού και των επαγγελματιών.

Χρειάζεται επαρκής εκπαίδευση εργαζόμενων σε θέματα ψυχικής υγείας και τεχνικές διαχείρισης κοινών ψυχιατρικών διαταραχών. Οι δράσεις πρέπει να είναι περιορισμένες και εφικτές, ενώ εξειδικευμένοι επαγγελματίες πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμοι για την υποστήριξη των συναδέλφων τους στην πρωτοβάθμια φροντίδα και των οικογενειακών γιατρών.

Οι ασθενείς πρέπει να έχουν πρόσβαση στα απαραίτητα ψυχοτρόπο φάρμακα. Η ενσωμάτωση είναι μια διαδικασία με διάρκεια και βάθος χρόνου, δεν γίνεται με μια υπουργική απόφαση.

Είναι απαραίτητη η συνεργασία με άλλους κλάδους εκτός του τομέα υγείας, με ΜΚΟ, ανθρώπους-κλειδιά στην κοινότητα, εθελοντές, τοπικούς συλλόγους, εκκλησία, αστυνομία, τοπική αυτοδιοίκηση.

Στην ουσία, οι υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας πρέπει να παράγουν «κοινότητα» , δηλαδή να συμπεριλαμβάνουν στη δράση τους αυτό που μάθαμε από τις καλές πρακτικές αποϊδρυματισμού στο εξωτερικό.

Δηλαδή ότι τα χρήματα, η κατοικία, η εργασία, το κοινωνικό δίκτυο είναι ουσιαστικά μέσα για την ανάκαμψη του ατόμου από τα ψυχιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει γιατί είναι ευκαιρίες ανακατασκευής της ταυτότητας του και ενίσχυσης της ικανότητας για κοινωνική διαπραγμάτευση. Έχει ενδιαφέρον μια φράση του Φ Μπαζάλια: «Αυτός που δεν έχει, δεν είναι».

-Είναι γνωστό ότι η ασυλική ψυχιατρική είναι -πέρα από τα ηθικά ζητήματα που εγείρονται- και δαπανηρή γιατί οι ασθενείς μπαινοβγαίνουν στα ψυχιατρικά ιδρύματα σε έναν αδιέξοδο φαύλο κύκλο. Παρόλα αυτά, τα άσυλα βασιλεύουν στη χώρα μας. Γιατί κατά τη γνώμη σας;

Η ιστορία της ψυχιατρικής και η γέννηση της ως διακριτική ιατρική ειδικότητα σημαδεύεται από τη δημιουργία και την επέκταση τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20 των ασύλων ως τόπων εγκλεισμού και εγκατάλειψης των ατόμων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο φόβου, διατάραξης της κοινωνικής και δημόσιας τάξης, απειλή για τη συνοχή της κοινότητας, λόγω της διαφορετικότητάς τους. Η ψυχιατρική που μελέτησε την κλινική εικόνα των σοβαρών ψυχιατρικών διαταραχών μέσα στα ασυλικά ιδρύματα αρχικά τα θεωρούσε σαν καταφύγιο με την αρχαιοελληνική έννοια.

Ωστόσο, ο ιδρυματικός τους χαρακτήρας, η ιδρυματική νεύρωση που αναπτύσσει στους φιλοξενούμενους ασθενείς υπερβαίνει κατά πολύ την αρχική πρόθεση περίεξης της ανθρώπινης τρέλας, του αλλόκοτου και του ανοίκειου. Η αρχική πρόθεση μετατράπηκε σε μια ιδρυματική ρουτίνα με βασικά χαρακτηριστικά την εγκατάλειψη, την προσφυγή στη βία όταν ο ασθενής αρνείται να συμμορφωθεί με την καθημερινή τελετουργία και εν τέλει τη χρονιοποίηση όχι μόνο των συμπτωμάτων αλλά και του ίδιου του ατόμου ως υποκειμένου.

Η βασική αντίθεση στην ψυχιατρική, διαχρονικά, είναι μεταξύ θεραπείας και κοινωνικού ελέγχου. Η εντολή που δίνει η πολιτεία στην ψυχιατρική είναι να ελέγξει μέσα από τη χρήση της νοσηλείας συμπεριφορές και συμπτωματολογία που είναι ανεπιθύμητες και δεν μπορούν να ενσωματωθούν στο κοινωνικό σώμα.

Το επικρατούν βιοϊατρικό μοντέλο στην ψυχιατρική ενισχύει την αναγκαιότητα φύλαξης και περίθαλψης των ασθενών που πάσχουν από σοβαρές και ανθεκτικές διαταραχές σε άσυλα και χρησιμοποιεί τις κοινοτικές υπηρεσίες και τα ψυχιατρικά τμήματα των γενικών νοσοκομείων ως συμπληρωματικά. Τα άσυλα δεν καταργούνται γιατί αποτελούν κόμβο και συμπύκνωση πολλαπλών συμφερόντων: Συντεχνιακών, των εργαζόμενων σε αυτά, οικονομικών, των προμηθευτών τους κοκ, κοινωνικών, στη βάση του στίγματος. Υπάρχουν επίσης η αντίσταση στην αλλαγή λόγω φόβου και αβεβαιότητας (απώλεια εργασίας και συνηθειών) και η εσωτερικευμένη ιδρυματική κουλτούρα που δεν είναι μόνο κομμάτι των ασθενών αλλά και των εργαζόμενων.

-Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα μας δεν ολοκληρώθηκε. Μπορείτε να κάνετε έναν σύντομο απολογισμό;

Η ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση ξεκίνησε μετά το διεθνές σκάνδαλο που προκλήθηκε με την αποκάλυψη του κολαστηρίου στη Λέρο. Μετά από 35 και πλέον χρόνια από την έναρξη της χρηματοδότησης της μεταρρύθμισης έχουν υπάρξει θετικές εξελίξεις αλλά και πλήθος αρνητικών εκβάσεων.

Σχηματικά:

-Υπάρχει η γενική στρατηγική κατεύθυνση, επιβεβαιώθηκε με την πρόσφατη διακήρυξη κυβέρνησης-ΠΟΥ, προς ένα σύγχρονο μοντέλο κοινοτικής ψυχιατρικής περίθαλψης.

-Υπήρξε κλείσιμο πέντε ψυχιατρείων και αποασυλοποίηση, μείωση κλινών στα εναπομείναντα.

-Υπήρξε εκσυγχρονισμός των υφιστάμενων υπηρεσιών και δημιουργία ψυχιατρικών τμημάτων στα γενικά νοσοκομεία.

-Αναπτύχθηκαν κοινοτικές υπηρεσίες σε πολλές περιοχές της χώρας όπως και πολλές στεγαστικές δομές για την επανένταξη χρόνιων ασθενών.

-Αξία έχουν επίσης η σταδιακή αποδοχή και ο αποστιγματισμός από αρκετές τοπικές κοινωνίες, η ανάπτυξη των ΚΟΙΣΠΕ (για την επαγγελματική επανένταξη), η υλοποίηση προγραμμάτων προαγωγής ψυχικής υγείας, οι καμπάνιες ενάντια στο στίγμα.

Ωστόσο, υπάρχει πλήθος αρνητικών εκβάσεων οι οποίες είναι κρίσιμες για το μέλλον της μετέωρης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης.

-Το σύστημα είναι αποσπασματικό, ανεπαρκώς συντονισμένο, χωρίς σοβαρό σχεδιασμό και μη βασισμένο στις ανάγκες του πληθυσμού μετά από επιδημιολογική μελέτη. Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με άθροισμα κατακερματισμένων υπηρεσιών και όχι με συνεκτικό σύστημα.

-Είναι άνιση η ανάπτυξη στις διάφορες περιοχές. -Καταγράφεται υπερανάπτυξη εξειδικευμένου προσωπικού και υποανάπτυξη προσωπικού σε ρόλους υποστήριξης (νοσηλευτές, φροντιστές κλπ.

-Υπάρχουν σοβαρά προβλήματα ηγεσίας. (Εκλογή διευθυντών κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας με ασυλική-βιοϊατρική κουλτούρα).

-Υπάρχουν χάσματα στη φροντίδα ομάδων όπως παιδιά, έφηβοι, τρίτη ηλικία, αδικημένες ομάδες, όπως πρόσφυγες-μετανάστες.

-Απουσία μηχανισμών ελέγχου διασφάλισης ποιότητας .

-Απουσία έρευνας και συστηματικής αξιολόγησης βάσει στόχων των υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

-Μη εφαρμογή της τομεοποίησης των υπηρεσιών.

-Αυξημένο ποσοστό αναγκαστικών νοσηλειών (το 50-60% του συνόλου των εισαγωγών είναι ακούσιες, με συχνή τη χρήση μηχανικής καθήλωσης (1/4).

-Προβλήματα υποδομών στα ψυχιατρικά τμήματα των γενικών νοσοκομείων (πχ ράντζα).

-Ανιση παροχή υπηρεσιών κοινοτικής ψυχιατρικής (κέντρα ψυχικής υγείας που λειτουργούν μόνο ως εξωτερικά ιατρεία και δεν κάνουν πρόληψη.

-Καθημερινή παραβίαση δικαιωμάτων των ασθενών.

-Μη συμμετοχή των χρηστών και των οικογενειών τους στις αποφάσεις.

-Λειτουργούν παράλληλα πολλά ξεχωριστά συστήματα στο χώρο της ψυχικής υγείας ανεξάρτητα και χωρίς συντονισμό μεταξύ τους: Ψυχιατρικά νοσοκομεία-ψυχιατρικά τμήματα γενικών νοσοκομείων, κοινοτικές υπηρεσίες, υπηρεσίες ΙΚΑ, στρατιωτικές ψυχιατρικές υπηρεσίες. (ΕΣΥ/ΝΠΙΔ ΜΚΟ).

-Υπάρχουν επιτυχημένες νησίδες κοινοτικής ψυχιατρικής, όπου μπορεί κανείς να πάρει βοήθεια χωρίς εγκλεισμό ή οποιαδήποτε άλλη παραβίαση των δικαιωμάτων του, με σεβασμό στην προσωπικότητά του και ένα πλαίσιο συνολικής υποστήριξης, αλλά δεν είναι αυτό το μοντέλο που έχει κυριαρχήσει στη χώρα μας. Δεν είναι αυτό μια αποτυχία και των φορέων κοινοτικής ψυχιατρικής;

Οι λιγοστές νησίδες κοινοτικής ψυχιατρικής φροντίδας, πιλότοι της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, λόγω των ελλειμμάτων και της αδυναμίας τους (ασυνεννοησία μεταξύ τους) δεν κατάφεραν να αποτελέσουν ισχυρά πρότυπα καλής πρακτικής ώστε με πολιτική βούληση να επεκταθούν. Δυστυχώς, έχουν τοπικό χαρακτήρα, παραμένουν προσδεδεμένες στην προσωπικότητα του ιδρυτή τους και εν πολλοίς ασυντόνιστες μεταξύ τους κάτι που αδυνατίζει τη διαπραγματευτική τους ισχύ ως ομάδα πίεσης και την επίτευξη των κοινωνικών και θεσμικών στόχων τους.

Δυστυχώς, παρατηρείται ένα φαινόμενο ψευδοαυτάρκειας και δήθεν παντοδυναμίας σε βάρος της δημιουργικότητας της διεθνούς δικτύωσης και της τεκμηρίωσης σε σύγκριση με τις καλές διεθνείς πρακτικές.

-Τελικά, τι πρέπει να γίνει, που να είναι ρεαλιστικό, σχετικά άμεσο και συμβατό με τις δυνατότητες της χώρας, ώστε να έχουν ένα αποτελεσματικό δίκτυο υπηρεσιών ψυχικής υγείας παντού και για όλους; Μπορείτε να μας το πείτε σε τίτλους;

1.Ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
2. Κατάργηση και μετασχηματισμός των ψυχιατρικών νοσοκομείων και οι πόροι τους να κατευθυνθούν στις κοινοτικές υπηρεσίες.
3. Καινοτόμα προγράμματα κοινοτικής ψυχιατρικής φροντίδας (έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση, κατ οίκον φροντίδα, παρέμβαση στην κρίση)
4. Μείωση των αναγκαστικών νοσηλειών μέσα από παρατηρητήριο-σχέδιο δράσης.
5. Αξιολόγηση και λογοδοσία.
6. Αναβάθμιση της συμμετοχής των ασθενών και των οικογενειών τους στις αποφάσεις.

(Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής-ομαδικός αναλυτής, επίτιμος πρόεδρος ΕΠΑΨΥ)

“Τείχος εμπιστοσύνης πριν από το τείχος ανοσίας”, του Στέλιου Στυλιανίδη (ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 12/09/2021

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 12/09/2021.

To 2019, μόλις έναν χρόνο πριν από την έναρξη της πανδημίας Covid-19, ο Π.Ο.Υ. ανακήρυξε
τη «διστακτικότητα απέναντι στον εμβολιασμό» (vaccine hesitancy) ως μία από τις 10
μεγαλύτερες απειλές για την παγκόσμια υγεία.


Σήμερα η δραματική αυτή βεβαιότητα έχει ενισχυθεί περαιτέρω, χωρίς να μπορεί να γίνει
επιστημονικά στέρεος διαχωρισμός και διαφοροποίηση στην άμορφη μάζα των
αντιεμβολιαστών και, κατά συνέπεια, να αναδυθεί μέσα από την αναζήτηση της
καταλληλότερης μεθοδολογίας μια πιο αρμονική και λιγότερο διχαστική σχέση μεταξύ πειθούς
και καταναγκασμού-συμμόρφωσης.


Τέτοιου τύπου απλουστευτικές διχοτομήσεις έχουν ως αποτέλεσμα την ανατροφοδότηση ενός
φαύλου κύκλου ανταγωνισμού μεταξύ του επιστημονικού λόγου και του αντιεμβολιαστικού
φανατισμού, ο οποίος απέχει πολύ από τον στόχο της οικοδόμησης μιας αλυσίδας
εμπιστοσύνης βασισμένης στον ορθολογισμό.


Σύμφωνα με πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα (Washington Post 8/2021), οι δύο κυρίαρχοι
λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι επιλέγουν να μην εμβολιαστούν είναι το γεγονός ότι το
εμβόλιο είναι ένα νέο σκεύασμα και η πιθανότητα εμφάνισης άγνωστων παρενεργειών.
Σχεδόν ο μισός μη εμβολιασμένος πληθυσμός των ΗΠΑ ανησυχεί περισσότερο για τις πιθανές
παρενέργειες του εμβολίου παρά για τη νόσηση από Covid-19.


Ένας άλλος λόγος που καθιστά τον πληθυσμό διστακτικό και καχύποπτο απέναντι στην κρατική
πολιτική των εμβολιασμών είναι το «βίωμα μιας διαρκώς συρρικνούμενης ελευθερίας μέσα
από την επιβολή κακοποιητικών νόμων» (R. Kempf, Monde diplomatique, 9/2021).
Σύμφωνα με έγκριτους Γάλλους νομικούς, η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού παραπέμπει
σε όρους επείγοντος κοινωνικού ελέγχου και πιθανής χρήσης ευαίσθητων προσωπικών
δεδομένων για άλλους σκοπούς.


Κατά σειρά φθίνουσας ισχύος (Hornsey et al. 2018), εντοπίζονται ισχυρότερες
αντιεμβολιαστικές αντιλήψεις σε όσους (α) εκδηλώνουν υψηλά επίπεδα συνωμοσιολογικής
σκέψης, (β) εκδηλώνουν υψηλή αντιδραστικότητα, (γ) αναφέρουν υψηλά επίπεδα απέχθειας
απέναντι στο αίμα και τις βελόνες και (δ) έχουν ισχυρές ατομιστικές/ιεραρχικές κοσμοθεωρίες.
Επιπλέον, οι Jensen et al. (2021), μελετώντας συγκεκριμένα τις επικρατέστερες θεωρίες
συνωμοσίας για την πανδημία Covid-19, εντόπισαν σημαντικές συσχετίσεις με την ηλικία (το
30% των ατόμων 30-39 ετών συμφώνησε πως η πανδημία αποτελεί μέρος ενός πλάνου για την
παγκόσμια εγκαθίδρυση των υποχρεωτικών εμβολιασμών), τον τόπο διαμονής (υψηλότερη
αποδοχή του εμβολιασμού σε μεγάλες πόλεις, όπως το Βερολίνο), το μεταναστευτικό
πολιτισμικό υπόβαθρο (οι μετανάστες εκφράζουν περισσότερες συνωμοσιολογικές απόψεις)
και το χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης.

Ενδιαφέρον έχει, εξάλλου, η παρατήρησή τους ότι η συχνότητα χρήσης του Twitter
(μεγαλύτερα ποσοστά συνωμοσιολογικής σκέψης για την πανδημία μεταξύ των τακτικών
χρηστών της συγκεκριμένης πλατφόρμας) και άλλων εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων
λειτουργεί ενισχυτικά.


Σύμφωνα με τους Allington et al. (2021), η εκδήλωση δισταγμού απέναντι στον εμβολιασμό
κατά της Covid-19 συσχετίζεται με τη νεαρή ηλικία, το γυναικείο φύλο, το χαμηλό εισόδημα, το
χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, την υψηλή εξάρτηση από τα κοινωνικά δίκτυα ως πηγές
πληροφόρησης, τη χαμηλή εμπιστοσύνη απέναντι στην τηλεόραση και στον Τύπο ως πηγές
πληροφόρησης, την υπαγωγή σε μη λευκές εθνοτικές ομάδες, τον χαμηλό αντιλαμβανόμενο
κίνδυνο νόσησης από Covid-19, τη χαμηλή εμπιστοσύνη προς τους επιστήμονες και τους
υγειονομικούς, καθώς και τη χαμηλή εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση.


Οι υποψίες περί συνωμοσίας γύρω από την πανδημία Covid-19 και οι γενικότερες στάσεις
απέναντι στα εμβόλια εξηγούν το 35% της διακύμανσης των στάσεων απέναντι στον
εμβολιασμό κατά της Covid-19.


Είναι γνωστό από παλαιότερα (Haase et al. 2015) ότι οι ακτιβιστές του αντιεμβολιασμού
χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για τη διάχυση της ατζέντας τους, συχνά μέσα από τη δημοσίευση
αφηγηματικών αναφορών για δήθεν παρενέργειες των εμβολίων.


Στην επικοινωνία μηνυμάτων που αφορούν τον κλάδο της υγείας, η προβολή των
πληροφοριών με τη μορφή αφηγήσεων έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική ως προς την
πειθώ των αποδεκτών του μηνύματος.


Η έρευνα σχετικά με το φαινόμενο της πειθούς έχει δείξει πως η αντιλαμβανόμενη αξιοπιστία
μιας πηγής πληροφοριών μπορεί να λειτουργήσει ως έναυσμα για την ενίσχυση ή για την
απόρριψη ενός μηνύματος που επιχειρεί να επικοινωνήσει η πηγή στον δέκτη.


Η έρευνα της Kappa Research (24-5/8/2021) ανέδειξε μερικά ευρήματα που συνάδουν με τα
διεθνή ερευνητικά δεδομένα.


Το γεγονός ότι 59% των ανεμβολίαστων θα προτιμούσαν να νοσήσουν παρά να κάνουν το
εμβόλιο και 78% δεν θα εφαρμόσουν το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού επιβεβαιώνει
το συμπέρασμα δύο γερμανικών μελετών ότι τα μηνύματα που παρουσιάζουν υψηλό
κίνδυνο/απειλή με στόχο την αύξηση των εμβολιασμών φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα,
ενισχύοντας τις αντιλήψεις περί επικινδυνότητας του εμβολιασμού και τις αντιστάσεις, οι
οποίες εκφράζονται με άρνηση, δυσπιστία, έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στις
αρχές/θεσμούς που ασκούν την πίεση.


Η τεράστια διαφορά στο επίπεδο εμπιστοσύνης προς το ΕΣΥ και την κυβέρνηση μεταξύ
εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων, κατά την έρευνα της Kappa Research, με κοινό υπέδαφος
τη χαμηλότατη εμπιστοσύνη (9% κατά μέσο όρο, 14% οι εμβολιασμένοι και 1% οι
ανεμβολίαστοι) προς τα ΜΜΕ και τα κόμματα (21% οι εμβολιασμένοι, 5% οι ανεμβολίαστοι),
σε συνδυασμό με τα υψηλά ποσοστά άγχους, στρες, στενοχώριας και θλίψης, δείχνουν ότι θα
πρέπει να επανεξεταστεί δομικά η μέχρι τώρα προσέγγιση προαγωγής της δημόσιας υγείας.

Πολύ εύστοχα ο Guardian σε άρθρο της σύνταξής του(6/2021) υποστήριξε ότι μια νομοθετική
πράξη δεν πρέπει να υποκαθιστά την προσπάθεια να υπερβούμε τα πρακτικά και
συναισθηματικά εμπόδια προς τον εμβολιασμό, αλλά να τη συνοδεύει.
Το να ακούει κανείς τους αντιεμβολιαστές, αντί να τους απορρίπτει ως ανόητους και
συνωμοσιολόγους, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αλλάξουν οι απόψεις τους απέναντι στον
εμβολιασμό.


Υπάρχουν καλές πρακτικές και επιτυχημένα προγράμματα προαγωγής και αγωγής υγείας,
διεθνώς αλλά και στη χώρα μας, τα οποία, με αντίστοιχα καλά εκπαιδευμένα στελέχη, μπορεί
να εφαρμοστούν σε ειδικές ομάδες ανεμβολίαστων προκειμένου να πειστούν και όχι να
στιγματιστούν. Είναι γνωστό άλλωστε πως ο στιγματισμός έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση
της εσωτερικευμένης οργής και ασυνείδητα καταδιωκτικά-παρανοϊκά άγχη, τα οποία, μαζί με
την αβεβαιότητα, βρίσκονται στον πυρήνα της συνωμοσιολογικής-ανορθολογικής σκέψης.


Συμπέρασμα: Τείχος εμπιστοσύνης πριν από το τείχος ανοσίας.


Το να ντροπιάζουμε τους άλλους και να τους κάνουμε διαλέξεις για το τι πρέπει να γίνει δεν
θα μας προστατεύσει από την Covid-19. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει μόνο συζητώντας
μαζί τους και απαντώντας τεκμηριωμένα και υπομονετικά σε όλες τις αιτιάσεις/αντιρρήσεις
τους, ακόμη κι αν είναι βαθιά ανορθολογικές.

N. Drakonakis, S. Stylianidis, L.-E. Peppou, A. Douzenis, S. Nikolaidi, C. Tzavara, C.-E. Baladima, G.-O. Iatropoulou, V. Psarra, E. Tsopanaki, A. Barbato, Outcome of Voluntary vs Involuntary Admissions in Greece over 2 years after Discharge: A Cohort Study in the Psychiatric Hospital of Attica “Dafni”. Community Mental Health Journal, Volume 57, Issue 6, August 2021

Η πρώτη μελέτη κοόρτης στη χώρα, στο Ψ.Ν.Α., ουσιαστική συμβολή στην κατανόηση και αλλαγή του απαράδεκτου καθεστώτος των υπεράριθμων αναγκαστικών νοσηλειών και στην ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης.

Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο εδώ.

S. Chatzisimeonidis, S. Stylianidis, G. Tzeferakos, G. Giannoulis “Insights into involuntary hospital admission procedures for psychiatric patients: A 3-year retrospective analysis of police records”. International Journal of Law and Psychiatry, Vol. 78, September-October 2021, 101732

Οι Στ. Χατζησυμεωνίδης, Στ. Στυλιανίδης, Γ. Τζεφεράκος και Γ. Γιαννούλης στο άρθρο τους στο International Journal of Law and Psychiatry, Vol. 78, September-October 2021, εξετάζουν τη διαδικασία της ακούσιας εισαγωγής των ψυχικά ασθενών στο ψυχιατρικό νοσοκομείο. Για πρώτη φορά εξετάζεται ερευνητικά ο ρόλος διαμεσολάβησης της αστυνομίας στη διαδικασία της αναγκαστικής νοσηλείας, η ελλιπής εφαρμογή του νόμου, η παραβίαση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων συμπολιτών μας, ενώ διατυπώνονται προτάσεις για τις αναγκαίες αλλαγές στην πολιτική ψυχικής υγείας στη χώρα μας στον τομέα της προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των ευάλωτων και στιγματισμένων ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο εδώ.

Στέλιος Στυλιανίδης: Ιταλικό μανιφέστο για την ψυχική υγεία εν μέσω πανδημίας – Οι Ιταλοί συνάδελφοι τολμούν, εμείς; (iEidiseis.gr)

Πηγή: iEidiseis.gr

Η πανδημία μας δίνει μια ευκαιρία να αλλάξουμε όχι μόνο το σύστημα της δημόσιας υγείας, αλλά και την ουσία της ψυχιατρικής και ψυχολογικής φροντίδας, να εξανθρωπίσουμε ένα βάρβαρο και αναποτελεσματικό σύστημα. Οι ευκαιρίες πάντα κατακτώνται, ποτέ δεν χαρίζονται.

Όπως έχουμε αναδείξει και σε άλλες δημόσιες παρεμβάσεις μας, η πανδημία έθεσε με επιτακτικό τρόπο στο προσκήνιο την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, του κοινωνικού κράτους, της κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά και της επερχόμενης πανδημίας ψυχικής υγείας, ως αποτύπωμα του συλλογικού τραύματος του πληθυσμού.

Οι δομικές ελλείψεις στην ψυχιατρική φροντίδα στη χώρα μας, η ανολοκλήρωτη ψυχιατρική μεταρρύθμιση, η ύπαρξη ενός κατακερματισμένου αθροίσματος υπηρεσιών ψυχικής υγείας, το οποίο δεν αποτελεί συνεκτικό σύστημα προκειμένου να απαντήσει στις αυξανόμενες και πολύπλοκες ανάγκες για ψυχιατρική και ψυχολογική βοήθεια, η συνεχής παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, η άνιση πρόσβαση στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων λόγω δραματικών ελλείψεων σε υπηρεσίες και δομές, η αύξηση των αναγκαστικών νοσηλειών στα εναπομείναντα ψυχιατρικά νοσοκομεία και στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, η συχνή χρήση περιοριστικών μέτρων (μηχανική και χημική καθήλωση) τα οποία εξευτελίζουν κάθε έννοια αξιοπρέπειας των ψυχικά πασχόντων, η δυσλειτουργία της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας σε σύνδεση με την ψυχιατρική φροντίδα, αποτελούν το ορατό μέρος του παγόβουνου μιας ζοφερής κατάστασης.

Η πρωτοβουλία να δημοσιεύσουμε (σε δική μου, ερασιτεχνική απόδοση) το πρόσφατο μανιφέστο για την ψυχική υγεία διακεκριμένων Ιταλών ψυχιάτρων και ψυχαναλυτών, οι οποίοι εκπροσωπούν σημαντικούς θεσμούς στη γειτονική μας χώρα, υπερβαίνει την κρίση της ψυχιατρικής φροντίδας στην Ελλάδα. Θέτει ουσιαστικά την ίδια την ουσία της ψυχιατρικής πρακτικής, η οποία κυριαρχείται δυστυχώς από ένα βιοϊατρικό, φαρμακολογικό μοντέλο και από την στείρα εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων, αγνοώντας την υποκειμενική οδύνη, την θεραπευτική σχέση και συμμαχία θεραπευτών-θεραπευομένων, την ανθρώπινη διάσταση της σχέσης των επαγγελματιών ψυχικής υγείας μέσα από ψυχαναλυτικές και άλλες ψυχοθεραπευτικές πρακτικές και τις θεραπευτικές και αποκαταστασιακές δυνατότητες που ανοίγονται όταν συνεργαζόμαστε ουσιαστικά με τους ασθενείς, τις οικογένειες τους και το θεραπευτικό τους δίκτυο στην κοινότητα.

Η ποιότητα της δημόσιας ψυχικής υγείας και ο πυρήνας της ψυχιατρικής και ψυχοθεραπευτικής φροντίδας, η προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων συμπολιτών μας, είναι δείκτης εύρυθμης λειτουργίας της δημοκρατίας μας και του πολιτισμού μας. Υπερβαίνει κατά πολύ τη στενή οπτική των «τεχνικών» της ψυχικής υγείας και την προσπάθεια συρρίκνωσης της φαινομενολογίας της ψυχικής οδύνης μόνο σε πρακτικές επιστημονικά τεκμηριωμένης ιατρικής. Οι Ιταλοί συνάδελφοι τόλμησαν να θέσουν όλο αυτό το ζήτημα με αποφασιστικότητα στην πολιτική ατζέντα της χώρας τους. Εμείς, οι δικοί μας ψυχιατρικοί, ψυχαναλυτικοί και ψυχοθεραπευτικοί θεσμοί, θα τολμήσουμε;

Η πανδημία μας δίνει μια ευκαιρία να αλλάξουμε όχι μόνο το σύστημα της δημόσιας υγείας, αλλά και την ουσία της ψυχιατρικής και ψυχολογικής φροντίδας, να εξανθρωπίσουμε ένα βάρβαρο και αναποτελεσματικό σύστημα. Οι ευκαιρίες πάντα κατακτώνται, ποτέ δεν χαρίζονται.

Ακολουθεί η απόδοση της διακήρυξης με τίτλο «Η φροντίδα της ψυχικής υγείας ως αναγνώριση της αξίας του ατόμου και άμυνα της δημοκρατίας».

Η φροντίδα της οδύνης στο πεδίο της δημόσιας ψυχικής υγείας βρίσκεται σε κρίση. Η κυριαρχία του βιοϊατρικού μοντέλου την αποξήρανε. Η μονοδιάστατη φαρμακολογική προσέγγιση της «ψυχικής οδύνης» και κατά προέκταση όλων των υπαρξιακών προβληματισμών, έχει ως αποτέλεσμα να ισοπεδώνει μέσα από τη βιολογία τις επιθυμίες μας, τα συναισθήματα μας, τις σκέψεις και δράσεις, αναφερόμενη σε έναν απαρχαιωμένο νατουραλιστικό ντετερμινισμό. Αυτός ο ντετερμινισμός πίστεψε ότι θα μπορούσε να πιστοποιήσει επιστημονικά, μέσα από τη χρήση «τεκμηρίων», να κατασκευάσει ομοιογενείς εικόνες των ψυχικών διαταραχών, αλλά έχασε από τη ματιά του την υποκειμενική εμπειρία. Αυτή η συρρίκνωση οδήγησε την βιολογική προσέγγιση σε απογοητευτικά αποτελέσματα. Πραγματοποιήθηκαν πολλές έρευνες, επενδύθηκαν τεράστιοι οικονομικοί πόροι, δημοσιεύθηκαν πολυάριθμα άρθρα, αλλά δεν μειώθηκαν οι αυτοκτονίες, οι νοσηλείες δεν βελτιώθηκαν, όπως επίσης και οι εκβάσεις ανάκαμψης των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας.

Το βιοϊατρικό μοντέλο βρήκε ισχυρή υποστήριξη στα ΜΜΕ, στην ακαδημαϊκή διδασκαλία, σε μεγάλο βαθμό στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, και επιμόλυνε τομείς της ψυχολογίας. Προοδευτικά, υπήρξε μια ανατροπή της προοπτικής του εξανθρωπισμού της ψυχιατρικής φροντίδας, η οποία με τόσο κόπο κατακτήθηκε, και παρατηρήθηκε μια παντοδύναμη επιστροφή στην λογική του ολοπαγούς ιδρύματος με διαφορετική μορφή: ο εγκλωβισμός των πασχόντων σε κατασκευασμένες διαγνωστικές κατηγορίες, σε συνάρτηση με τις προτεινόμενες φαρμακολογικές θεραπείες. Οι επιστημονικές έρευνες, οι οποίες τεκμηριώνουν την υπερβολική και κακή χρήση των ψυχοφαρμάκων, τα οποία πνίγουν μαζί με τα συμπτώματα και το ίδιο το άτομο, και προτείνουν συγκεκριμένες δυνατότητες αξιόπιστης αναπλαισίωσης της χρήσης τους, αγνοήθηκαν παντελώς.

Η ψυχιατρική, αποσυνδεδεμένη από την ψυχανάλυση/δυναμική ψυχολογία, από την ψυχοθεραπευτική πρακτική, από την φαινομενολογία, από την κοινωνική και σχεσιακή ψυχιατρική, φτώχυνε και κινδυνεύει να αναχθεί σε ένα τεχνικό επάγγελμα περίεξης-καταστολής των συναισθημάτων, το οποίο να εκτελείται από ψυχιάτρους, οι οποίοι σκέπτονται και δρουν βάσει αλγορίθμων. Η θεραπευτική σχέση εγκλωβίστηκε σε μια μονοδιάστατη προνοιακή σχέση μεταξύ θεραπευτών και θεραπευομένων, αντί να συγκροτήσει, σε ένα περιβάλλον αμοιβαιότητας, μια συναισθηματική και ψυχική συναλλαγή μεταξύ ίσων. Η σημερινή κατάσταση των πραγμάτων ευνοεί την αποπροσωποποίηση των βιωμάτων τόσο των επαγγελματιών ψυχικής υγείας όσο και των πασχόντων ατόμων. αυτή η τάση τείνει να δημιουργήσει ένα καταθλιπτικό κλίμα, συναισθηματικά φτωχό, στους χώρους της φροντίδας.

Η μεταρρύθμιση του Franco Basaglia (1), η οποία προσέφερε αξιοπρέπεια, δικαιώματα και δικαίωμα στην υποκειμενοποίηση των πολιτών, οι οποίοι έπασχαν από μια ψυχική διαταραχή, πρώην «ψυχιατρικούς ασθενείς» (οι οποίοι δεν αποτελούσαν μέχρι τότε μια νομική και πολιτική οντότητα), αποτελεί στόχο σφοδρών επιθέσεων, παρά το γεγονός της τεκμηρίωσης της ποιότητας φροντίδας από εκείνες τις δημόσιες υπηρεσίες οι οποίες εφάρμοσαν στην πράξη το ανανεωτικό πνεύμα του νόμου. Έφτασε η στιγμή όπου όλες οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις, οι οποίες θεωρούν τη σκέψη και την πράξη της δημόσιας ψυχικής φροντίδας ως κριτικά εργαλεία κατασκευής αλληλεγγύης και δημοκρατίας στη ζωή των πολιτών, να ενωθούν ώστε να παλέψουν ενάντια στην αντιμεταρρύθμιση που λαμβάνει χώρα. Ένωση η οποία καλείται να οικοδομήσει μια προσέγγιση στην ψυχική οδύνη βασιζόμενη στο διάλογο μεταξύ τεχνογνωσίας των εμπλεκομένων ώστε να αναμετρώνται μεταξύ τους με έναν ισότιμο τρόπο.

Το να εργαζόμαστε μαζί, να ενώνουμε τεχνογνωσία και εμπειρίες μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση, απετέλεσε στις καλύτερες στιγμές της ιστορίας της ψυχιατρικής φροντίδας το στοιχείο προόδου του θεραπευτικού πλαισίου. Αυτή η προδομένη κληρονομιά πρέπει να ανακτηθεί.

Έχοντας ως βάση την αναγνώριση της αξίας του έργου των κοινοτικών ομάδων, ακρογωνιαίου λίθου του συνολικού συστήματος ψυχικής υγείας και τόπου στον οποίο απαρτιώνονται μεταξύ τους οι διάφορες προσεγγίσεις της φροντίδας, προτείνουμε.

-Η φαρμακολογική θεραπεία, στοχευμένη και κριτική, πρέπει να υποβοηθείται από μια υπομονετική εργασία στήριξης της σχέσης και ανθρώπινης υποδοχής της οδύνης, εργασία που έχει αποδειχθεί λειτουργική στην περίεξη του οξέος και εισβάλλοντος άγχους και της κατάθλιψης.

-Η φροντίδα, εμπνεόμενη από την θεωρία και την ψυχαναλυτική-ψυχοδυναμική κλινική (στις διαφορετικές μορφές της: ατομική, ομάδας, ζεύγους, οικογένειας) και από τις φαινομενολογικές αρχές, οφείλει να προάγει την εργασία του ψυχικού μετασχηματισμού, απαραίτητου για την επαναφορά στο παιχνίδι μιας επιθυμούσας υποκειμενικότητας.

-Η σχεσιακή θεραπεία, η οποία χρησιμοποιεί αρχές συστημικό-οικογενειακές και γνωσιακές-διαλογικές.

-Η εργασία της κοινωνικοπολιτισμικής ενσωμάτωσης μέσα στην κοινότητα όπου ζει κάποιος, η οποία απαιτεί μια ειδική δεξιότητα κατανόησης των ψυχικών και κοινωνικών δυναμικών της συλλογικότητας, μια μεγάλη ανθρώπινη ευαισθησία και μία συνεχή συνεργασία με θεσμούς και με χώρους ανθρωπιστικής κουλτούρας, λογοτεχνίας, θεάτρου, σινεμά, τέχνης. Αυτοί οι χώροι έχουν μια πολύτιμη λειτουργία ως προς την κατασκευή της κοινότητας, την διαμόρφωση των δικτύων που μοιράζονται το νόημα της εμπειρίας και δημιουργούν μια αίσθηση ταυτότητας ανοικτή στην διαφορά, στην ετερότητα, όχι κλειστή στον εαυτό της.
-Η εργασία της πρόληψης, βασιζόμενη στις πρώιμες διαγνώσεις, στην αξιοποίηση της ψυχοπαιδαγωγικής παρέμβασης και της ψυχοθεραπείας των παιδιών και των εφήβων, στην εξατομίκευση εύθραυστων οικογενειακών συστημάτων, στις υποστηρικτικές παρεμβάσεις σε κοινωνικούς χώρους ευάλωτους οι οποίοι έχουν χτυπηθεί από φαινόμενα παρακμής, στα σχολεία, στους τόπους εργασίας, στα νοσοκομεία.

-Η ενεργή και οργανωμένη συμμετοχή των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας που συνεισφέρουν με τη δική τους υποκειμενικότητα στη διαδικασία της φροντίδας τους.

-Η υπέρβαση των περιοριστικών και βίαιων πρακτικών διαμέσου μιας συνεχούς κριτικής παρέμβασης και της προαγωγής εναλλακτικών πρακτικών σε όλα τα πλαίσια φροντίδας.

Η καλή λειτουργία της ομάδας οφείλει να έχει ένα απαραίτητο συμπλήρωμα σε μια αδιάκοπη και συστηματική επιδημιολογική εργασία και κλινική έρευνα, η οποία να επαληθεύει την επιτελούμενη εργασία φροντίδας ιδιαίτερα μέσα από την υιοθέτηση κριτηρίων ποιότητας: την ανάπτυξη συναισθηματικών δεσμών, τη δημιουργικότητα και την ελευθερία της προσωπικής έκφρασης.

Η κοινοτική ομάδα ψυχικής υγείας απαιτεί μια στέρεα αρχική εκπαίδευση όλων των συστατικών στοιχείων της. Η ομάδα δεν είναι το άθροισμα των δεξιοτήτων που την απαρτίζουν ούτε είναι μια απλή δραστηριότητα εξωνοσοκομειακή (εξωτερικών ιατρείων). Δεν ταυτοποιείται μέσα από τη γεωγραφική έδρα της αλλά μέσα από τη λειτουργία της, η οποία διαχέεται στην κοινότητα και υπερβαίνει τη σύνθεση της μέσα από δύο κατευθύνσεις. Από τη μια πλευρά περιλαμβάνει στην εργασία της τις ομάδες ασθενών, τις οικογένειες του, τις πολιτισμικές και κοινωνικές δυνάμεις με τις οποίες συνομιλεί. Από την άλλη πλευρά, δημιουργεί ένα αμάλγαμα συνεκτικό μεταξύ διαφορετικών οπτικών και φιλοξενεί στο εσωτερικό της μια ενιαία προοπτική, μια εργασία, ένα έργο φροντίδας συνεκτικό. Η ομάδα είναι ένας τόπος διαρκούς εκπαίδευσης και έρευνας, ο τόπος στον οποίο η θεραπεία της σοβαρής και εισβάλλουσας οδύνης μορφοποιείται μέσα από μια κοινή εμπειρία με τρόπο αυθεντικό και αληθινό.

Η ψυχική φροντίδα δεν είναι μια εφαρμογή τεχνικών αρχών στις οποίες τα πάσχοντα άτομα πρέπει να υπακούσουν, σε μια ψευδο-αμοιβαιότητα σχέσεων. Είναι μια πράξη, ένα πράττειν, με την ευγενική έννοια του όρου, όπως το διατύπωσε ο Αριστοτέλης: Η δράση, η οποία έχει ως αντικείμενο της τη ζωή του ατόμου. Η πράξη της ψυχικής φροντίδας είναι μια εργασία η οποία ακολουθεί επιστημονικές αρχές, αλλά μορφοποιείται στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, όχι ανώνυμων, ως μια γνώση πρακτική, η οποία αναγνωρίζει σε κάθε ιστορία οδύνης τη δική της ιδιαιτερότητα, σε κάθε οδυνηρή ύπαρξη το δικό της μοναδικό νήμα αφήγησης. Ο εξανθρωπισμός της φροντίδας δεν χάνει ποτέ από τη ματιά του τα φαρμακολογικά εργαλεία ή το σχεσιακό πλαίσιο τα οποία μπορούν να περιέξουν το άγχος. Ωστόσο, η φροντίδα είναι στην ουσία της μία ανάληψη φροντίδας της σχέσης με τα άτομα που υποφέρουν. Την ίδια στιγμή, η φροντίδα μέχρι το τέλος αποτελεί μια επιβεβαίωση της υποκειμενικότητας.

Είναι άστοχο και βαθιά επιζήμιο για την ψυχική υγεία ολόκληρης της κοινότητας όταν η φροντίδα της σοβαρής οδύνης προσανατολίζεται και ορίζεται από αυτούς που εργάζονται σε ένα εργαστήριο, στη βάση «αντικειμενικών» διαγνωστικών σχημάτων, τα οποία παράγονται από έναν ταξινομητικό καταναγκασμό ο οποίος δεν προσθέτει τίποτα στη γνώση της πρόγνωσης της ασθένειας, χωρίς να έρθει ποτέ σε επαφή με τα άτομα που υποφέρουν, χωρίς να γνωρίζουν τις επιθυμίες τους, τα συναισθήματα τους, τις βαθύτερες σκέψεις τους, χωρίς να αισθάνονται την αναπνοή τους, χωρίς να διασταυρώνουν το βλέμμα τους. Οι περίεργες, διαταρακτικές, ασυνάρτητες εκφράσεις μιας δοκιμαζόμενης ψυχής, αν από τη μια πλευρά είναι εκδηλώσεις μιας λανθάνουσας αποδιοργανωτικής αγωνίας που ζητάει να βρει ανακούφιση και ανάπαυση, από την άλλη πλευρά είναι η μοναδική μορφή που έχει το πάσχον άτομο να κρατηθεί ζωντανό και να επικοινωνεί. Η καταστολή τους μέσα από μια κατάχρηση φαρμακολογικής θεραπείας, ξαναβάζει από το παράθυρο αυτό που σκεφτόμαστε για χρόνια ότι το αποβάλαμε από την πόρτα: την ασυλική λογική, την βίαιη ακύρωση της ταυτότητας, των ανθρώπινων υπάρξεων.

Η προσέγγιση, καθαρά ποσοτική, της θεραπείας της ψυχικής οδύνης – η καταστολή της η οποία στοχεύει κυρίως στο να την κάνει αόρατη – είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός βωβού πόνου που εκκενώνει το νόημα της ύπαρξης, ακύρωση που υπερβαίνει την ύπαρξη του ατόμου πέρα από τα όρια μιας διαγνωσμένης «ψυχιατρικής» οδύνης. Οι «αναισθητικές» λύσεις δεν αφορούν μόνο αυτούς που διαπραγματεύονται με μια σοβαρή ψυχική διαταραχή, αλλά επηρεάζουν οποιονδήποτε που σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του συναντά δυσκολίες, αβεβαιότητες, ρευστότητα, υπαρξιακές κρίσεις. Αφορούν νέα ή ενήλικα άτομα, τα οποία έχουν πλέον μια υψηλή πιθανότητα να αναχθούν σε μια διαγνωστική ετικέτα μέσα από την οποία θα ταυτοποιούνται και με την οποία θα ταυτίζονται.

Ένα υπόρρητο σχέδιο μιας κοινωνίας χωρίς οδύνη που παθητικοποιεί τους πολίτες, ή τους καθιστά καταθλιπτικούς ή τους ωθεί, μέσα από μια παρορμητική/καταναγκαστική εκφόρτιση των συναισθημάτων τους, δημιούργησε ιστορικά ένα κοινωνικό υπέδαφος που ευνοεί τον ολοκληρωτισμό. Η επανάσταση απέναντι στην ισοδυναμία-ταύτιση του ατόμου με τη βιολογία του είναι ένα πρόβλημα πολιτισμού. Να αναμετρηθούμε με την προτυποποίηση, την ομογενοποίηση των συμπεριφορών και την υποταγή της δικιάς μας αντίληψης της ζωής σε έναν διάχυτο τεχνοκρατισμό είναι να υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία.

1Σημείωση συντάκτη: Πρωτεργάτης της ριζοσπαστικής ιταλικής ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Η δράση του, σε συμμαχία με σχεδόν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων εκείνης της περιόδου, είχε ως αποτέλεσμα την ψήφιση από την Ιταλική Βουλή του περίφημου Νόμου 180/1978, που θέσπισε την κατάργηση των ψυχιατρικών ασύλων και την ανάπτυξη της κοινοτικής ψυχιατρικής.

Angelo Barbato, Istituto Mario Negri Milano
Antonello D’Elia, Presidente di Psichiatria Democratica
Pierluigi Politi, Ordinario di Psichiatria Università di Pavia
Fabrizio Starace, Presidente Società Italiana di Epidemiologia Psichiatrica
Sarantis Thanopulos, Presidente della Società Psicoanalitica Italiana

(Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής ψυχιατρικής στο Πάντειο πανεπιστήμιο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής-ομαδικός αναλυτής, επίτιμος πρόεδρος και ιδρυτής της ΕΠΑΨΥ)

Στέλιος Στυλιανίδης: Καταναγκασμός ή πειθώ για τους ανεμβολίαστους; – Το λάθος δίλημμα (iEidiseis.gr)

Πηγή: iEidiseis.gr

Η προσωπική μου εμπειρία διαχείρισης δύσκολων ψυχιατρικών περιστατικών στην κοινότητα δείχνει ότι οι αντιστάσεις δεν κάμπτονται με την καταγγελία «ρατσιστικών» συμπεριφορών και με «ηρωικές» διακηρύξεις για τα δικαιώματα και το πολιτικά ορθό, αλλά με υπομονετική διαπραγμάτευση, σκληρή δουλειά, σεβασμό στο αξιακό σύστημα του άλλου, κατανόηση του ανοίκειου στην κοινότητα.

Στη χώρα μας, όπως και σε ολόκληρο τον πλανήτη, παρατηρείται μεγάλος δισταγμός, αμφιθυμία, σκεπτικισμός, ακόμη και απόλυτη άρνηση, απέναντι στον εμβολιασμό προκειμένου να χτιστεί το επιθυμητό και αναγκαίο τείχος ανοσίας.

Δυστυχώς, στη δημόσια συζήτηση παρατηρείται έλλειψη διαφοροποίησης της μάζας των ανεμβολίαστων μεταξύ επιφυλακτικότητας, αμφιβολίας, δυσπιστίας, ελλείμματος εμπιστοσύνης και οργανωμένων θεωριών συνωμοσίας και καθολικής άρνησης.

Είναι μείζον λάθος στην ανάλυση αυτών των συμπεριφορών η ομογενοποίηση τους με αποτέλεσμα τη στοχοποίηση και τον διασυρμό όσων δεν συμμορφώνονται και κατά συνέπεια την ενίσχυση των αντιστάσεων στον ορθολογισμό.

Ο εθισμός της ελληνικής κοινωνίας σε απλουστευτικές διχοτομήσεις και διχαστικά διλήμματα αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο την κατανόηση των συναισθηματικών αντιδράσεων των συμπολιτών μας που δεν εμβολιάζονται και διαβρώνει την καχεκτική εμπιστοσύνη μεταξύ θεσμών και πολιτών για τα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας.

Με βάση ερευνητικά εργαλεία της κοινωνικής ψυχολογίας, σχετικά με το φαινόμενο της πειθούς και τη μειονοτική επιρροή, έχουν παρατηρηθεί -με ερευνητική τεκμηρίωση-, σχηματικά, τα εξής:

-Υπάρχει μεγάλη διαφορά στη μετάδοση ενός μηνύματος ανάλογα με την αντίληψη για την πηγή: Σημαντική επίδραση έχουν η ανυστεροβουλία της πηγής, το target group στο οποίο απευθύνεται, η πρόθεσή της να πείσει και όχι να υποχρεώσει. Ολα αυτά μπορούν να ενεργοποιήσουν μια στάση μεταξύ αποδοχής και απόρριψης και ανάμεσά τους να μεσολαβεί ένα μεγάλο περιθώριο αδιαφορίας (Παπαστάμου, 2008).

-Συνεπώς, όταν χρησιμοποιείται ως επιχείρημα ο φόβος ή η απειλή, όπως αυτή της πανδημίας, αυτό αυξάνει τις πιθανότητες να παραμείνει το ακροατήριο σε κατάσταση συγκινησιακής έντασης, την οποία οι καθησυχαστικές συμβουλές και η επίκληση της «θρησκείας της επιστήμης» μπορεί να μην κατορθώσουν να ανακουφίσουν.

-Αν δεν λάβουμε υπόψη στη διαδικασία πειθούς το περιθώριο αδιαφορίας, όταν προκαλείται ένας δυνατός φόβος, ο οποίος δεν καταπραΰνεται από καθησυχαστικά μηνύματα, τότε το ακροατήριο θα αποκτήσει κίνητρα για να αγνοήσει ή να ελαχιστοποιήσει τη σημασία της απειλής.

-Σε αυτή την ελαχιστοποίηση προστίθεται και το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και ιδιαίτερα προς την κυβέρνηση για τη χρήση των προσωπικών δεδομένων η οποία μπορεί να γίνει εις βάρος των ατομικών ελευθεριών και της δημοκρατίας.

Η κυρίαρχη αντίληψη στον κόσμο, περισσότερο στις προηγμένες χώρες, είναι ότι δεν του αρέσει να τον μετρούν και να τον καταλογοποιούν.

Παρατηρείται το παράδοξο σε σχέση με την πολιτική των εμβολιασμών, εκεί όπου υπάρχει υψηλό μορφωτικό επίπεδο και ανεπτυγμένα συστήματα υγείας, πχ στη Γαλλία, να εκδηλώνεται μεγαλύτερη διστακτικότητα και αμφιθυμία ως προς τη χρήση των προσωπικών δεδομένων και την εκμετάλλευση τους από την Big PHARMA και τις πολυεθνικές.

Αξίζει να προσθέσουμε την ισχυρή έλξη την οποία παράγουν τέτοιες συμπεριφορές «αντί» σε μια κοινωνική μειονότητα μέσα σε ένα πλειοψηφικό ρεύμα, η οποία έτσι καθίσταται ορατή μέσα στο κοινωνικό σώμα και ενισχύει τη συνεκτικότητα της με ακλόνητη αυτοπεποίθηση και σιγουριά, ειδικότερα όταν εμφανίζεται να απορρίπτει δημοσίως την κυρίαρχη θέση.

Άτομα με ρευστή κοινωνική ταυτότητα τα οποία κατακλύζονται από καταδιωκτικά άγχη, αβεβαιότητα και ανασφάλεια για το μέλλον είναι πιο επιρρεπή στο να εξουσιοδοτήσουν τους χαρισματικούς «αρχηγούς» της μειοψηφίας ώστε να υποστηρίξουν τη μειονοτική θέση και επομένως την «ηθική δικαίωση» τους.

Απέναντι σ αυτές τις θορυβώδεις μειοψηφίες η έννομη και ενεργή πλειοψηφία μπορεί να υιοθετήσει δύο αντιθετικές στάσεις:

-Μια στάση εχθρότητας ή απόρριψης και μια στάση σαγήνης και έλξης.

Συνεπώς, οι ενεργές μειονότητες θα μπορούσαν να προκαλέσουν αμφιθυμία και στα ίδια τα μέλη τους και στο ακροατήριο τους και η αμφιθυμία αυτή θα ενίσχυσε τον κρυφό τους αντίκτυπο (Moscovici, 1994).

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις παρατηρήσεις, το ερώτημα είναι πώς μπορούν να οικοδομηθούν επίπεδα εμπιστοσύνης απέναντι στις θεμελιώδες παρανοήσεις-καχυποψία-στρεβλώσεις.

Η εμπιστοσύνης εξαρτάται από τις εξής παραμέτρους:

-Επιστημονική ενημέρωση.

-Επίδραση των μεγάλων πολυεθνικών-φαρμακευτικών.

-Εμπλοκή των επαγγελματιών υγείας.

-Κυβερνήσεις

Το χτίσιμο μιας αλυσίδας εμπιστοσύνης εξαρτάται από τη συνοχή των μηνυμάτων τα οποία εκπέμπονται σε αυτά τα τέσσερα επίπεδα.

Το ελληνικό παράδειγμα

Ενώ η διαχείριση του πρώτου κύματος της πανδημίας υπήρξε υποδειγματική, με την εμβληματική συμβολή του καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα, ο οποίος όχι μόνο εξέπεμπε ένα καθαρό και αξιόπιστο επιστημονικό μήνυμα αλλά το πλαισίωνε με ισχυρή συναισθηματική νοημοσύνη και ενσυναίσθηση, στη συνέχεια τα μηνύματα και τα μέτρα έγιναν αντιφατικά, συγχυτικά, ασαφή, με βαθύ έλλειμμα νοηματοδότησής τους.

Αυτό που συστηματικά παρατηρήθηκε και βιώθηκε ως ασυναρτησία είχε δραματική επίδραση στην πειθώ και συνέτεινε στην έλλειψη κατανόησης των αντιστάσεων των πολιτών (ο θόρυβος, οι φήμες και οι θεωρίες συνωμοσίας έφεραν αρνητική συγκινησιακή επιμόλυνση σε σύγκριση με την αρχική καθαρότητα των μηνυμάτων).

Η στοχοποίηση των ανεμβολίαστων, ως κοινωνικά ανεύθυνων, «ψεκασμένων» ή αρνητών της πανδημίας, ενισχύει το διχασμό, τον στιγματισμό, την οργή και τις άλογες συναισθηματικές αντιδράσεις.

Ποια είναι μια σύγχρονη αποτελεσματική στρατηγική για να αντιμετωπιστεί ένα τόσο πολύπλοκο κοινωνικό πρόβλημα το οποίο έχει άμεσες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία;

Είναι πολύτιμη η εμπειρία της Αμερικανίδας κοινωνικής ανθρωπολόγου Hedi Larson (New Yorker, 12/6/2021) η οποία έχει συνεργαστεί συστηματικά με τον ΠΟΥ και με κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών στο πλαίσιο του «vaccine confidence project:

-Η οικοδόμηση μιας αλυσίδας εμπιστοσύνης (και όχι συμμόρφωσης) απαιτεί την συμμετοχή όλης της κοινωνίας μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση, η οποία να χρησιμοποιεί τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα της digital science, πολιτικής επιστήμης, τεχνητής νοημοσύνης, ψυχολογίας, στατιστικής, επιδημιολογίας και experts των social media και των ΜΜΕ.

-Τα μηνύματα τα οποία πρέπει να εκπέμπονται ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο και μέσα από την ενίσχυση της επικοινωνιακής επίδρασης των τοπικών «influencers» (οικογενειακοί γιατροί, πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, ιερείς, στελέχη τοπικής αυτοδιοίκησης, πρόσωπα δημοφιλή ή υψηλού κύρους και εκπρόσωποι μειονοτήτων) πρέπει να είναι μηνύματα πειθούς, αλληλεγγύης, αγάπης και κατανόησης, όχι μηνύματα εξαναγκασμού και εκφοβισμού,

-Αυτοί οι πολύτιμοι κοινωνικοί διαμεσολαβητές-influencers πρέπει να αποδομούν με ήπιο τρόπο τα ανορθολογική επιχειρήματα χωρίς ωστόσο να αποδίδουν «θρησκευτική» απόλυτη ισχύ στα επιστημονικά δεδομένα. Η τακτική πόρτα-πόρτα σε τοπικό επίπεδο είναι η μόνη πραγματικά αποτελεσματική, εφόσον την προσωπική επαφή αναλαμβάνουν τα κατάλληλα πρόσωπα με το κατάλληλο μήνυμα,

Η οικοδόμηση της εμπιστοσύνης είναι η προϋπόθεση για την οικοδόμηση του τείχους ανοσίας.

Καλές πρακτικές σε τοπικό επίπεδο υπάρχουν στη χώρα μας (τα ποσοστά εμβολιασμού ανά περιοχή δείχνουν πολλά) ερήμην της κεντρικής εξουσίας και των μεγαλοπαραγόντων που κάνουν ατελέσφορα κηρύγματα καλλιεργώντας πόλωση και διχασμό.

Η προσωπική μου εμπειρία διαχείρισης δύσκολων ψυχιατρικών περιστατικών στην κοινότητα δείχνει ότι οι αντιστάσεις δεν κάμπτονται με την καταγγελία «ρατσιστικών» συμπεριφορών και με «ηρωικές» διακηρύξεις για τα δικαιώματα και το πολιτικά ορθό, αλλά με υπομονετική διαπραγμάτευση, σκληρή δουλειά, σεβασμό στο αξιακό σύστημα του άλλου, κατανόηση του ανοίκειου στην κοινότητα

(Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι Καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πάντειο, Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής)

Η δολοφονία της Καρολάιν ως δείκτης κοινωνικής παθολογίας, του Στέλιου Στυλιανίδη (ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/06/2021)

του Στέλιου Στυλιανίδη

στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 27/06/2021

Η ελληνική κοινωνία βγαίνει δειλά-δειλά από μια πολυεπίπεδη κρίση και στην αρχή της ανάκαμψης συγκλονίζεται από μια φρικιαστική γυναικοκτονία. Η αρχική συμπάθεια προς τον αυτοθυματοποιημένο δράστη μετατρέπεται σε οργή μετά την αποκάλυψη της πράξης του. Ένα αίσθημα ανοίκειου σε σχέση με την ανθρώπινη φύση.

Είναι απαραβίαστη δεοντολογική αρχή να μην διατυπώνονται στο δημόσιο διάλογο διαγνώσεις και ψυχιατρικές εκτιμήσεις ως προς την ενδεχόμενη ψυχοπαθολογία και τα βαθύτερα κίνητρα αυτής της καταστροφικότητας.
Μια τέτοια ενδελεχής εκτίμηση μπορεί να γίνει αυστηρά και μόνο με συστηματική εξέταση του δράστη σε κλινικό πλαίσιο και με τη βοήθεια διαγνωστικών-ψυχομετρικών εργαλείων.

Ωστόσο, είναι αναγκαίο να διατυπώσουμε μερικές γενικές παρατηρήσεις:
– Από τα μέχρι τώρα δεδομένα φαίνεται να μην υπάρχει σύνδεση ψυχικής ασθένειας με την αποτρόπαια πράξη και επομένως οποιοδήποτε ελαφρυντικό για τον μη καταλογισμό.
– Η μεθοδικότητα, η χειριστικότητα, η μυθοπλαστική ικανότητα και το απόλυτο έλλειμμα ενσυναίσθησης του δράστη εναρμονίζονται με το συναισθηματικό πάγωμα της προσπάθειας εκλογίκευσης και την έλλειψη κάθε αυθεντικής συναισθηματικής δόνησης στην εκ των υστέρων δημόσια παρουσία του.
– Παρατηρούμε τον δράστη να είναι παρατηρητής της δικής του αφήγησης, αποστασιοποιημένος και ψύχραιμος, χωρίς ενοχές, αναστολές και ηθικό φραγμό.
– Η διαταραχή προσωπικότητας που στην προκειμένη περίπτωση θα χαρακτηριζόταν ως αντικοινωνική δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ψυχική ασθένεια, παρόλο που αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα της ψυχιατρικής και της εγκληματολογίας. Προσωπικά με βρίσκει αντίθετο η ψυχιατρικοποίηση ή ιατρικοποίηση συμπεριφορών οι οποίες παρεκκλίνουν από τις κοινωνικές και πολιτισμικές νόρμες και εντάσσονται στη σφαίρα του κοινού ποινικού δικαίου.
– Ορισμένα χαρακτηριστικά αυτής της διαταραχής προσωπικότητας (αντικοινωνικής ή δυσκοινωνικής) είναι η συναισθηματική σκληρότητα και αδιαφορία για τα συναισθήματα των άλλων, η έλλειψη σεβασμού απέναντι στα κοινωνικά πρότυπα, κανόνες και υποχρεώσεις παρά τη φαινομενική υπερπροσαρμιογή σε αυτά, η ανικανότητα διατήρησης σχέσεων διαρκείας, παρά την αρχική ευκολία σύναψης τους μέσω σαγηνευτικής συμπεριφοράς, πολύ μικρή ανοχή στη ματαίωση, χαμηλή ουδό στην εκτόνωση της επιθετικότητας, συμπεριλαμβανομένης και της βίας, ανικανότητα βιώματος ενοχής και εκσεσημασμένη τάση μετάθεση της ευθύνης στους άλλους και διατύπωσης αληθοφανών εκλογικευτικών σχημάτων για την δικαιολόγηση της συμπεριφοράς.
– Αυτή η διαταραχή αρχίζει και εμφανίζεται στην προεφηβεία και την εφηβεία και συχνά χαρακτηρίζεται από έντονα ξεσπάσματα θυμού και ακατέργαστη επιθετικότητα.

Φίδια με κοστούμια

Τα άτομα με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας κατατάσσονται σε ένα ευρύ φάσμα, του οποίου ο ένας πόλος μπορεί να περιλάβει περιπτώσεις ακραία αποδιοργανωμένων, παρορμητικών και σαδιστικών ατόμων και ο άλλος πόλος του συνεχούς να περιλαμβάνει ακόμη και σαγηνευτικούς και ραφιναρισμένος αστούς, όπως του περιέγραψαν οι Babiak & Hare στο βιβλίο τους “φίδια με κοστούμια” (2007).

Ο σαδισμός, το βίωμα της ευχαρίστησης μέσω της κυριαρχίας και της οδύνης του άλλου, είναι κλινικά εμφανή σε αυτά τα άτομα, στη σκληρότητα απέναντι στα ζώα κατά την παιδική ηλικία, ιδιαίτερα προς τα κατοικίδια.
Η πρόκληση του βασανιστηρίου αποτελεί την προσπάθεια του παιδιού να αμυνθεί απέναντι στην ίδια του την ανημποριά μέσω της επιβολής παντοδύναμου ελέγχου πάνω σε ένα άλλο αντικείμενο.

Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με την ανάδυση ενός πρωτόγονου φθόνου: Εφόσον δεν σε ελέγχω και δεν σε έχω όπως θέλω εγώ, θα σε καταστρέψω.

Ο κακοήθης ναρκισσισμός του δράστη τον ώθησε να υφάνει ένα ολόκληρο επικοινωνιακό χειριστικό παιχνίδι με στόχο την παραπλάνηση, τη χειραγώγηση των οικείων του την κοινή γνώμη, την ψευδαίσθηση του ελέγχου όλων των άλλων και, σε τελευταία ανάλυση, την αποφυγή της τιμωρίας του.

Όντας ο ίδιος ανίκανος ενσυναίσθησης και αναστοχασμού, επεξεργασίας τύψεων και ενοχών, αποστασιοποιήθηκε από την ίδια την πράξη του οργανώνοντας με συστηματικότητα μια “συνεκτική” αφήγηση η οποία αρχικά τροφοδότησε ένα κοινωνικό στερεότυπο και συλλογική προκατάληψη εισβολέων αλλοδαπών.

Ένας επιτυχημένος και όμορφος με κοινωνική δικτύωση ενήλικας 27 χρόνων που συνάπτει σχέση με μια 14χρονη έφηβη το κάνει από αυθεντική αγάπη ή χρησιμοποιεί τη μαθήτρια ως ναρκισσιστική λάφυρο, προκειμένου να τη μορφοποιήσει όπως ο ίδιος επιθυμεί; Και η εγκυμοσύνη στα 18 πριν η ίδια αποκτήσει οποιαδήποτε δυνατότητα αυτονομίας δεν είναι μια πρόσθετη ένδειξη της επιθυμίας του για πατριαρχικό έλεγχο και ενδεχομένως εξευτελισμό του άλλου μέσω της άκριτης υποταγής του;

Ο Χορός της τραγωδίας

Στην αρχή η είδηση προκάλεσε ακροδεξιά έξαρση με κραυγές για απελάσεις, αυτοάμυνα, οπλοκατοχή και θανατική ποινή. Το θυμικό εις βάρος στοιχειωδών δημοκρατικών κανόνων. Στη συνέχεια ξεκίνησε ένα debate, πάλι ιδεολογικά φορτισμένο, για τον όρο γυναικοκτονία, συσκοτίζοντας για πολλοστή φορά την ανάγκη μιας ουσιαστικής και νηφάλιας συζήτησης για την αποκωδικοποίηση του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνονται αυτές οι αντικοινωνικές προσωπικότητες.

Το πιο νοσηρό ήταν η δημοσιοποίηση και ο σχολιασμός αποσπασμάτων του ημερολογίου του θύματος, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για την ποινική διαδικασία, με υπόρρητη πρόθεση διασυρμού της Καρολάιν. Και βέβαια οι συμβουλές συνδικαλιστή αστυνομικού προς επίδοξους γυναικοκτόνους πώς θα «πέσουν στα μαλακά».

Ξεχωριστή θέση στον κοινωνικό θόρυβο έχει ο ρόλος της “ψυχολόγου” που έβλεπε το θύμα πριν τη δολοφονία του. Πέρα από την αναξιοπιστία των τίτλων της και την απάτη που αυτό συνεπάγεται πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κατά δήλωση της ίδιας έβλεπε το θύμα με το δράστη μαζί και χωριστά, κάτι που παραβιάζει κάθε έννοια ψυχοθεραπευτικής δεοντολογίας, επιστημονικής συγκρότησης και παραπέμπει περισσότερο στην ικανότητα του γυναικοκτόνου να χειριστεί δι ίδιον όφελος και την υποτιθέμενη ψυχολόγο για την εκπλήρωση του σχεδίου του αλλά και τη δική της απόλυτη ανεπάρκεια και το ηθικό έλλειμμα πίσω από την όπως-όπως άσκηση ενός κλινικού επαγγέλματος το οποίο εξευτέλισε.

Συμπερασματικά

Οφείλουμε ως κοινωνία να διαπραγματευτούμε με μια διπλή ανασφάλεια και αβεβαιότητα:
– Την αποκωδικοποίηση τέτοιων καταστροφικών συμπεριφορών οι οποίες προέρχονται από “σαγηνευτικούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας”.
– Την προστασία της δημόσιας υγείας, μέσα από αυστηρές θεσμικές παρεμβάσεις ανεξαρτήτως συντεχνιακού κόστους, από κάθε είδους κομπογιαννίτες οι οποίοι εκμεταλλεύονται την ψυχική οδύνη και τα ενδοοικογενειακά αδιέξοδα προσφέροντας δήθεν υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Θεσμικά καθίσταται απολύτως αναγκαία η δημιουργία ενός δικτύου κοινωνικών δομών στις οποίες θα μπορούν να απευθύνονται με όρους εμπιστευτικότητας και προστασίας γυναίκες που κακοποιούνται, απειλούνται, φοβούνται, υποφέρουν μέσα σε σχέσεις δηλητηριασμένες από τα χειρότερα κατάλοιπα μας πατριαρχικής κουλτούρας.

Παρέμβαση του Καθ. Στ. Στυλιανίδη στην εκπομπή Briefing του Γ. Πιερρου στον Action24 (22/06/2021)

«Διαγνώσεις χωρίς κλινική εξέταση δεν γίνονται. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση τίποτα δεν δείχνει ότι το έγκλημα συνδέεται με ψυχική ασθένεια. Η δολοφονία έγινε εν ψυχρώ και αυτό το δείχνει η μεθοδικότητα και η μυθοπλασία για τη συγκάλυψη».

O Καθηγητής Στέλιος Στυλιανίδης στον Action24 και την εκπομπή Briefing με τον Γιώργο Πιερρο, την Τρίτη 22/06/2021.

Μπορείτε να βρείτε το αρχείο της εκπομπής στον ακόλουθο σύνδεσμο.

Παρέμβαση του Καθ. Στ. Στυλιανίδη στον SKAI.gr και την εκπομπή «Στιγμιότυπα» του Β. Κουφόπουλου (18/06/2021)

«Άτομα αδύναμα επιστημονικά, επομένως με διαπραγματευτική ισχύ εξαιρετικά χαμηλή, θα σου δώσουν την καραμέλα που θες να πάρεις. Η “ψυχολόγος” της Καρολάιν έγινε η ίδια –ελπίζω ασυνείδητα– αντικείμενο χειραγώγησης από τον σύζυγο».

Ακούστε την παρέμβαση του Καθηγητή Στ. Στυλιανίδη στον SKAI.gr και την εκπομπή «Στιγμιότυπα» (00:31΄) του Βασίλη Κουφόπουλου στον ακόλουθο σύνδεσμο.