Μήνας: <span>Ιαν 2021</span>

“Γιατί η Σοφία Μπεκατώρου δεν είχε μιλήσει μέχρι σήμερα;” της Ιωάννας Κλεφτόγιαννη (sputniknews.gr)

Πηγή: sputniknews.gr

Γιατί η Σοφία Μπεκατώρου δεν είχε μιλήσει νωρίτερα για το περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης που πρόσφατα κατήγγειλε; Καθηγητής Ψυχιατρικής και γνωστές φεμινίστριες ερευνήτριες μάς εκθέτουν τους λόγους που τα θύματα βιασμού είτε καθυστερούν ακόμη και δεκαετίες να καταγγείλουν το συμβάν είτε σιωπούν ισοβίως.

Μορφή χιονοστιβάδας λαμβάνουν οι αποκαλύψεις για περιστατικά σεξουαλικής κακοποίηση στη χώρα, μετά την αρχή που έκανε η ολυμπιονίκης Σοφία Μπεκατώρου. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, φοιτήτριες αποκάλυψαν -μετά από χρόνια, ακόμη και δεκαετίες- ότι έπεσαν θύμα βιασμού από υφυπουργούς, πολιτικούς, καθηγητές πανεπιστημίου.

Το «ελληνικό #MeToo» σε μια αμετανόητα κι αρρωστημένα πατριαρχική και σεξιστική κοινωνία, ακόμη και στο αστυνομικό και δικαστικό σώμα, βρίσκεται εν εξελίξει, ξεμπροστιάζοντας την πολιτική ηγεσία, την ακαδημαϊκή κοινότητα και παράγοντες του αθλητισμού.

Δεν έλειψαν οι φωνές ωστόσο που, ειρωνευόμενες την ολυμπιονίκη κι αμφισβητώντας την κακοποίησή της, έσπευσαν να αναρωτηθούν «Μα τώρα το θυμήθηκε;»

Γιατί, αλήθεια, τώρα; Το Sputnik μίλησε με καθηγητή Ψυχιατρικής, εμβληματικές φεμινίστριες που έκαναν έρευνα πάνω στο θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης και μέλη φεμινιστικών συλλογικοτήτων για όλους τους λόγους που μια κακοποιημένη γυναίκα σιωπά. Και για τους λόγους που μπορεί να προβεί σε αποκαλύψεις μετά από χρόνια. Ή και ποτέ!

«Το θέμα είναι σύνθετο» είναι η πρώτη φράση του Στέλιου Στυλιανίδη, καθηγητή Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου, τέως Αντιπρόεδρου της Παγκόσμιας Εταιρείας για την Ψυχοκοινωνική Αποκατάσταση (WAPR) και μέλους της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης (IPA), που έχει διατελέσει Εθνικός Εκπρόσωπος για την Ψυχική Υγεία στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO).

«Η εσωτερικευμένη ενοχή του θύματος συνδέεται με την κοινωνική ντροπή»

«Όταν μια γυναίκα υπόκειται σε τέτοιου τύπου σεξουαλική παρενόχληση, ασυνείδητα μπορεί να λειτουργήσει ο μηχανισμός ενοχοποίησης» μας αποκαλύπτει ο διακεκριμένος καθηγητής Ψυχιατρικής και ψυχαναλυτής. «Αυτός ο μηχανισμός την κάνει να αμφισβητεί αν είναι όντως θύμα ή αν η ίδια προκάλεσε τον θύτη. Αυτή η εσωτερικευμένη ενοχή συνδέεται και με την κοινωνική ντροπή. Αν μιλήσει, αν αποκαλύψει το θύμα κάτι σε μια σε τέτοιο βαθμό σεξιστική και πατριαρχική κοινωνία, δεν θα βρει το δίκιο της».

Γιατί παρακινούνται να μιλήσουν τελικά οι γυναίκες αφού προβεί σε αποκαλύψεις μια επώνυμη, όπως έγινε στις ΗΠΑ, στην υπόθεση του διαβόητου μεγαλοπαράγοντα στο Χόλιγουντ Χάρβεϊ Γουαϊνστάιν και στην Ελλάδα με την περίπτωση μιας ολυμπιονίκη, κι επομένως σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να μιλάμε για «μια συλλογική αντίδραση που λαμβάνει διαστάσεις κινήματος, όπως είδαμε με το #MeToo» όπως μας λέει ο κ. Στυλιανίδης;

«Διότι με τις αποκαλύψεις αυτές δημιουργείται το πρόσφορο έδαφος ώστε να υποστηριχθεί η παθούσα κοινωνικά, κι από σημαντικούς παράγοντες, ακόμη και πολιτικούς» εξηγεί. Είναι ενδεικτικός εξάλλου ο τρόπος που αντέδρασε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η οποία μάλιστα προσκάλεσε σε συνάντηση την κα Μπεκατώρου, ο πρωθυπουργός, ο επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης και σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος καταδικάζοντας τη σεξουαλική βία από παράγοντα του αθλητικού κόσμου.

Ο καθηγητής Ψυχιατρικής μάς περιγράφει τη δημοσιοποίηση της σεξουαλικής κακοποίησης από ένα επώνυμο άτομο ως έναν «μηχανισμό ενδυνάμωσης του ευάλωτου και αδύναμου από τους εξωτερικούς μηχανισμούς κοινωνικής υποστήριξης».

«Η κρυψίνοια είναι παράγωγο της ενοχής» προσθέτει «που ξεπερνιέται όπως συνέβη σήμερα μετά τις αποκαλύψεις της Ολυμπιονίκη. Άρα το ευάλωτο Εγώ μπορεί πια να υποστηρίξει μια καταγγελία δημόσια, διότι υπάρχει ένας μεγάλος μηχανισμός αναστολής και ανάσχεσης της καταγγελίας. Είναι δύσκολη η καταγγελία γιατί θα γίνει αρχικά σε έναν εξαιρετικά σεξιστικό μηχανισμό, όπως είναι η αστυνομία. Και τελικά, το θύμα θα δικαστεί από ένα δικαστικό σώμα ανεκπαίδευτο, ανδροκρατούμενο και σεξιστικό» συνοψίζει ο καθηγητής Ψυχιατρικής.

Το θύμα της σεξουαλικής κακοποίησης συνήθως δεν μιλάει στην Ελλάδα, γιατί «φοβάται ότι θα εξευτελιστεί, διότι δεν κατάφερε να διαφυλάξει εαυτήν από την κακοποίηση. Φοβάται ότι οι γύρω της κατά κύριο λόγο δεν θα την πιστέψουν και δεν θα της συμπαρασταθούν. Αν εξαρτάται από πατέρα ή σύζυγο τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Θα έχει επιπτώσεις. “Δεν το είπα στον πατέρα μου“, μου είπε μια νεαρή κοπέλα, “γιατί δεν θα με πίστευε και θα έτρωγα και ξύλο“» αποκαλύπτει η Σίσσυ Βωβού, μέλος του Δ.Σ της Οργάνωσης Γυναικείων Δικαιωμάτων «ΤΟ ΜΩΒ» και συγγραφέας του βιβλίου-γροθιά «Πατριαρχική Δικαιοσύνη και Φεμινιστικές Αντιστάσεις» (εκδ. Άνω Τελεία), με το αστυνομικό και δικαστικό χρονικό 19 υποθέσεων εκμετάλλευσης και βίας κατά γυναικών (σεξουαλικού και εργασιακού trafficking, βιασμών, βαριών κακοποιήσεων, γυναικοκτονιών, δημόσιου εξευτελισμού), από το 1998 ως το 2012.

«Οι καταγγελίες για βιασμό είναι λιγότερες από 10%»

Πότε τελικά μια γυναίκα τολμά να σπάσει το τείχος της σιωπής; Γιατί αργεί; Γιατί τα περισσότερα θύματα δεν το σπάνε το τείχος ποτέ;

«Αν πρόκειται για βιασμό, που είναι η πιο ακραία μορφή σεξουαλικής κακοποίησης πριν τον φόνο, οι καταγγελίες είναι λιγότερες από 10%, όπως αναφέρουν κάποιες έρευνες. Όταν μια γυναίκα πάει στην αστυνομία για να καταγγείλει, εάν δεν έχει ακράδαντα στοιχεία, συνήθως οι αστυνομικοί την αποθαρρύνουν να το ψάχνει, γιατί “δεν θα βρεις το δίκιο σου αφού δεν έχεις στοιχεία“» απαντά η γνωστή φεμινίστρια.

Οι λόγοι που ενεργούν έτσι τα όργανα της τάξης είναι σύνθετοι, προσθέτει η κα Βωβού: «Άλλοτε το κάνουν επειδή υποτιμούν το θέμα, άλλοτε επειδή γνωρίζουν αυτό που λένε από την εμπειρία τους. Φυσικά εμείς αυτό το θεωρούμε σκάνδαλο. Αυτό είχε γίνει και με την καταγγελία που είχε κάνει η Ελένη Τοπαλούδη στην αστυνομία της Ρόδου, έναν χρόνο πριν το φρικτό τέλος της. Οπότε, τα περισσότερα θύματα βιασμού το κρατάνε μέσα τους για να τις βασανίζει ή να το βγάλουν μετά από 10 ή 20 χρόνια, όπως έκανε η Μπεκατώρου σήμερα».

Έχουν τύχη οι προσφυγές τελικά στο δικαστήριο; Οι γυναίκες δικαιώνονται; Πόσο προκατειλημμένος από την πατριαρχία παραμένει το 2021 ο δικαστής, ο νομοθέτης και η κοινωνία;

«Εκτιμάται ότι καταλήγουν στα δικαστήρια το 10% των βιασμών, και απ’ αυτούς οι μισοί δεν δικαιώνονται. Περνάει τα πάθη της η καταγγέλλουσα, μέσα από όλες τις βαθμίδες των κρατικών οργανισμών και τελικά και στο ακροατήριο, για να μην δικαιωθεί τελικά, και για να έχει και τη Δαμόκλειο σπάθη της συκοφαντικής δυσφήμισης με την οποία απειλούν οι δικηγόροι των κατηγορουμένων».

«Συγκλονιστική η καταγγελία Μπεκατώρου ότι “τιμωρία μου ήταν να μην αγαπώ τον εαυτό μου”»

Η κα Βωβού μας φέρνει ως παράδειγμα την υπόθεση του «βιαστή με την τυρόπιττα» που είχε καταγγελθεί για τέσσερις βιασμούς τουριστριών το 2005, και η υπόθεση τελεσιδίκησε το 2012 με την καταδίκη του, χάρη στη δυνατή συμπαράσταση των γυναικείων οργανώσεων.

«Τέρατα και σημεία έγιναν στις δίκες του, ενώ οι αναβολές πήγαιναν σύννεφο, για κοπέλες που είχαν έρθει από Αυστραλία και Καναδά. Ήταν τραγικά αντιδεοντολογική η υπεράσπιση εκ μέρους της δικηγόρου Ζωής Κωνσταντοπούλου και φρικτά τα βασανιστήρια των γυναικών στο ακροατήριο. Σε άλλη υπόθεση, ομαδικού βιασμού φοιτήτριας στην Ξάνθη το 2016, οι κατηγορούμενοι βγήκαν από το δικαστήριο ελεύθεροι και ωραίοι, ενώ η παθούσα, αλλά και ο υπέροχος υποστηρικτικός πατέρας της, καταρρακώθηκαν πλήρως» προσθέτει η κα Βωβού, σταχυολογώντας από ένα μακρύ, ατέλειωτο κατάλογο περιστατικών βιασμού στην ελληνική επικράτεια.

Η αποκάλυψη της Μπεκατώρου έφερε εντέλει τη σημερινή, στην κυριολεξία, χιονοστιβάδα αποκαλύψεων, «γιατί ήταν ένα κοινό μυστικό, ήταν ένα τεράστιο απόστημα που έκρυβε χιλιάδες επί χιλιάδων σιωπές και ψυχικά άλγη όσων είχαν υποστεί τα ίδια και δεν είχαν τολμήσει να μιλήσουν, κάτι που ίσχυε και για την ίδια την Μπεκατώρου, όπως η ίδια είπε στη συγκλονιστική καταγγελία της» εξηγεί η συνομιλήτριά μας.

«Η τιμωρία όλων αυτών των γυναικών, που ήταν θύματα άδικης και εγκληματικής πράξης, ήταν να βασανίζονται ψυχικά γιατί δεν το κατάγγειλαν. Η δήλωση της Μπεκατώρου ότι “η τιμωρία μου ήταν να μην αγαπώ τον εαυτό μου”, μας συγκλόνισε πραγματικά, και γνωρίζουμε σε πόσες γυναίκες συμβαίνει το ίδιο. Όσες το κατάγγειλαν, είχαν άλλο βασανιστήριο. Εμείς λέμε στις γυναίκες να καταγγείλουν και θα είμαστε δίπλα τους. Η αλληλεγγύη μας δεν κατάφερε να τις βοηθήσει πάντα, φυσικά, γιατί υπάρχουν και επίορκοι δικαστές» παραδέχεται η γνωστή κινηματική φεμινίστρια και συγγραφέας.

Έχει αλλάξει κάτι τα τελευταία χρόνια στο χώρο της σεξουαλικής βίας στη χώρα; 

«Όχι! Η σεξουαλική βία συνεχίζεται, αν δεν έχει ενταθεί. Μην ξεχνάμε ότι για τα νέα αγόρια και τους νέους άνδρες κυρίως, αλλά σε κάποιο βαθμό για τους περισσότερους άνδρες, θεωρείται “δικαίωμα” να εισβάλλουν στο σώμα μιας γυναίκας, ιδιαίτερα αν θεωρούν ότι οι συνθήκες είναι αμφίσημες, καταπώς τους βολεύει βέβαια».

Σε αυτό έχουν συμβάλλει, «η βίαιη πορνογραφία, που είναι προσβάσιμη σε κάθε άνθρωπο, και δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό “εκπαιδεύει” τα αγόρια κυρίως. Καθώς και το ότι σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία δεν υπάρχει, ακόμα, και δεν ξέρουμε αν και πότε θα υπάρξει, αλλά και τι είδους θα είναι. Παραμένει κάτι φυσικά που το διεκδικούμε».

Υπάρχει μια φωτεινή στιγμή στις υποθέσεις βιασμού, παρ’ όλ’ αυτά. «Από το 2006 ποινικοποιήθηκε ο βιασμός στον γάμο, στοιχείο που δείχνει ότι ακόμα και αν ένα ζευγάρι έχει έρθει σε επαφή 1.000 φορές, δεν σημαίνει ότι ο δρόμος είναι ελεύθερος για την 1.001 και λοιπά, αν δεν υπάρχει συναίνεση» μας λέει η κα Βωβού. Το 2019, όπου ψηφίστηκαν οι νέοι ποινικοί κώδικες προτάθηκε η αλλαγή του ορισμού του βιασμού, επί τα χείρω, «μετά από ένα τσουνάμι γυναικείων κινητοποιήσεων, τελικά η τότε κυβέρνηση δέχτηκε να ορίζεται ο βιασμός με βάση τη συναίνεση, δηλαδή να ικανοποιήσει αυτό που διεκδικούσαν οι γυναικείες οργανώσεις» καταλήγει η Σίσσυ Βωβού.

«Κορυφή του παγόβουνου οι καταγγελίες Μπεκατώρου και αυτές που ακολούθησαν»

«Η πρόσφατη καταγγελία βιασμού της Σοφίας Μπεκατώρου και οι καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης που ακολούθησαν από άλλες προβεβλημένες γυναίκες αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου» σύμφωνα με τη Νατάσα Διαμάντη, μέλος της φεμινιστικής συλλογικότητας 8ης Μάρτη.

«Τις τελευταίες μέρες όλο και περισσότερες γυναίκες έχουν αρχίσει να αποκαλύπτουν περιστατικά σεξουαλικής βίας που έχουν υποστεί, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις πάνω από 100 καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης φοιτητριών από πρώην καθηγητή στο ΑΠΘ. Αυτό είναι μόλις ένα μικρό δείγμα της βίας που υφίστανται τα θηλυκά σώματα καθημερινά. Μας υπενθυμίζει ότι υπάρχουν χιλιάδες ακόμα γυναίκες σε όλη τη χώρα, των οποίων η κοινωνική και οικονομική κατάσταση δεν επιτρέπει να μιλήσουν για τα τραύματά τους. Γυναίκες μετανάστριες, προσφύγισσες, τρανς, σεξεργάτριες, γυναίκες που ζουν σε συνθήκες επισφάλειας, ανέχειας και κοινωνικής ανισότητας» τονίζει η κα Διαμάντη.

«Είμαστε μαζί με όλες, για να τις στηρίξουμε στον πόνο τους, στις αποφάσεις τους, στο δικαίωμά τους για αυτοδιάθεση. Για να σπάσει, όμως, η σιωπή, χρειάζεται, πέρα από την ύπαρξη αλληλεγγύης, να γίνουν και ριζικές θεσμικές αλλαγές σε επίπεδο κοινωνικής πολιτικής» προσθέτει.

«Όταν η πάλαι ποτέ Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων μεταφέρεται από το Υπουργείο Εσωτερικών στο Υπουργείο Εργασίας, μετονομαζόμενη σε Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, κι έπειτα μετονομάζεται εκ νέου σε Γενική Γραμματεία Δημογραφικής, Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, υπαγόμενη πλέον στην Υφυπουργό για τη Δημογραφική Πολιτική και την Οικογένεια, καθιστώντας την ισότητα των φύλων μια απλή υποσημείωση, τι θεσμικό μήνυμα έμπρακτης αλληλεγγύης στέλνεται στις γυναίκες που υφίστανται βία;» αναρωτιέται δικαίως η συνομιλήτριά μας.

«Σε μία χώρα ακόμα βαθύτατα και πεισματικά πατριαρχική, όπου οι κυβερνώντες δεν βλέπουν καν έμφυλη διάσταση στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής, όπου η αστυνομία στέλνει τις καταγγέλλουσες σπίτια τους, κι όπου οι δικαστές ακόμα ρωτούν τις επιζώσες βιασμού “τι φορούσαν” κι “αν είχαν πιει”, δεν μπορούμε ούτε να νουθετούμε ούτε να κουνάμε το δάχτυλο» συνοψίζει.

Στέλιος Στυλιανίδης: Ξανασκέψου το σεβαστέ δάσκαλε, Ιερώνυμε (ieidiseis.gr)

ΠΗΓΗ: ieidiseis.gr

Ο Αρχιεπίσκοπος με τη δήλωσή του κατηγορεί όλο το ισλάμ ως πολεμοχαρές κόμμα ωθώντας άθελά του ένα μεγάλο μέρος ειρηνικών πιστών μουσουλμάνων σε πιθανή ριζοσπαστικοποίηση τους. Μια τέτοια θέση δεν συνάδει με τις χριστιανικές αρχές. Ελπίζω ότι θα την αναθεωρήσει.

Το κίνητρο για να γράψω αυτό το κείμενο είναι βαθιά συναισθηματικό. Έχει να κάνει με το δεσμό που είχαμε αναπτύξει εγώ και πολλοί συμμαθητές μου τότε με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, ο οποίος στη Λεόντειο νέας Σμύρνης, ως κοσμικός καθηγητής, μας δίδαξε με έναν πρωτότυπο και ευαίσθητο τρόπο ελληνική λογοτεχνία. 

Ο προσωπικός μου δεσμός μαζί του και ο σεβασμός μου ενισχύθηκαν όταν ως Μητροπολίτης Λεβαδείας, το 1990, με στήριξε προσωπικά απέναντι σε ένα αλαλάζον και άγριο πλήθος που είχε ξεσηκωθεί εναντίον της εγκατάστασης στην παραλία Αυλίδας της Εύβοιας ξενώνα για ψυχικά ασθενείς, Ευβοείς που προέρχονταν από το άσυλο της Λέρου.

Η ευγνωμοσύνη μου προς τον ιεράρχη εκείνο ήταν μεγάλη γιατί ήταν ο μόνος από τους εκπροσώπους των τοπικών φορέων που τόλμησε να εναντιωθεί στο ρεύμα της μισαλλοδοξίας, του κοινωνικού αποκλεισμού και των απειλών απέναντι στους πάσχοντες συνανθρώπους μας.

Είχε πει τότε, στη λαϊκή συνέλευση, με θάρρος και αγάπη, ότι η χριστιανική θρησκεία δεν κάνει διακρίσεις και ότι η αλληλεγγύη πρέπει να αποτελεί την ύψιστη αρετή ενός χριστιανού, χτυπώντας τις φαντασιώσεις ταύτισης των ψυχικά πασχόντων με επικίνδυνους εγκληματίες, διακινητές ναρκωτικών και βιαστές. Επρόκειτο για ανθρώπινα ράκη μετά από τριάντα χρόνια ιδρυματισμού, εγκατάλειψης και βίας.

Πολλά χρόνια μετά, όταν είχε γίνει Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, συζητήσαμε για την προαγωγή ψυχικής υγείας στην κοινότητα και τον καθοριστικό ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Εκκλησία μέσα από την επιμόρφωση των ιερέων ως αιχμή αποστιγματισμού της ψυχικής ασθένειας.

Την ίδια χαρά και συγκίνηση ένιωσα όταν άκουσα τη δήλωσή του για τη Χρυσή Αυγή: «Η Εκκλησία αγαπάει όλους τους ανθρώπους -και μη Χριστιανούς και μαύρους και άσπρους, όλους τους αγαπάει- και δεύτερον πορεύεται, κάνει το δρόμο της, και δεν χρειάζεται προστάτες».

Έμεινα έκπληκτος και με μία τεράστια απορία και λύπη όταν διάβασα τα λόγια του για το Ισλάμ (στο Οpen):«Το Ισλάμ, οι πολίτες του, δεν είναι θρησκεία, είναι πολιτικό κόμμα, είναι πολιτική επιδίωξη και οι άνθρωποι του είναι άνθρωποι του πολέμου».

Εδώ υπάρχει μία βασική σύγχυση, ελπίζω όχι συνειδητή, μεταξύ του ισλάμ και του ισλαμισμού.

Η λέξη ισλάμ, ουσιαστικό που σημαίνει υποταγή, δηλώνει την εθελοντική υποταγή κάποιου στον Θεό. Ο όρος μουσουλμάνος παράγεται από την ίδια ρίζα και μπορεί να μεταφραστεί μόνο με την παθητική μετοχή «υποτασσόμενος». Αυτό σημαίνει ότι υποτασσόμενος είναι ο πιστός που υποτάσσεται στον Θεό με τη βούλησή του, επειδή αυτή είναι η επιθυμία και η επιλογή του.

Ο όρος ισλαμισμός αναφέρεται σε ένα πολιτικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό κίνημα. Είναι ένα κίνημα ακραίων μουσουλμάνων. Εμφανίστηκε, βέβαια, στους κόλπους του ισλάμ αλλά δεν το καλύπτει, αφού ένας πολύ σημαντικός αριθμός μουσουλμάνων δεν το ακολουθεί.

Μέσα στο φάσμα του ισλαμισμού, που έχει διαφορετικές υποδιαιρέσεις και δόγματα, εμφανίστηκε και ο τζιχαντισμός. Το εγκληματικό αυτό κίνημα διεκδικεί μέσω της κήρυξης ιερού πολέμου την εφαρμογή του ισλαμικού νόμου ως νόμου του κράτους με βίαια μέσα, απορρίπτοντας κάθε ειρηνική διεκδίκηση ως ουτοπική.

Ενας τζιχαντιστής είναι οπωσδήποτε ισλαμιστής, αλλά ένας ισλαμιστής δεν είναι κατ ανάγκη τζιχαντιστής.

Ο τζιχαντιστής απορρίπτει πλήρως τη δημοκρατία ως έννοια, όπως και κάθε αρχή της.

Αντίθετα, οι υπόλοιποι ισλαμιστές καταφεύγουν συχνά στη δημοκρατία και τις αρχές της, όπως μαρτυρά η ενσωμάτωση εκατομμυρίων μουσουλμάνων στις δυτικές χώρες όπου έχουν εγκατασταθεί εδώ και πάνω από μισό αιώνα.

Εσωτερικεύοντας τις αρχές της δυτικής δημοκρατίας οι περισσότεροι έφτασαν στην εξατομίκευση της πίστης τους στον Μωάμεθ, δηλαδή κατέληξαν να μη συμμετέχουν δογματικά ή μονολιθικά στην θρησκευτική ταυτότητα καταγωγής τους, πόσο μάλλον στην παραμορφωτική εκδοχή του τζιχαντισμού.

Ο Αρχιεπίσκοπος με τη δήλωσή του κατηγορεί όλο το ισλάμ ως πολεμοχαρές κόμμα ωθώντας άθελά του ένα μεγάλο μέρος ειρηνικών πιστών μουσουλμάνων σε πιθανή ριζοσπαστικοποίηση τους.

Μια τέτοια θέση δεν συνάδει με τις χριστιανικές αρχές.

Ελπίζω ότι θα την αναθεωρήσει.

(Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής)