Ετικέτα: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Συνέντευξη του Ρένου Παπαδόπουλου στον Στέλιο Στυλιανίδη (hspgp.gr)

Με τη συμμετοχή του Νίκου Γκιωνάκη (ψυχολόγος, Κέντρο Ημέρας ΒΑΒΕΛ)

O Ρένος Κ. Παπαδόπουλος, Ph.D. είναι Καθηγητής και Διευθυντής του ‘Κέντρου για το Τραύμα, το Άσυλο και τους Πρόσφυγες’, όπως επίσης και μέλος του ‘Κέντρου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα’, του ‘Δικτύου για το Μεταβατικό Δίκαιο’ και του ‘Kεντρικού Σημείου Ένοπλης Διαμάχης και Κρίσης’ τα οποία είναι τμήματα του Πανεπιστημίου του Εσεξ. Είναι επίσης Επίτιμος Κλινικός Ψυχολόγος και Συστημικός Οικογενειακός Θεραπευτής στην Κλινική Τάβιστοκ. Ασκεί το επάγγελμα του Κλινικού Ψυχολόγου, του Οικογενειακού Θεραπευτή και του Γιουνγκιανού Ψυχαναλυτή έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής του ζωής εκπαιδεύοντας και εποπτεύοντας αυτές τις ειδικότητες. Ως σύμβουλος στα Ενωμένα Έθνη, εργάζεται με πρόσφυγες, άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια και άλλους επιβιώσαντες πολιτικής βίας και καταστροφών σε πολλές χώρες. Ίδρυσε το πρώτο και το πιο μακράς διαρκείας μεταπτυχιακό πρόγραμμα για την Φροντίδα των Προσφύγων. Παραδίδει διαλέξεις και προσφέρει εκπαιδεύσεις εξειδίκευσης διεθνώς και το γραπτό του έργο υπάρχει σε δεκαέξι γλώσσες. Του έχουν πρόσφατα απονεμηθεί Βραβεία από την Ευρωπαϊκή Ένωση Οικογενειακής Θεραπείας για τo Eπίτευγμα ‘Moναδικής του συνεισφοράς στο πεδίο της Οικογενειακής Θεραπείας και Συστημικής Πρακτικής’, από το Πανεπιστήμιο του Έσεξ για την καλύτερη ‘Διεθνή Ερευνητική Επίδραση’, και από δυο Ιδρύματα του Μεξικού για την ‘εξαιρετική του εργασία με ευάλωτα παιδιά και οικογένειες στο Μεξικό’.

Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη εδώ.

Εικόνα νεαρής γυναίκας με μάσκα μπροστά από γκράφιτι της Μόνα Λίζα να φοράει μάσκα

Στέλιος Στυλιανίδης στο tvxs.gr: Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας

της Φωτεινής Λαμπρίδη

Στην πρόσφατη έρευνα της Palmos Analysis για το Speedy News, το 78% των πολιτών, φαίνεται να έχει αποφασίσει πως θα αποφεύγει τις κοινωνικές επαφές και μετά την κρίση της πανδημίας. Το πως επιδρά η πανδημία αλλά και τα μέτρα που πάρθηκαν στην κοινωνική μας συμπεριφορά, είναι κάτι που απασχολεί αρκετούς φιλοσόφους, όπως τον Ιταλό φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν που γράφει σε πρόσφατο άρθρο του: «Οι πρόσφατες δεκαετίες, στις οποίες κυριάρχησαν οι πολιτικές του φόβου, έχουν αφήσει το στίγμα τους. Αυτό μπορεί να το δει κανείς στο σημερινό φόβο της φυσικής επαφής, ή στα καχύποπτα βλέμματα που επιτηρούν την τήρηση της «απόστασης ασφαλείας» μεταξύ των ανθρώπων». Το tvxs.gr ζήτησε από τον Στέλιο Στυλιανίδη (καθηγητή κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρο – ψυχαναλυτή) να σχόλιασει τα αποτελέσματα της έρευνας.

«Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας η οποία τροφοδοτείται από τον εσωτερικευμένο φόβο και την αβεβαιότητα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του αυθορμητισμού και της αυθεντικότητας των διαπροσωπικών σχέσεων. Εάν παγιδευτούμε στις στατιστικές διακρίσεις (πχ συναναστροφή με Κινέζους ή Ιταλούς) μπορεί να διολισθήσουμε σε συμπεριφορές κοινωνικού ρατσισμού και διακρίσεων, λέει ενώ επισημαίνει επίσης ότι: «Οι διαφωνίες μεταξύ των λοιμωξιολόγων αγγίζουν λιγότερο την ιολογία και περισσότερο την πολιτική»

  • Ποια ήταν ο πρώτη σας σκέψη μετά την ανάγνωση της έρευνας της Palmos Analysis «οι Ελληνες και ο κορονοϊός»; 

Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι υπάρχει ένα δομικό ζήτημα ως προς την αξιοπιστία της απεικόνισης μιας τόσο πολύπλοκης πραγματικότητας. Είναι ίδια τα κυρίαρχα συναισθήματα εν μέσω πανδημίας μεταξύ μεσαίας ή ανώτερης τάξης και ατόμων που ξαναβρίσκονται σε συνθήκες ανεργίας, εργασιακής επισφάλειας, χρεών, φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού; Είναι ίδιες οι σκέψεις ατόμων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, όπως είναι οι ψυχικά ασθενείς, οι εξαρτημένοι, οι άστεγοι, άτομα με χρόνιο υποκείμενο νόσημα, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες; Πώς συνδέεται σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες η ατομική αγωνία, η έλλειψη προοπτικής και ελπίδας για το μέλλον με το φόβο της πανδημίας; Τι, άραγε, επικρατεί; Ο φόβος της νόσησης ή το βίωμα ενός γυμνού μέλλοντος; Θέλω να πω ότι οι κοινωνικές ανισότητες επηρεάζουν καθοριστικά τη στάση απέναντι στην υγειονομική κρίση και οι γενικεύσεις συσκοτίζουν αυτή την κρίσιμη παράμετρο. 

  • Σύμφωνα με την εμπειρία σας, είναι αντιπροσωπευτικό το υψηλό ποσοστό των πολιτών που σκοπεύουν να τηρήσουν τα μέτρα κοινωνικής απόστασης στο ορατό μέλλον; 

Σύμφωνα με την εμπειρία από άλλες μεγάλες σε έκταση και χρόνο επιδημίες εγκαθίσταται -μέσα σε ένα περιβάλλον φόβου και αγωνιώδους πρόληψης- ένας κοινωνικός αυτοματισμός: Το άγχος, οι καταθλιπτικές αντιδράσεις, το στρες, συμπτώματα που είναι κυρίαρχα και τεκμηριωμένα από έρευνες και σε άλλες πανδημίες, επιτείνουν την αγωνία νόσησης. Η εσωτερίκευση του φόβου μοιάζει να είναι καθολική και οδηγεί σε κοινωνικές συμπεριφορές όχι απλά της ενδεδειγμένης από τις δημόσιες αρχές προστασίας, αλλά κυριολεκτικά αποφυγής του άλλου, κάτι που αντιτίθεται στον ορθολογισμό. Από τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα ξέρουμε ότι πολλά κρούσματα είναι ασυμπτωματικά ή με πολύ ήπια συμπτώματα, 1/4 των ασθενών παρουσιάζουν μόνο γαστρεντερικά συμπτώματα (ναυτία, έμετο, διάρροια) και ένα άλλο μέρος παρουσιάζει τα γνωστά προβλήματα πυρετού και αναπνευστικής δυσχέρειας. Επίσης, ξέρουμε ότι τα διαγνωστικά τεστ αντισωμάτων έχουν μικρότερη από 65% αξιοπιστία. Έχοντας σαν δεδομένο ότι τα σημαντικά ερευνητικά κέντρα σε όλον τον πλανήτη, κάνουν μια κούρσα μέσα στο χρόνο για να παράγουν αποτελεσματικά αντιικά φάρμακα πριν από το εμβόλιο, η ερώτηση που τίθεται είναι πότε θα κολλήσουμε, όχι αν θα κολλήσουμε, και πότε θα εμφανιστεί η επόμενη πανδημία από άλλα στελέχη των κορονοϊών.  

Οι αντιφατικές εκτιμήσεις των ιολόγων και των επιδημιολόγων δείχνουν ότι ο σεβασμός στην επιστημονική μέθοδο οφείλει να είναι ένας σεβασμός στους χρόνους της, στις διαδικασίες της και στα ενδεχόμενα όριά της. Η βασική αντίφαση είναι μεταξύ μιας θέσης απόλυτης προστασίας, αυτό που ζούμε σήμερα στη χώρα μας, και μίας άλλης θέσης που παρουσιάζει τον ιό αυτό σαν σύνδρομο εποχικής γρίπης με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (ως προς την ταχύτητα και τον τρόπο μετάδοσης). Έτσι, και μέσα από την πολιτική διαχείριση του προβλήματος δημόσιας υγείας, οι διαφωνίες μεταξύ των λοιμωξιολόγων αγγίζουν λιγότερο την ιολογία, με την αυστηρή έννοια του όρου, και περισσότερο τις πολιτικές δημόσιας υγείας, την ανθεκτικότητα του συστήματος δημόσιας υγείας, τις αξίες και, σε τελευταία ανάλυση, την ίδια την πολιτική. Συμπερασματικά: Η αβεβαιότητα, το στίγμα και οι θεωρίες συνωμοσίας που συνδέονται με κάθε απρόβλεπτη φυσική καταστροφή οδηγούν στην μαζική εσωτερίκευση μιας πανδημίας φόβου με αποτέλεσμα αυτά τα υψηλά ποσοστά σε σχέση με τη διάθεση για κοινωνική αποστασιοποίηση. 

  • Γιατί απαντούν οι πολίτες με αυτόν τον τρόπο; Ποια είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα  και οι σκέψεις που καθορίζουν αυτή τη στάση; 

Όπως δείχνει η έρευνα, τα συναισθήματα της ανησυχίας, της ανασφάλειας και του φόβου είναι κυρίαρχα και υπερτερούν συντριπτικά της ελπίδας και της αισιοδοξίας. Η μεγιστοποίηση του φόβου ο οποίος προέρχεται από μια πραγματική απειλή συνδέεται άρρηκτα με την αναπαράσταση αυτής της απειλής μέσα μας, στον καθένα ξεχωριστά. Μέσα από τις αφηγήσεις ασθενών μου παρατηρώ μια διαρκή ταλάντωση μεταξύ ενός εσωτερικού καταδιώκτη, ενός αρχετυπικού φόβου ότι η ύπαρξή του θα αφανιστεί από αυτόν τον αόρατο εχθρό, και μια θέση μάχης απέναντι σε έναν εξωτερικό καταδιώκτη, τον ιό. Ο τρόπος που τα ΜΜΕ μεταδίδουν τον κίνδυνο διασποράς και νόσησης αγγίζει ένα κατώφλι πέραν του οποίου η ψυχική ζωή αρχίζει να γίνεται δυσλειτουργική. Έχει μεγάλη σημασία πώς από μια φάση ακραίας ετοιμότητας και εγρήγορσης μπορούμε να περάσουμε, μέσα από την ελαστικοποίηση των μέτρων, προς μια ενδυνάμωση της ατομικής ευθύνης χωρίς ποινολόγια και καταναγκασμούς. 

  • Γιατί οι πολίτες δείχνουν να θυσιάζουν την απόλαυση της κοινωνικής συναναστροφής τόσο μακροπρόθεσμα;

Ο τρόπος που η κοινωνία μας αντιδρά σ αυτή την πανδημία είναι αντιπροσωπευτικός της σχέσης της με την έννοια του ρίσκου/κινδύνου. Οι πολίτες ξέρουν από την επιστημονική αυθεντία και αποδέχονται ότι υπάρχουν ρίσκα που δεν μπορούμε να πάρουμε και είναι πρωτίστως αυτά που αφορούν την υγεία και τη ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ρίσκο: Να θέλουμε να προστατευθούμε από όλους τους πιθανούς κινδύνους – κάτι αδύνατο. 

Αν το ζητούμενο είναι να προβλέψουμε τα πάντα σχετικά με την υγεία μας, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια συνολική απορρύθμιση του συστήματος των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Σε σχέση με τον κορονοϊό, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η θνησιμότητα όσο η απίστευτη μεταδοτικότητα. Δεν έχει νόημα η σύγκριση με τα θύματα των τροχαίων ή μιας εποχικής γρίπης αλλά να λάβουμε υπόψιν τα αποτελέσματα μιας γεωμετρικής προόδου των κρουσμάτων. 

Αν δεν είχαν παρθεί έγκαιρα περιοριστικά μέτρα, οι επιπτώσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας, στις ευπαθείς ομάδες, στα ηλικιωμένα άτομα, θα ήταν μη προβλέψιμες όπως και οι οικονομικές παρενέργειες από ένα παρατεταμένο lockdown. Το πρόβλημα είναι ότι η αντιμετώπιση του υγειονομικού  κινδύνου μπορεί να φέρει οικονομική κατάρρευση. Με δεδομένες αυτές τις αντιφάσεις, η θυσία της απόλαυσης της κοινωνικής συναναστροφής ακόμη και μακροπρόθεσμα, είναι προτιμότερη από τη διαχείριση της αβεβαιότητας μέσα στην αβεβαιότητα (την οποία σηματοδοτεί η νόσηση σε συνδυασμό με την οικονομική αγωνία). 

  • Πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτή η καχυποψία και με ποιον τρόπο τη φύση των διαπροσωπικών μας σχέσεων, αλλά και τη σχέση του καθενός με αυτό που αποκαλούμε κοινωνικό σύνολο;

Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας η οποία τροφοδοτείται από τον εσωτερικευμένο φόβο και την αβεβαιότητα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του αυθορμητισμού και της αυθεντικότητας των διαπροσωπικών σχέσεων. Εάν παγιδευτούμε στις στατιστικές διακρίσεις (πχ συναναστροφή με Κινέζους ή Ιταλούς) μπορεί να διολισθήσουμε σε συμπεριφορές κοινωνικού ρατσισμού και διακρίσεων. 

  • Πόσο εύκολο είναι να γίνουμε περισσότερο χειραγωγήσιμοι από τις εξουσίες και να απεμπολήσουμε δικαιώματα; 

Ο περιορισμός ενός μεγάλου αριθμού δικαιωμάτων και ελευθεριών, θα πρέπει να αποτελέσει μια εξαιρετική συνθήκη με όσο το δυνατόν μικρότερη χρονική διάρκεια. Αυτή η εξαίρεση, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή, πρέπει να συνδέεται με την προστασία της ζωής των πολιτών και μόνο με αυτή. Οι παρεκκλίσεις τύπου Όρμπαν, θα πρέπει να καταδικαστούν εμπράκτως από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, στην αναζήτηση της βέλτιστης ισορροπίας μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειες.  Τα αυταρχικά καθεστώτα πάντα χρησιμοποιούν το φόβο για να χειραγωγήσουν τις μάζες και να παραβιάσουν τα ατομικά δικαιώματα μέσα από τη χρήση νέων τεχνολογιών. 

  • Μπορεί να προκύψει ο,τιδήποτε καλό από όλο αυτό που μας συμβαίνει; 

Έχει ήδη προκύψει: Πρώτον, η συνειδητοποίηση της διάψευσης της παντοδυναμίας του μετανεωτερικού ανθρώπου, μπορεί να οδηγήσει σε αναστοχασμό και επανανοηματοδότηση της ζωής μας. Δεύτερον, η συνειδητοποίηση της καταστροφής που μπορεί να φέρει στις κοινωνίες η οικολογική καταστροφή και η μεγιστοποίηση του κέρδους με κάθε μέσο ίσως να μας οδηγήσει σε περιορισμό του βιασμού της φύσης προς όφελος των αγορών. Τρίτον, η ανάδειξη της σημασίας της δημόσιας υγείας και ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους δίνει επιχειρήματα και κίνητρο στην Αριστερά για να επανασχεδιάσει – συγκροτημένα και όχι συνθηματολογικά – την πολιτική της ατζέντα ώστε να διευρύνει την επιρροή και την αξιοπιστία της. 

* Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρος – ψυχαναλυτής

Πηγή: tvxs.gr

Έρωτας στο διαδίκτυο ή η νέα κουλτούρα της κατανάλωσης και του κενού; (tvxs.gr, 23/02/2020)

Της Φωτεινής Λαμπρίδη

Τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν οι έρευνες που δείχνουν ότι ο έρωτας μετατοπίζεται από την οffline ζωή, στην online. Και πως αλλιώς θα μπορούσε να συμβεί, αφού η ίδια η ζωή των περισσότερων ανθρώπων, ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με τα social media. Τσατάρουμε περισσότερο με τους φίλους μας και λιγοστεύουν οι κατ’ιδίαν συζητήσεις λόγω έλλειψης ελεύθερου χρόνου αλλά και ενός αυξανόμενου εθισμού του μέσου όρου στα κοινωνικά δίκτυα. Και μπορεί, έρευνες στις ΗΠΑ να δείχνουν ότι τα social media λειτουργούν ως αντικαταθλιπτικό για τους ηλικιωμένους ανθρώπους, δεν συμβαίνει το ίδιο όμως με τις νεαρότερες ηλικιακές ομάδες. Εκεί βλέπουμε μια γενιά, να αναπτύσσει κώδικες που είναι αναγνωρίσιμοι σχεδόν αποκλειστικά στη διαδικτυακή κοινότητα, να δηλώνει πως βιώνει έντονη μοναξιά, να μουδιάζει όταν πρέπει να αναπτύξει σχέσεις έξω από τη σφαίρα του διαδίκτυου. Στην Κίνα και την Ιαπωνία, αναπτύσσεται το φαινόμενο «ενοικίασης προσώπων». Μοναχικοί Ασιάτες, μισθώνουν ηθοποιούς προκειμένου να υποδυθούν τους συντρόφους τους. Οι δε εφαρμογές αναζήτησης ερωτικού σύντροφου, αποκτούν ολοένα και περισσότερους φαν που καταφεύγουν σε αυτές για ένα γρήγορο σεξ, ή έναν ρομαντικό έρωτα. Το 2011, το 33% των Ελλήνων δήλωνε πως βρήκε τον – την σύντροφο της ζωής του στο διαδίκτυο.

Τα social media και οι εφαρμογές αυτές, είναι τελικά ο νέος τρόπος ανάπτυξης γνωριμιών, ή μήπως ο λόγος για τον οποίο αλλάζει ο τρόπος που βιώνουμε τον έρωτα; Η μοναξιά οδηγεί στην αναζήτηση συντρόφων μέσω του διαδικτύου, ή η υπερβολική ενασχόληση με το διαδίκτυο εμποτίζει τους ανθρώπους με γερές δόσεις μοναξιάς και συχνά κατάθλιψης. Πώς διαμορφώνεται ο ερωτικός λόγος στην εποχή των social media όπου μπορεί να καταναλώσει κανείς συντρόφους με το πάτημα ενός κουμπιού; Μπορούμε να ζήσουμε ερωτικά χωρίς το τυχαίο της συνάντησης, χωρίς το ρίσκο της απόρριψης, χωρίς τον συγχρωτισμό μας σε χώρους δημόσιους ή ιδιωτικούς στην πρώτη μας γνωριμία; Μήπως γινόμαστε περισσότερο αναζητητές ηδονών, και αν ναι, είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό αυτό;

Θέσαμε τα ερωτήματα αυτά στον καθηγητή ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Στέλιο Στυλιανίδη, ο οποίος χωρίς να δαιμονοποιεί το διαδίκτυο, υπογραμμίζει μεταξύ άλλων, πως ο μετανεωτερικός άνθρωπος «… χρησιμοποιεί το διαδίκτυο σαν ένα δεκανίκι του “εγώ”, σαν συνένοχο στη διαχείριση μιας ψευδοπραγματικότητας η οποία κυριολεκτικά τον απομακρύνει από τη δυνατότητα νοηματοδότησης της ψυχικής του ζωής». Διαπιστώνει πως οι νέοι άνθρωποι, δυσκολεύονται να συζητήσουν για τη σεξουαλική τους ζωή και πως πίσω από τις νέες εφαρμογές αναζήτησης ερωτικού συντρόφου, βρίσκεται μια διαρκώς αυξανόμενη ναρκισσιστική οδύνη. «Είναι ένα παιχνίδι επιθυμίας και αναζήτησης της ηδονής που αποσυνδέεται από την οποιαδήποτε συναισθηματική ή φαντασιακή αναζήτηση και αναστοχασμό.»

Οι έρευνες που δημοσιεύονται κάθε λίγο, δείχνουν πως η ανεύρεση συντρόφου, έχει «μετακομίσει» εντός της διαδικτυακής μας ζωής και αυτό το συνδέουν πολλοί συνάδελφοί σας με ένα αυξανόμενο αίσθημα μοναξιάς. Ισχύει;

Σε μεγάλο βαθμό ισχύει. Το διαδίκτυο, και ειδικότερα τα social media, πέρα από τις καθημερινές λειτουργίες, καταλαμβάνουν έναν πολύ μεγάλο ψυχικό χώρο στη ζωή του χρήστη, τον χώρο του φαντασιακού. Οι νέες γενιές, συχνά, δραπετεύουν κυριολεκτικά στα social media, δημιουργούν εξάρτηση από αυτά θέλοντας να ενσωματωθούν σε μια δυνητική πραγματικότητα, να αγκαλιάσουν τον κόσμο με μια μαγική σκέψη, χωρίς οι ίδιοι να εκτεθούν.

Η νομαδική λειτουργία του ίντερνετ (ομάδες, υποομάδες, κατηγορίες), οι τελετουργίες, οι διαδικασίες, οι νέες εφαρμογές, οι νέοι αλγόριθμοι δημιουργούν ένα είδος ηδονοβλεπτικής και επιδειξιομανούς εξάρτησης, η οποία όχι μόνο συγκαλύπτει ή συσκοτίζει την πραγματική ανάγκη επένδυσης στον κοινωνικό και συναισθηματικό δεσμό, αλλά δίνει την εντύπωση μιας δήθεν πληρότητας.

Τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά; Μια αυξανόμενη ναρκισσιστική οδύνη, μια υπαρξιακή αγωνία γύρω από την ταυτότητά μας, μια αγωνιώδης αλλά συχνά μάταιη αναζήτηση νοήματος στη ζωή μας.

Μέσα λοιπόν σ αυτή τη διάλυση της θεμελιώδους διάστασης των κοινωνικών σχέσεων και συναισθηματικών δεσμών, το άτομο μέσα από δημοφιλείς εφαρμογές εγκρίνει ή απορρίπτει πιθανούς ερωτικούς συντρόφους με μια κίνηση του “ποντικιού”. «Είναι ένα παιχνίδι επιθυμίας και αναζήτησης της ηδονής που αποσυνδέεται από την οποιαδήποτε συναισθηματική ή φαντασιακή αναζήτηση και αναστοχασμό.»

Η ναρκισσιστική ικανοποίηση για το άτομο σημαίνει: “Είμαι καλύτερος από τον διπλανό μου”. Δεν σημαίνει “μπορώ να σκεφτώ τον διπλανό μου πέρα από τις δικές μου επιθυμίες και ανάγκες”.

Από τον Οιδίποδα, λοιπόν, περνάμε στον Νάρκισσο, μέσα από την ανάδειξη ενός μεγαλειώδους εαυτού με τη χρήση των νέων τεχνολογιών, προάγοντας έτσι την απανθρωποποίηση και την αποσυναισθηματοποίηση.

Οι ατελείωτες selfies και τα φωτογραφικά φίλτρα δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να δημιουργούν μια ψευδή αναπαράσταση του εαυτού μας και του άλλου, η οποία ασυνείδητα ενισχύει με ακόμη πιο δραματικό τρόπο το αφόρητο βίωμα του κενού,  την έλλειψη νοηματοδότησης, την ίδια την ποιότητα, όπως θα λέγαμε ψυχαναλυτικά, της ενόρμησης. Ενόρμηση που δεν έχει μόνο βιολογική βάση, δηλαδή την αναζήτηση του Αλλου ως ερωτικού αντικειμένου, αλλά και ψυχική-αναπαραστατική λειτουργία, η οποία στηρίζει τη δημιουργία του κοινωνικού και ψυχικού δεσμού.

Υπάρχουν οι πιο καθησυχαστικές φωνές, όπως αυτή του Μπαντιού, που σχετίζει τις εφαρμογές αυτές με τις αγγελίες μιας άλλης εποχής. Υπάρχουν κι άλλοι θεωρητικοί που λένε όμως, πως ο νέος τρόπος αυτός, μεταφέρει τις καταναλωτικές μας συνήθειες στο κρεβάτι μας και στις πιο εσωτερικές στιγμές μας. Πως επηρεάζεται ο ψυχισμός μας και οι σχέσεις μας τελικά;

Θα συμφωνούσα με την προσέγγιση του Αλέν Μπαντιού λέγοντας ότι πρόκειται για μια νέα μορφή επικοινωνίας. Είναι λάθος να αρνείται κανείς την τεχνολογική πρόοδο ή τις νέες δυνατότητες. Άλλωστε, έχουν δημιουργηθεί ευτυχισμένες σχέσεις μέσα από “ηλεκτρονικές γνωριμίες”.

Ωστόσο, πρέπει να κατανοήσουμε βαθύτερα αν η χρήση της εικονικότητας έχει εγκατασταθεί πλέον ως το νέο, αποκλειστικό πεδίο της σεξουαλικότητας και της διαμόρφωσης των σχέσεων στο ζευγάρι. Το εικονικό δεν είναι το “ψευδές” αλλά μια σφαίρα που είναι διαφορετική από αυτή του πραγματικού. Μπορεί να καταστεί ένα εξάρτημα του ψευδούς εαυτού εάν κάποια στιγμή το ίδιο το άτομο δεν έρθει σε επαφή με το πραγματικό αντικείμενο, δηλαδή με την πραγματική ζωή. Άρα, μιλάμε για μία αγωνιώδη προστασία της ναρκισσιστικής ευαλωτότητας και της ντροπής που ενδεχομένως είναι συνδεδεμένη με την απειλή στην ακεραιότητα της εικόνας του εαυτού.

Για παράδειγμα, αν ένα νεαρό ζευγάρι δεν μπορεί να επικοινωνήσει αυθεντικά, εκθέτοντας ο ένας στον άλλο τις δυσκολίες ή τις αντιφάσεις, τότε διαμορφώνεται μια συνθήκη επικοινωνίας μεταξύ δήθεν εαυτών. Υπάρχουν ζευγάρια που αδυνατούν στα δύσκολα να έχουν βλεμματική επαφή και προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα ανταλλάσσοντας μηνύματα.

Από την παρατήρηση νέων θεραπευόμενών μου, μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση πόσο φτωχή και συρρικνωμένη είναι η σεξουαλική και η φαντασιωσική ζωή του ζευγαριού και πόσο μεγάλη αντίσταση υπάρχει στο να μιλήσουν γι’ αυτό.

Το μεγάλο ζήτημα που τίθεται με δραματικό τρόπο όταν πρόκειται για υπερκατανάλωση εικόνας είναι η σχέση που έχουμε με την επιθυμία μας, με την ηδονή, με την αγάπη, σε σύνδεση με την πραγματικότητα του αντικειμένου, δηλαδή του Άλλου. Όσο προσπαθούμε να συσκοτίσουμε αυτή την αυθεντική συναλλαγή με τον Άλλο και με τον εαυτό μας, όσο αποφεύγουμε και τα πένθη μας από χωρισμούς και αποτυχίες, τόσο η υπόσχεση της ευτυχίας γίνεται απλά μια αναζήτηση ευκαιριακής ευχαρίστησης.

Για να το πω με ένα παράδειγμα: Δεν έχουμε χρόνο για να κάνουμε μια διεργασία πένθους μετά από έναν χωρισμό και χρησιμοποιούμε τα social media για την αντικατάσταση της απώλειας μέσα από μια σχέση rebound, όπως άκουσα να λέει μία έφηβη.

Υπάρχουν συνάδελφοί σας που υποστηρίζουν πως μετατρεπόμαστε σε αδιάκοπους αναζητητές της ηδονής και όχι του έρωτα, προκειμένου να αποφύγουμε την οδύνη που συνοδεύει την ερωτική απογοήτευση και πως οι εφαρμογές αυτές, γίνονται ασφαλείς κρυψώνες. Συμφωνείτε;

Όταν στο ευρύτερο μετα-πλαίσιο, το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο που σαν ειδικοί ψυχικής υγείας το ονομάζουμε μετα-πλαίσιο, έχουν κατακρημνιστεί τα βασικά σημεία αναφοράς, πολιτικά, ηθικά, πολιτισμικά, εκπαιδευτικά, όταν λείπουν οι μηχανισμοί επένδυσης στη συλλογικότητα και υπέρβασης του ατομικού, τότε η κυριαρχία της κουλτούρας της αγοράς και του κέρδους, η κουλτούρα της κατανάλωσης και του κενού, άρα και της ταχύτητας της απάντησης σε όλα στο “εδώ και τώρα” γίνεται κυρίαρχη.

Η απουσία της μεγάλης αφήγησης, η ευθυγράμμιση του ατόμου ως πολλοστημορίου μιας άμορφης μάζας, που σαν στόχο έχει τη δικιά του χωριστή προσωπική επιβίωση και αντιμετώπιση της διαρκούς επισφάλειας και του εφήμερου δημιουργεί, όπως σωστά παρατηρεί ο Κ. Τσουκαλάς, μια γενική νωχέλεια και αδιαφορία: “Μια αποπολιτικοποίηση και αποιδεολογικοποίηση ενός κοινού, το οποίο έχει εθιστεί πλέον στο γεγονός ότι υπάρχει μια πραγματικότητα και καμία άλλη δεν είναι νοητή”.

Η καταφυγή σε εικονικές σχέσεις μέσω ενός ψευδούς εαυτού, του προφίλ μας στα social media, δεν μπορεί να μας σώσει από τα αδιέξοδά μας.  Οποιαδήποτε ανακούφιση, όταν μετράμε πολλά like ή πολλούς followers, είναι προσωρινή και εύθραυστη.

Ο έρωτας μας φέρνει αντιμέτωπο με τον Άλλον αλλά και με τον εαυτό μας. Αν η σύγχρονη καταναλωτική κουλτούρα δεν συμπεριλαμβάνει την οδύνη, τι είδους σχέσεις επιλέγουμε και κατ’επέκταση τι κοινωνία φτιάχνουμε;

Ο έρωτας, η αναζήτηση ερωτικού συντρόφου, η ζωή μαζί του, μας φέρνει αντιμέτωπους με τον Άλλο αλλά και με τον εαυτό μας. Όταν τα ελλείμματα ταυτότητας ή οι υπαρξιακές αγωνίες είναι καταλυτικές για την ισορροπία του ατόμου, όταν η αναμέτρηση του εαυτού με μια πιθανή αποτυχία σχέσης ή δεσμού είναι αφόρητη, τότε η ανωνυμία του διαδικτύου αποτελεί ασπίδα προστασίας. Έτσι, η ατομική οδύνη, όπως και η κοινωνική δυσφορία, δεν γίνονται αντικείμενο ψυχικής επεξεργασίας και απλά διαχέονται στον virtual κόσμο.

Άνθρωποι, ιδιαίτερα νέοι, που αισθάνονται αναστολή και δειλία, που έχουν κάποιο πρόβλημα εμφάνισης ή αυτοεκτίμησης, νιώθουν μεγαλύτερη σιγουριά να γνωρίσουν κάποιο άλλο άτομο που δεν θα τους κρίνει στη βάση του ρήγματος της εικόνας τους, όπως οι ίδιοι το βιώνουν. Το διαδίκτυο επιτρέπει στο φαντασιακό να δώσει ό,τι διαστάσεις επιθυμεί κανείς σε δυνητικές καταστάσεις και πρόσωπα. Έτσι, μπορεί κανείς να αισθανθεί μια ασφαλή ικανοποίηση αποφεύγοντας την πραγματική έκθεση η οποία προκύπτει από τη συνάντηση με τον Άλλο.

Δεν ξέρω αν θυμάστε την ταινία “Her”. O Χοακίν Φίνιξ αναζητούσε σε μια γυναίκα-μηχανή την προσωπική του ολοκλήρωση και αυτό με την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής μπορεί να είναι ένα κομμάτι του εφιαλτικού μέλλοντος της ανθρωπότητας.

Υπάρχει βαθιά μοναξιά στον σύγχρονο κόσμο. Στη Σουηδία είναι εύκολο να βρει κανείς δουλειά ως πληρωμένη παρέα ηλικιωμένων. Τα social media μπορούν να δώσουν δυνατότητες επικοινωνίας, μπορεί και να την καταστρέψουν όταν η αλήθεια αντικατασταθεί από την εικονική κατασκευή της.

Ο μετανεωτερικός άνθρωπος φοβάται το πάθος ή δεν το έχει ανάγκη;

Ο μετανεωτερικός άνθρωπος έχει εθιστεί στη ρευστότητα, στην ευκολία, στην κινητικότητα, στην ταχύτητα και στην επιφάνεια. Φοβάται την ανακάλυψη του εαυτού του, την επώδυνη διααδικασία αναστοχασμού και την αποκάλυψη της εσωτερικής του πραγματικότητας. Αυτή η διεργασία αυτογνωσίας καθίσταται απειλητική στο βαθμό που η φαντασίωση για την ευτυχία βρίσκεται σε σύγκρουση με την ικανότητά του να εκτεθεί στην αβεβαιότητα της πραγματικότητας. Έτσι χρησιμοποιεί το διαδίκτυο σαν ένα δεκανίκι του “εγώ”, σαν συνένοχο στη διαχείριση μιας ψευδοπραγματικότητας η οποία κυριολεκτικά τον απομακρύνει από τη δυνατότητα νοηματοδότησης της ψυχικής του ζωής.

Τα social media μας αποξενώνουν ή χρειαζόμαστε τελικά χρόνο προκειμένου να μεταβολίσουμε τις αλλαγές που φέρνει η τεχνολογία μοιραία και στις προσωπικές μας σχέσεις;

Σημασία δεν έχει να καταγγείλουμε τα social media αλλά να κοιτάξουμε τον τρόπο που τα χρησιμοποιούμε. Αν απορροφούν μέσα από τον εθισμό που δημιουργούν ένα μεγάλο μέρος της ψυχικής και νοητικής μας ενέργειας,  τότε μπορούν να ενισχύσουν το αίσθημα αποξένωσης και με τον εαυτό μας και με τους άλλους. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν χρήσιμο καταλύτη σύνδεσης της φαντασίωσης, της εσωτερικής ζωής και της υπαρξιακής αγωνίας με τον πραγματικό κόσμο και τις αντιφάσεις του.

Όσο θέλουμε να κάνουμε ψυχική οικονομία από το κόστος διαχείρισης των αντιφάσεών μας τόσο θα βυθιζόμαστε σε μια ζωή-μη ζωή, δηλαδή στο βασίλειο των ψεμάτων. Το ιδεώδες του “εγώ” (το ιδανικό για κάθε άνθρωπο) κατασκευάζεται επίπονα μέσα από μια προσωπική ψυχική εργασία, δεν χαρίζεται μέσα από μια δήθεν αναζήτηση.

Η συνενοχή, η ιδιωτικότητα και οι υποσχέσεις δέσμευσης που εκφράζονται μέσα στον εικονικό κόσμο μπορεί να γίνουν θρύψαλα στην αναμέτρηση με το πραγματικό. 

Πηγή: tvxs.gr