Ετικέτα: <span>ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ</span>

“Τείχος εμπιστοσύνης πριν από το τείχος ανοσίας”, του Στέλιου Στυλιανίδη (ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 12/09/2021

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 12/09/2021.

To 2019, μόλις έναν χρόνο πριν από την έναρξη της πανδημίας Covid-19, ο Π.Ο.Υ. ανακήρυξε
τη «διστακτικότητα απέναντι στον εμβολιασμό» (vaccine hesitancy) ως μία από τις 10
μεγαλύτερες απειλές για την παγκόσμια υγεία.


Σήμερα η δραματική αυτή βεβαιότητα έχει ενισχυθεί περαιτέρω, χωρίς να μπορεί να γίνει
επιστημονικά στέρεος διαχωρισμός και διαφοροποίηση στην άμορφη μάζα των
αντιεμβολιαστών και, κατά συνέπεια, να αναδυθεί μέσα από την αναζήτηση της
καταλληλότερης μεθοδολογίας μια πιο αρμονική και λιγότερο διχαστική σχέση μεταξύ πειθούς
και καταναγκασμού-συμμόρφωσης.


Τέτοιου τύπου απλουστευτικές διχοτομήσεις έχουν ως αποτέλεσμα την ανατροφοδότηση ενός
φαύλου κύκλου ανταγωνισμού μεταξύ του επιστημονικού λόγου και του αντιεμβολιαστικού
φανατισμού, ο οποίος απέχει πολύ από τον στόχο της οικοδόμησης μιας αλυσίδας
εμπιστοσύνης βασισμένης στον ορθολογισμό.


Σύμφωνα με πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα (Washington Post 8/2021), οι δύο κυρίαρχοι
λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι επιλέγουν να μην εμβολιαστούν είναι το γεγονός ότι το
εμβόλιο είναι ένα νέο σκεύασμα και η πιθανότητα εμφάνισης άγνωστων παρενεργειών.
Σχεδόν ο μισός μη εμβολιασμένος πληθυσμός των ΗΠΑ ανησυχεί περισσότερο για τις πιθανές
παρενέργειες του εμβολίου παρά για τη νόσηση από Covid-19.


Ένας άλλος λόγος που καθιστά τον πληθυσμό διστακτικό και καχύποπτο απέναντι στην κρατική
πολιτική των εμβολιασμών είναι το «βίωμα μιας διαρκώς συρρικνούμενης ελευθερίας μέσα
από την επιβολή κακοποιητικών νόμων» (R. Kempf, Monde diplomatique, 9/2021).
Σύμφωνα με έγκριτους Γάλλους νομικούς, η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού παραπέμπει
σε όρους επείγοντος κοινωνικού ελέγχου και πιθανής χρήσης ευαίσθητων προσωπικών
δεδομένων για άλλους σκοπούς.


Κατά σειρά φθίνουσας ισχύος (Hornsey et al. 2018), εντοπίζονται ισχυρότερες
αντιεμβολιαστικές αντιλήψεις σε όσους (α) εκδηλώνουν υψηλά επίπεδα συνωμοσιολογικής
σκέψης, (β) εκδηλώνουν υψηλή αντιδραστικότητα, (γ) αναφέρουν υψηλά επίπεδα απέχθειας
απέναντι στο αίμα και τις βελόνες και (δ) έχουν ισχυρές ατομιστικές/ιεραρχικές κοσμοθεωρίες.
Επιπλέον, οι Jensen et al. (2021), μελετώντας συγκεκριμένα τις επικρατέστερες θεωρίες
συνωμοσίας για την πανδημία Covid-19, εντόπισαν σημαντικές συσχετίσεις με την ηλικία (το
30% των ατόμων 30-39 ετών συμφώνησε πως η πανδημία αποτελεί μέρος ενός πλάνου για την
παγκόσμια εγκαθίδρυση των υποχρεωτικών εμβολιασμών), τον τόπο διαμονής (υψηλότερη
αποδοχή του εμβολιασμού σε μεγάλες πόλεις, όπως το Βερολίνο), το μεταναστευτικό
πολιτισμικό υπόβαθρο (οι μετανάστες εκφράζουν περισσότερες συνωμοσιολογικές απόψεις)
και το χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης.

Ενδιαφέρον έχει, εξάλλου, η παρατήρησή τους ότι η συχνότητα χρήσης του Twitter
(μεγαλύτερα ποσοστά συνωμοσιολογικής σκέψης για την πανδημία μεταξύ των τακτικών
χρηστών της συγκεκριμένης πλατφόρμας) και άλλων εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων
λειτουργεί ενισχυτικά.


Σύμφωνα με τους Allington et al. (2021), η εκδήλωση δισταγμού απέναντι στον εμβολιασμό
κατά της Covid-19 συσχετίζεται με τη νεαρή ηλικία, το γυναικείο φύλο, το χαμηλό εισόδημα, το
χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, την υψηλή εξάρτηση από τα κοινωνικά δίκτυα ως πηγές
πληροφόρησης, τη χαμηλή εμπιστοσύνη απέναντι στην τηλεόραση και στον Τύπο ως πηγές
πληροφόρησης, την υπαγωγή σε μη λευκές εθνοτικές ομάδες, τον χαμηλό αντιλαμβανόμενο
κίνδυνο νόσησης από Covid-19, τη χαμηλή εμπιστοσύνη προς τους επιστήμονες και τους
υγειονομικούς, καθώς και τη χαμηλή εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση.


Οι υποψίες περί συνωμοσίας γύρω από την πανδημία Covid-19 και οι γενικότερες στάσεις
απέναντι στα εμβόλια εξηγούν το 35% της διακύμανσης των στάσεων απέναντι στον
εμβολιασμό κατά της Covid-19.


Είναι γνωστό από παλαιότερα (Haase et al. 2015) ότι οι ακτιβιστές του αντιεμβολιασμού
χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για τη διάχυση της ατζέντας τους, συχνά μέσα από τη δημοσίευση
αφηγηματικών αναφορών για δήθεν παρενέργειες των εμβολίων.


Στην επικοινωνία μηνυμάτων που αφορούν τον κλάδο της υγείας, η προβολή των
πληροφοριών με τη μορφή αφηγήσεων έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική ως προς την
πειθώ των αποδεκτών του μηνύματος.


Η έρευνα σχετικά με το φαινόμενο της πειθούς έχει δείξει πως η αντιλαμβανόμενη αξιοπιστία
μιας πηγής πληροφοριών μπορεί να λειτουργήσει ως έναυσμα για την ενίσχυση ή για την
απόρριψη ενός μηνύματος που επιχειρεί να επικοινωνήσει η πηγή στον δέκτη.


Η έρευνα της Kappa Research (24-5/8/2021) ανέδειξε μερικά ευρήματα που συνάδουν με τα
διεθνή ερευνητικά δεδομένα.


Το γεγονός ότι 59% των ανεμβολίαστων θα προτιμούσαν να νοσήσουν παρά να κάνουν το
εμβόλιο και 78% δεν θα εφαρμόσουν το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού επιβεβαιώνει
το συμπέρασμα δύο γερμανικών μελετών ότι τα μηνύματα που παρουσιάζουν υψηλό
κίνδυνο/απειλή με στόχο την αύξηση των εμβολιασμών φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα,
ενισχύοντας τις αντιλήψεις περί επικινδυνότητας του εμβολιασμού και τις αντιστάσεις, οι
οποίες εκφράζονται με άρνηση, δυσπιστία, έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στις
αρχές/θεσμούς που ασκούν την πίεση.


Η τεράστια διαφορά στο επίπεδο εμπιστοσύνης προς το ΕΣΥ και την κυβέρνηση μεταξύ
εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων, κατά την έρευνα της Kappa Research, με κοινό υπέδαφος
τη χαμηλότατη εμπιστοσύνη (9% κατά μέσο όρο, 14% οι εμβολιασμένοι και 1% οι
ανεμβολίαστοι) προς τα ΜΜΕ και τα κόμματα (21% οι εμβολιασμένοι, 5% οι ανεμβολίαστοι),
σε συνδυασμό με τα υψηλά ποσοστά άγχους, στρες, στενοχώριας και θλίψης, δείχνουν ότι θα
πρέπει να επανεξεταστεί δομικά η μέχρι τώρα προσέγγιση προαγωγής της δημόσιας υγείας.

Πολύ εύστοχα ο Guardian σε άρθρο της σύνταξής του(6/2021) υποστήριξε ότι μια νομοθετική
πράξη δεν πρέπει να υποκαθιστά την προσπάθεια να υπερβούμε τα πρακτικά και
συναισθηματικά εμπόδια προς τον εμβολιασμό, αλλά να τη συνοδεύει.
Το να ακούει κανείς τους αντιεμβολιαστές, αντί να τους απορρίπτει ως ανόητους και
συνωμοσιολόγους, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αλλάξουν οι απόψεις τους απέναντι στον
εμβολιασμό.


Υπάρχουν καλές πρακτικές και επιτυχημένα προγράμματα προαγωγής και αγωγής υγείας,
διεθνώς αλλά και στη χώρα μας, τα οποία, με αντίστοιχα καλά εκπαιδευμένα στελέχη, μπορεί
να εφαρμοστούν σε ειδικές ομάδες ανεμβολίαστων προκειμένου να πειστούν και όχι να
στιγματιστούν. Είναι γνωστό άλλωστε πως ο στιγματισμός έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση
της εσωτερικευμένης οργής και ασυνείδητα καταδιωκτικά-παρανοϊκά άγχη, τα οποία, μαζί με
την αβεβαιότητα, βρίσκονται στον πυρήνα της συνωμοσιολογικής-ανορθολογικής σκέψης.


Συμπέρασμα: Τείχος εμπιστοσύνης πριν από το τείχος ανοσίας.


Το να ντροπιάζουμε τους άλλους και να τους κάνουμε διαλέξεις για το τι πρέπει να γίνει δεν
θα μας προστατεύσει από την Covid-19. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει μόνο συζητώντας
μαζί τους και απαντώντας τεκμηριωμένα και υπομονετικά σε όλες τις αιτιάσεις/αντιρρήσεις
τους, ακόμη κι αν είναι βαθιά ανορθολογικές.

Στέλιος Στυλιανίδης: Καταναγκασμός ή πειθώ για τους ανεμβολίαστους; – Το λάθος δίλημμα (iEidiseis.gr)

Πηγή: iEidiseis.gr

Η προσωπική μου εμπειρία διαχείρισης δύσκολων ψυχιατρικών περιστατικών στην κοινότητα δείχνει ότι οι αντιστάσεις δεν κάμπτονται με την καταγγελία «ρατσιστικών» συμπεριφορών και με «ηρωικές» διακηρύξεις για τα δικαιώματα και το πολιτικά ορθό, αλλά με υπομονετική διαπραγμάτευση, σκληρή δουλειά, σεβασμό στο αξιακό σύστημα του άλλου, κατανόηση του ανοίκειου στην κοινότητα.

Στη χώρα μας, όπως και σε ολόκληρο τον πλανήτη, παρατηρείται μεγάλος δισταγμός, αμφιθυμία, σκεπτικισμός, ακόμη και απόλυτη άρνηση, απέναντι στον εμβολιασμό προκειμένου να χτιστεί το επιθυμητό και αναγκαίο τείχος ανοσίας.

Δυστυχώς, στη δημόσια συζήτηση παρατηρείται έλλειψη διαφοροποίησης της μάζας των ανεμβολίαστων μεταξύ επιφυλακτικότητας, αμφιβολίας, δυσπιστίας, ελλείμματος εμπιστοσύνης και οργανωμένων θεωριών συνωμοσίας και καθολικής άρνησης.

Είναι μείζον λάθος στην ανάλυση αυτών των συμπεριφορών η ομογενοποίηση τους με αποτέλεσμα τη στοχοποίηση και τον διασυρμό όσων δεν συμμορφώνονται και κατά συνέπεια την ενίσχυση των αντιστάσεων στον ορθολογισμό.

Ο εθισμός της ελληνικής κοινωνίας σε απλουστευτικές διχοτομήσεις και διχαστικά διλήμματα αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο την κατανόηση των συναισθηματικών αντιδράσεων των συμπολιτών μας που δεν εμβολιάζονται και διαβρώνει την καχεκτική εμπιστοσύνη μεταξύ θεσμών και πολιτών για τα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας.

Με βάση ερευνητικά εργαλεία της κοινωνικής ψυχολογίας, σχετικά με το φαινόμενο της πειθούς και τη μειονοτική επιρροή, έχουν παρατηρηθεί -με ερευνητική τεκμηρίωση-, σχηματικά, τα εξής:

-Υπάρχει μεγάλη διαφορά στη μετάδοση ενός μηνύματος ανάλογα με την αντίληψη για την πηγή: Σημαντική επίδραση έχουν η ανυστεροβουλία της πηγής, το target group στο οποίο απευθύνεται, η πρόθεσή της να πείσει και όχι να υποχρεώσει. Ολα αυτά μπορούν να ενεργοποιήσουν μια στάση μεταξύ αποδοχής και απόρριψης και ανάμεσά τους να μεσολαβεί ένα μεγάλο περιθώριο αδιαφορίας (Παπαστάμου, 2008).

-Συνεπώς, όταν χρησιμοποιείται ως επιχείρημα ο φόβος ή η απειλή, όπως αυτή της πανδημίας, αυτό αυξάνει τις πιθανότητες να παραμείνει το ακροατήριο σε κατάσταση συγκινησιακής έντασης, την οποία οι καθησυχαστικές συμβουλές και η επίκληση της «θρησκείας της επιστήμης» μπορεί να μην κατορθώσουν να ανακουφίσουν.

-Αν δεν λάβουμε υπόψη στη διαδικασία πειθούς το περιθώριο αδιαφορίας, όταν προκαλείται ένας δυνατός φόβος, ο οποίος δεν καταπραΰνεται από καθησυχαστικά μηνύματα, τότε το ακροατήριο θα αποκτήσει κίνητρα για να αγνοήσει ή να ελαχιστοποιήσει τη σημασία της απειλής.

-Σε αυτή την ελαχιστοποίηση προστίθεται και το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και ιδιαίτερα προς την κυβέρνηση για τη χρήση των προσωπικών δεδομένων η οποία μπορεί να γίνει εις βάρος των ατομικών ελευθεριών και της δημοκρατίας.

Η κυρίαρχη αντίληψη στον κόσμο, περισσότερο στις προηγμένες χώρες, είναι ότι δεν του αρέσει να τον μετρούν και να τον καταλογοποιούν.

Παρατηρείται το παράδοξο σε σχέση με την πολιτική των εμβολιασμών, εκεί όπου υπάρχει υψηλό μορφωτικό επίπεδο και ανεπτυγμένα συστήματα υγείας, πχ στη Γαλλία, να εκδηλώνεται μεγαλύτερη διστακτικότητα και αμφιθυμία ως προς τη χρήση των προσωπικών δεδομένων και την εκμετάλλευση τους από την Big PHARMA και τις πολυεθνικές.

Αξίζει να προσθέσουμε την ισχυρή έλξη την οποία παράγουν τέτοιες συμπεριφορές «αντί» σε μια κοινωνική μειονότητα μέσα σε ένα πλειοψηφικό ρεύμα, η οποία έτσι καθίσταται ορατή μέσα στο κοινωνικό σώμα και ενισχύει τη συνεκτικότητα της με ακλόνητη αυτοπεποίθηση και σιγουριά, ειδικότερα όταν εμφανίζεται να απορρίπτει δημοσίως την κυρίαρχη θέση.

Άτομα με ρευστή κοινωνική ταυτότητα τα οποία κατακλύζονται από καταδιωκτικά άγχη, αβεβαιότητα και ανασφάλεια για το μέλλον είναι πιο επιρρεπή στο να εξουσιοδοτήσουν τους χαρισματικούς «αρχηγούς» της μειοψηφίας ώστε να υποστηρίξουν τη μειονοτική θέση και επομένως την «ηθική δικαίωση» τους.

Απέναντι σ αυτές τις θορυβώδεις μειοψηφίες η έννομη και ενεργή πλειοψηφία μπορεί να υιοθετήσει δύο αντιθετικές στάσεις:

-Μια στάση εχθρότητας ή απόρριψης και μια στάση σαγήνης και έλξης.

Συνεπώς, οι ενεργές μειονότητες θα μπορούσαν να προκαλέσουν αμφιθυμία και στα ίδια τα μέλη τους και στο ακροατήριο τους και η αμφιθυμία αυτή θα ενίσχυσε τον κρυφό τους αντίκτυπο (Moscovici, 1994).

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις παρατηρήσεις, το ερώτημα είναι πώς μπορούν να οικοδομηθούν επίπεδα εμπιστοσύνης απέναντι στις θεμελιώδες παρανοήσεις-καχυποψία-στρεβλώσεις.

Η εμπιστοσύνης εξαρτάται από τις εξής παραμέτρους:

-Επιστημονική ενημέρωση.

-Επίδραση των μεγάλων πολυεθνικών-φαρμακευτικών.

-Εμπλοκή των επαγγελματιών υγείας.

-Κυβερνήσεις

Το χτίσιμο μιας αλυσίδας εμπιστοσύνης εξαρτάται από τη συνοχή των μηνυμάτων τα οποία εκπέμπονται σε αυτά τα τέσσερα επίπεδα.

Το ελληνικό παράδειγμα

Ενώ η διαχείριση του πρώτου κύματος της πανδημίας υπήρξε υποδειγματική, με την εμβληματική συμβολή του καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα, ο οποίος όχι μόνο εξέπεμπε ένα καθαρό και αξιόπιστο επιστημονικό μήνυμα αλλά το πλαισίωνε με ισχυρή συναισθηματική νοημοσύνη και ενσυναίσθηση, στη συνέχεια τα μηνύματα και τα μέτρα έγιναν αντιφατικά, συγχυτικά, ασαφή, με βαθύ έλλειμμα νοηματοδότησής τους.

Αυτό που συστηματικά παρατηρήθηκε και βιώθηκε ως ασυναρτησία είχε δραματική επίδραση στην πειθώ και συνέτεινε στην έλλειψη κατανόησης των αντιστάσεων των πολιτών (ο θόρυβος, οι φήμες και οι θεωρίες συνωμοσίας έφεραν αρνητική συγκινησιακή επιμόλυνση σε σύγκριση με την αρχική καθαρότητα των μηνυμάτων).

Η στοχοποίηση των ανεμβολίαστων, ως κοινωνικά ανεύθυνων, «ψεκασμένων» ή αρνητών της πανδημίας, ενισχύει το διχασμό, τον στιγματισμό, την οργή και τις άλογες συναισθηματικές αντιδράσεις.

Ποια είναι μια σύγχρονη αποτελεσματική στρατηγική για να αντιμετωπιστεί ένα τόσο πολύπλοκο κοινωνικό πρόβλημα το οποίο έχει άμεσες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία;

Είναι πολύτιμη η εμπειρία της Αμερικανίδας κοινωνικής ανθρωπολόγου Hedi Larson (New Yorker, 12/6/2021) η οποία έχει συνεργαστεί συστηματικά με τον ΠΟΥ και με κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών στο πλαίσιο του «vaccine confidence project:

-Η οικοδόμηση μιας αλυσίδας εμπιστοσύνης (και όχι συμμόρφωσης) απαιτεί την συμμετοχή όλης της κοινωνίας μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση, η οποία να χρησιμοποιεί τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα της digital science, πολιτικής επιστήμης, τεχνητής νοημοσύνης, ψυχολογίας, στατιστικής, επιδημιολογίας και experts των social media και των ΜΜΕ.

-Τα μηνύματα τα οποία πρέπει να εκπέμπονται ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο και μέσα από την ενίσχυση της επικοινωνιακής επίδρασης των τοπικών «influencers» (οικογενειακοί γιατροί, πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, ιερείς, στελέχη τοπικής αυτοδιοίκησης, πρόσωπα δημοφιλή ή υψηλού κύρους και εκπρόσωποι μειονοτήτων) πρέπει να είναι μηνύματα πειθούς, αλληλεγγύης, αγάπης και κατανόησης, όχι μηνύματα εξαναγκασμού και εκφοβισμού,

-Αυτοί οι πολύτιμοι κοινωνικοί διαμεσολαβητές-influencers πρέπει να αποδομούν με ήπιο τρόπο τα ανορθολογική επιχειρήματα χωρίς ωστόσο να αποδίδουν «θρησκευτική» απόλυτη ισχύ στα επιστημονικά δεδομένα. Η τακτική πόρτα-πόρτα σε τοπικό επίπεδο είναι η μόνη πραγματικά αποτελεσματική, εφόσον την προσωπική επαφή αναλαμβάνουν τα κατάλληλα πρόσωπα με το κατάλληλο μήνυμα,

Η οικοδόμηση της εμπιστοσύνης είναι η προϋπόθεση για την οικοδόμηση του τείχους ανοσίας.

Καλές πρακτικές σε τοπικό επίπεδο υπάρχουν στη χώρα μας (τα ποσοστά εμβολιασμού ανά περιοχή δείχνουν πολλά) ερήμην της κεντρικής εξουσίας και των μεγαλοπαραγόντων που κάνουν ατελέσφορα κηρύγματα καλλιεργώντας πόλωση και διχασμό.

Η προσωπική μου εμπειρία διαχείρισης δύσκολων ψυχιατρικών περιστατικών στην κοινότητα δείχνει ότι οι αντιστάσεις δεν κάμπτονται με την καταγγελία «ρατσιστικών» συμπεριφορών και με «ηρωικές» διακηρύξεις για τα δικαιώματα και το πολιτικά ορθό, αλλά με υπομονετική διαπραγμάτευση, σκληρή δουλειά, σεβασμό στο αξιακό σύστημα του άλλου, κατανόηση του ανοίκειου στην κοινότητα

(Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι Καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πάντειο, Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής)