Ετικέτα: <span>ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ</span>

Στέλιος Στυλιανίδης στο iEidiseis: Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πανδημία ψυχικής υγείας

Πηγή: ieidiseis.gr

Συνέντευξη στον Βασίλη Σκουρή

Δραματική προειδοποίηση από τον κορυφαίο καθηγητή κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρο-ψυχαναλυτή και επιστημονικό σύμβουλο της ΕΠΑΨΥ.

«Τα μέτρα πρέπει να βγάζουν νόημα για να μπορούν να εσωτερικευθούν», τονίζει ο καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, επιστημονικός σύμβουλος ΕΠΑΨΥ Στέλιος Στυλιανίδης.

Παρουσιάζει τα πιο πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα για την ψυχική υγεία τον καιρό της πανδημίας και σημειώνει ότι έχουμε αργήσει πολύ για τη διαμόρφωση στρατηγικής πρόληψης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης της πανδημίας ψυχικής υγείας που έρχεται.

Τι σημαίνει το δεύτερο lockdown για τον συλλογικό ψυχισμό;

Κατά τη διάρκεια του πρώτου lockdown, σύμφωνα με στοιχεία έρευνας της ΔιαΝΕΟσις, οι Ελληνες παρουσίασαν εντυπωσιακά υψηλά ποσοστά αισιοδοξίας. Πάνω από το 86% του πληθυσμού είχε αίσθηση αυτοπεποίθησης απέναντι σε ένα πρωτόγνωρο φαινόμενο, την πανδημία, αισιοδοξία και ταυτόχρονα αφέλεια: Ανάμεσα από τις γραμμές αναδυόταν η συλλογική αυταπάτη ότι κατά τον Σεπτέμβριο του 2020 θα είχαμε ξεμπερδέψει.

Ένας άλλος παράγοντας είναι καθοριστικός για την ερμηνεία των τότε αποτελεσμάτων: Η πεποίθηση ότι για την πανδημία δεν φταίμε εμείς αλλά ένας εξωτερικός εχθρός τον οποίο ενωμένοι αντιμετωπίζουμε με ενισχυμένη συλλογική συνοχή και αυτοπεποίθηση.

Τώρα, στο δεύτερο κύμα της πανδημίας, με στοιχεία της ΔιαΝΕΟσις τον Σεπτέμβριο το ποσοστό της αισιοδοξίας μειώνεται κατακόρυφα στο 57% με εμφανή μείωση της εμπιστοσύνης, αύξηση φόβου μόλυνσης και διχασμό απέναντι στις αποφάσεις για τα μέτρα. Στοιχεία από την ίδια έρευνα δείχνουν ότι το 55,4% έχει χειρότερη ψυχολογική διάθεση, το 76% έχει μειώσει καθοριστικά τη συμμετοχή σε κοινωνικές εκδηλώσεις και συναναστροφές.

Πριν από το τωρινό lockdown είχε ήδη βαθύνει η συνειδητοποίηση της διάρκειας και της έκτασης του φαινομένου, όπως και ο φόβος για την αβέβαιη παράταση μέχρι την οριστική αντιμετώπισή του

Συμπερασματικά: Πριν από το τωρινό lockdown είχε ήδη βαθύνει η συνειδητοποίηση της διάρκειας και της έκτασης του φαινομένου, όπως και ο φόβος για την αβέβαιη παράταση μέχρι την οριστική αντιμετώπισή του.

Έχω τη στέρεη πεποίθηση ότι αυτά τα ποσοστά θα χειροτερεύουν με την πάροδο του χρόνου, με αύξηση του άγχους, του φόβου, της αβεβαιότητας, της οικονομικής ανασφάλειας και του στρες

Έχω τη στέρεη πεποίθηση ότι αυτά τα ποσοστά θα χειροτερεύουν με την πάροδο του χρόνου, με αύξηση του άγχους, του φόβου, της αβεβαιότητας, της οικονομικής ανασφάλειας και του στρες.

Παίζει ρόλο η ποιότητα διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης;

Ασφαλώς. Η αντιφατικότητα, οι παλινωδίες, οι ανακολουθίες και η ασυνέπεια στις αναγγελίες των μέτρων μειώνουν την ανθεκτικότητα του πληθυσμού, εμποδίζουν την εσωτερίκευσή τους μέσα από μια επαρκή λειτουργία νοηματοδότησης και ενισχύουν την καχυποψία που μπορεί να φτάσει μέχρι και σε θεωρίες συνωμοσίας, την απαισιοδοξία, τον θυμό, τον φόβο και την αβεβαιότητα. Για παράδειγμα, η ανεπαρκής ενίσχυση των ΜΜΜ σε όλο το διάστημα που μεσολάβησε από το πρώτο lockdown, ο αριθμός των μαθητών ανά σχολική αίθουσα και οι ελλείψεις προσωπικού για τον καθαρισμό των σχολείων, τα χαμηλά ποσοστά τηλεργασίας, συνωστισμός σε εκκλησίες, τα πολύ χαμηλά ποσοστά χρησιμοποίησης στοχευμένων τεστ σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, το κόστος πραγματοποίησής τους, οι τραγικές ελλείψεις μόνιμου προσωπικού στο ΕΣΥ για την κάλυψη και των ΜΕΘ, η μη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της επαγγελματικής εξουθένωσης (burn out) του υγειονομικού προσωπικού μετά τους ύμνους στους «ήρωες», όλα αυτά αποτελούν στοιχεία που επηρεάζουν καθοριστικά τη στάση της κοινωνίας.

Τι θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση;

Απέναντι σε ένα διαρκές τραυματικό γεγονός, όπως αυτό της πανδημίας, το οποίο εγκαθίσταται σε ένα ήδη κουρασμένο από τη δεκαετή κρίση κοινωνικό σώμα, η πολιτεία οφείλει με ειλικρίνεια και διαφάνεια να προτείνει μια δέσμη συνεκτικών μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας τα οποία να βγάζουν νόημα. Όταν οι κοινωνικοί δεσμοί αδυνατίζουν, η επικοινωνία γίνεται «ασώματη», τα εξωτερικά σημεία αναφοράς ρευστά και αβέβαια, η σχέση με το άγχος θανάτου καθημερινή, τότε είναι καθοριστική η σημασία μιας αποφασιστικής ηγεσίας που να ακολουθεί στο σωστό χρόνο τις εισηγήσεις των ειδικών. Ούτε πριν ούτε μετά. Διαφορετικά, η διάχυτη καχυποψία υπερβαίνει τις δυνατότητες του ψυχισμού να επεξεργαστεί τόσο μεγάλη εντροπία και ασάφεια.

Ο χώρος και ο χρόνος, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, ανατρέπονται, συγχέονται, δεν αποτελούν πια τα καθημερινά σημεία αναφοράς τα οποία λειτουργούν ως αυτο-ηρεμιστική διαδικασία, και ατομικά και συλλογικά.

Η μαζική έξοδος του κόσμου στους δρόμους την Παρασκευή φαίνεται ότι είναι δείκτης ισχυρής εκφόρτισης ενός συλλογικού άγχους και φόβου πριν από το κλείσιμο και μιας προσωρινής υπομανιακής ψυχικής κίνησης η οποία ενισχύει την αυταπάτη μιας δήθεν κανονικότητας. Όλα, έστω για μια μέρα, είναι όπως πριν

Η μεγάλη κίνηση στους δρόμους την παραμονή του lockdown τι δείχνει;

Η μαζική έξοδος φαίνεται ότι είναι δείκτης ισχυρής εκφόρτισης ενός συλλογικού άγχους και φόβου πριν από το κλείσιμο και μιας προσωρινής υπομανιακής ψυχικής κίνησης η οποία ενισχύει την αυταπάτη μιας δήθεν κανονικότητας. Όλα, έστω για μια μέρα, είναι όπως πριν. Θα λέγαμε ότι, στιγμιαία, είναι μια προσπάθεια επιφανειακής επούλωσης του συλλογικού τραύματος. Βέβαια, αυτή η συμπεριφορά δείχνει και έλλειμμα εμπιστοσύνης απέναντι στο σύστημα που υπαγορεύει τη συνθήκη εγκλεισμού.

Η πανδημία, σε τελική ανάλυση, ποιες επιπτώσεις έχει στην ψυχική υγεία;

Υπάρχουν πρόσφατες μελέτες, όπως η πανευρωπαϊκή COH-FIT η οποία διεξάγεται και στη χώρα μας με πρωτοβουλία της Β Ψυχιατρικής κλινικής του ΑΠΘ υπό τον καθηγητή ψυχιατρικής Β. Μποζίκα (το διάστημα από 26-4 έως τέλος Ιουνίου σε 7.467 άτομα, με διάμεση ηλικία αντρών τα 42 έτη και γυναικών τα 40).

Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της μελέτης υπό τον καθηγητή Μποζίκα δείχνουν εντυπωσιακή αύξηση των επιπέδων του στρες και στα δύο φύλα κατά 20 μονάδες τις τελευταίες δύο εβδομάδες συγκριτικά με το ανάλογο διάστημα πριν από την πανδημία. Υψηλότατα είναι τα ποσοστά του στρες στους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών (96,32%)

Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα δείχνουν εντυπωσιακή αύξηση των επιπέδων του στρες και στα δύο φύλα κατά 20 μονάδες τις τελευταίες δύο εβδομάδες συγκριτικά με το ανάλογο διάστημα πριν από την πανδημία. Υψηλότατα είναι τα ποσοστά του στρες στους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών (96,32%).

Άλλα ενδιαφέροντα ευρήματα αυτής της μελέτης είναι η αύξηση των επιπέδων της μοναξιάς του πληθυσμού με επιδείνωση που αγγίζει το 69,62%, με εντυπωσιακή αύξηση στα ηλικιωμένα άτομα (96,15%).

Επίσης, η αύξηση των επιπέδων του θυμού με επιδείνωση κατά 71% σε σύγκριση με το ανάλογο διάστημα πριν από την πανδημία. Υψηλότερα είναι τα επίπεδα θυμού στους νεαρούς ενήλικες και ακόμη περισσότερο στους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών.

Για να πούμε και κάτι αισιόδοξο, παρατηρήθηκε βελτίωση της κοινωνικά επωφελούς συμπεριφοράς (αλληλεγγύης) σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο.

Σημειώνεται, εξάλλου, ότι η αύξηση της χρήσης του ίντερνετ, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των ΜΜΕ άγγιξε το 84,7%.

Από διάφορες έρευνες στο εξωτερικό συγκλίνουν τα ευρήματα αύξησης του άγχους, της κατάθλιψης, της χρήσης ουσιών και της ενδοοικογενειακής βίας, αλλά επίσης της αυτοκτονικότητας των νέων.

Οι κοινωνικές ανισότητες, η εργασιακή ανασφάλεια, η φτωχοποίηση και η οικονομική δυσπραγία συνδέονται με την αύξηση του χρόνιου στρες το οποίο εγκαθίσταται σε προϋπάρχον έδαφος από την οικονομική κρίση.

Χρόνια νοσήματα όπως η υπέρταση, η παχυσαρκία, οι δυσλιπιδαιμίες, ο διαβήτης τύπου 2, τα αυτοάνοσα νοσήματα, το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και πόνου, οι διαταραχές διατροφής, οι σωματοποιήσεις του στρες μπορεί να συνδυάζονται με την προαναφερθείσα ψυχιατρική παθολογία. Κάποιες φορές συμπλέκονται με επικίνδυνες κα παραβατικές συμπεριφορές (επιθετικότητα, επικίνδυνη οδήγηση, αντικοινωνική συμπεριφορά). Όλα αυτά μαζί, στοιχεία μιας γενικότερης ψυχοσωματικής ευαλωτότητας, συνθέτουν την απαισιόδοξη πρόβλεψη έκλυσης μιας πανδημίας ψυχικής υγείας.

Τι να κάνουμε;

Στο πρώτο κύμα της πανδημίας αποδείχτηκαν σαν αποτελεσματικές στρατηγικές αυτά που όλοι ξέρουμε: Άσκηση, ελεγχόμενη χρήση διαδικτύου, χόμπι, άμεση κοινωνική επαφή με αποστάσεις, εργασία στο σπίτι, υπεύθυνη ενημέρωση και, κυρίως, ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης και της φροντίδας προς τον συνάνθρωπο.

Η υγειονομική κρίση σε συνδυασμό με την ισχυρή οικονομική στήριξη από την ΕΕ μας δίνει τη δυνατότητα να επανασχεδιάσουμε και να ενισχύσουμε το δημόσιο σύστημα υγείας δίνοντας έμφαση και σε στοχευμένες δράσεις ψυχικής υγείας

Η υγειονομική κρίση σε συνδυασμό με την ισχυρή οικονομική στήριξη από την ΕΕ μας δίνει τη δυνατότητα να επανασχεδιάσουμε και να ενισχύσουμε το δημόσιο σύστημα υγείας δίνοντας έμφαση και σε στοχευμένες δράσεις ψυχικής υγείας. Για παράδειγμα, ενίσχυση των ανεπαρκών κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας (κέντρα ψυχικής υγείας, κέντρα ημέρας, κινητές μονάδες αστικού και αγροτικού τύπου), δράσεις προαγωγής και αγωγής ψυχικής υγείας, ιδιαίτερα για παιδιά και εφήβους, στοχευμένες δράσεις με πρότυπο καλές πρακτικές της ΕΕ για αντιμετώπιση της κατάθλιψης και πρόληψη της αυτοκτονικότητας και, τέλος, συστηματική ψυχολογική στήριξη των λειτουργών του συστήματος υγείας. Έχουμε ήδη αργήσει πολύ.

Το βασικό πρόταγμα είναι η στρατηγικής της «whole society approach», όπως προτείνει και ο ΠΟΥ, δηλαδή της δημιουργίας ισχυρών κοινοτικών δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης.

Δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική ανάκαμψη χωρίς γενναία επένδυση στην υγεία, στην ψυχική υγεία και στην καινοτομία.

Συνέντευξη του Ρένου Παπαδόπουλου στον Στέλιο Στυλιανίδη (hspgp.gr)

Με τη συμμετοχή του Νίκου Γκιωνάκη (ψυχολόγος, Κέντρο Ημέρας ΒΑΒΕΛ)

O Ρένος Κ. Παπαδόπουλος, Ph.D. είναι Καθηγητής και Διευθυντής του ‘Κέντρου για το Τραύμα, το Άσυλο και τους Πρόσφυγες’, όπως επίσης και μέλος του ‘Κέντρου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα’, του ‘Δικτύου για το Μεταβατικό Δίκαιο’ και του ‘Kεντρικού Σημείου Ένοπλης Διαμάχης και Κρίσης’ τα οποία είναι τμήματα του Πανεπιστημίου του Εσεξ. Είναι επίσης Επίτιμος Κλινικός Ψυχολόγος και Συστημικός Οικογενειακός Θεραπευτής στην Κλινική Τάβιστοκ. Ασκεί το επάγγελμα του Κλινικού Ψυχολόγου, του Οικογενειακού Θεραπευτή και του Γιουνγκιανού Ψυχαναλυτή έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής του ζωής εκπαιδεύοντας και εποπτεύοντας αυτές τις ειδικότητες. Ως σύμβουλος στα Ενωμένα Έθνη, εργάζεται με πρόσφυγες, άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια και άλλους επιβιώσαντες πολιτικής βίας και καταστροφών σε πολλές χώρες. Ίδρυσε το πρώτο και το πιο μακράς διαρκείας μεταπτυχιακό πρόγραμμα για την Φροντίδα των Προσφύγων. Παραδίδει διαλέξεις και προσφέρει εκπαιδεύσεις εξειδίκευσης διεθνώς και το γραπτό του έργο υπάρχει σε δεκαέξι γλώσσες. Του έχουν πρόσφατα απονεμηθεί Βραβεία από την Ευρωπαϊκή Ένωση Οικογενειακής Θεραπείας για τo Eπίτευγμα ‘Moναδικής του συνεισφοράς στο πεδίο της Οικογενειακής Θεραπείας και Συστημικής Πρακτικής’, από το Πανεπιστήμιο του Έσεξ για την καλύτερη ‘Διεθνή Ερευνητική Επίδραση’, και από δυο Ιδρύματα του Μεξικού για την ‘εξαιρετική του εργασία με ευάλωτα παιδιά και οικογένειες στο Μεξικό’.

Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη εδώ.

Εικόνα νεαρής γυναίκας με μάσκα μπροστά από γκράφιτι της Μόνα Λίζα να φοράει μάσκα

Στέλιος Στυλιανίδης στο tvxs.gr: Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας

της Φωτεινής Λαμπρίδη

Στην πρόσφατη έρευνα της Palmos Analysis για το Speedy News, το 78% των πολιτών, φαίνεται να έχει αποφασίσει πως θα αποφεύγει τις κοινωνικές επαφές και μετά την κρίση της πανδημίας. Το πως επιδρά η πανδημία αλλά και τα μέτρα που πάρθηκαν στην κοινωνική μας συμπεριφορά, είναι κάτι που απασχολεί αρκετούς φιλοσόφους, όπως τον Ιταλό φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν που γράφει σε πρόσφατο άρθρο του: «Οι πρόσφατες δεκαετίες, στις οποίες κυριάρχησαν οι πολιτικές του φόβου, έχουν αφήσει το στίγμα τους. Αυτό μπορεί να το δει κανείς στο σημερινό φόβο της φυσικής επαφής, ή στα καχύποπτα βλέμματα που επιτηρούν την τήρηση της «απόστασης ασφαλείας» μεταξύ των ανθρώπων». Το tvxs.gr ζήτησε από τον Στέλιο Στυλιανίδη (καθηγητή κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρο – ψυχαναλυτή) να σχόλιασει τα αποτελέσματα της έρευνας.

«Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας η οποία τροφοδοτείται από τον εσωτερικευμένο φόβο και την αβεβαιότητα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του αυθορμητισμού και της αυθεντικότητας των διαπροσωπικών σχέσεων. Εάν παγιδευτούμε στις στατιστικές διακρίσεις (πχ συναναστροφή με Κινέζους ή Ιταλούς) μπορεί να διολισθήσουμε σε συμπεριφορές κοινωνικού ρατσισμού και διακρίσεων, λέει ενώ επισημαίνει επίσης ότι: «Οι διαφωνίες μεταξύ των λοιμωξιολόγων αγγίζουν λιγότερο την ιολογία και περισσότερο την πολιτική»

  • Ποια ήταν ο πρώτη σας σκέψη μετά την ανάγνωση της έρευνας της Palmos Analysis «οι Ελληνες και ο κορονοϊός»; 

Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι υπάρχει ένα δομικό ζήτημα ως προς την αξιοπιστία της απεικόνισης μιας τόσο πολύπλοκης πραγματικότητας. Είναι ίδια τα κυρίαρχα συναισθήματα εν μέσω πανδημίας μεταξύ μεσαίας ή ανώτερης τάξης και ατόμων που ξαναβρίσκονται σε συνθήκες ανεργίας, εργασιακής επισφάλειας, χρεών, φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού; Είναι ίδιες οι σκέψεις ατόμων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, όπως είναι οι ψυχικά ασθενείς, οι εξαρτημένοι, οι άστεγοι, άτομα με χρόνιο υποκείμενο νόσημα, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες; Πώς συνδέεται σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες η ατομική αγωνία, η έλλειψη προοπτικής και ελπίδας για το μέλλον με το φόβο της πανδημίας; Τι, άραγε, επικρατεί; Ο φόβος της νόσησης ή το βίωμα ενός γυμνού μέλλοντος; Θέλω να πω ότι οι κοινωνικές ανισότητες επηρεάζουν καθοριστικά τη στάση απέναντι στην υγειονομική κρίση και οι γενικεύσεις συσκοτίζουν αυτή την κρίσιμη παράμετρο. 

  • Σύμφωνα με την εμπειρία σας, είναι αντιπροσωπευτικό το υψηλό ποσοστό των πολιτών που σκοπεύουν να τηρήσουν τα μέτρα κοινωνικής απόστασης στο ορατό μέλλον; 

Σύμφωνα με την εμπειρία από άλλες μεγάλες σε έκταση και χρόνο επιδημίες εγκαθίσταται -μέσα σε ένα περιβάλλον φόβου και αγωνιώδους πρόληψης- ένας κοινωνικός αυτοματισμός: Το άγχος, οι καταθλιπτικές αντιδράσεις, το στρες, συμπτώματα που είναι κυρίαρχα και τεκμηριωμένα από έρευνες και σε άλλες πανδημίες, επιτείνουν την αγωνία νόσησης. Η εσωτερίκευση του φόβου μοιάζει να είναι καθολική και οδηγεί σε κοινωνικές συμπεριφορές όχι απλά της ενδεδειγμένης από τις δημόσιες αρχές προστασίας, αλλά κυριολεκτικά αποφυγής του άλλου, κάτι που αντιτίθεται στον ορθολογισμό. Από τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα ξέρουμε ότι πολλά κρούσματα είναι ασυμπτωματικά ή με πολύ ήπια συμπτώματα, 1/4 των ασθενών παρουσιάζουν μόνο γαστρεντερικά συμπτώματα (ναυτία, έμετο, διάρροια) και ένα άλλο μέρος παρουσιάζει τα γνωστά προβλήματα πυρετού και αναπνευστικής δυσχέρειας. Επίσης, ξέρουμε ότι τα διαγνωστικά τεστ αντισωμάτων έχουν μικρότερη από 65% αξιοπιστία. Έχοντας σαν δεδομένο ότι τα σημαντικά ερευνητικά κέντρα σε όλον τον πλανήτη, κάνουν μια κούρσα μέσα στο χρόνο για να παράγουν αποτελεσματικά αντιικά φάρμακα πριν από το εμβόλιο, η ερώτηση που τίθεται είναι πότε θα κολλήσουμε, όχι αν θα κολλήσουμε, και πότε θα εμφανιστεί η επόμενη πανδημία από άλλα στελέχη των κορονοϊών.  

Οι αντιφατικές εκτιμήσεις των ιολόγων και των επιδημιολόγων δείχνουν ότι ο σεβασμός στην επιστημονική μέθοδο οφείλει να είναι ένας σεβασμός στους χρόνους της, στις διαδικασίες της και στα ενδεχόμενα όριά της. Η βασική αντίφαση είναι μεταξύ μιας θέσης απόλυτης προστασίας, αυτό που ζούμε σήμερα στη χώρα μας, και μίας άλλης θέσης που παρουσιάζει τον ιό αυτό σαν σύνδρομο εποχικής γρίπης με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (ως προς την ταχύτητα και τον τρόπο μετάδοσης). Έτσι, και μέσα από την πολιτική διαχείριση του προβλήματος δημόσιας υγείας, οι διαφωνίες μεταξύ των λοιμωξιολόγων αγγίζουν λιγότερο την ιολογία, με την αυστηρή έννοια του όρου, και περισσότερο τις πολιτικές δημόσιας υγείας, την ανθεκτικότητα του συστήματος δημόσιας υγείας, τις αξίες και, σε τελευταία ανάλυση, την ίδια την πολιτική. Συμπερασματικά: Η αβεβαιότητα, το στίγμα και οι θεωρίες συνωμοσίας που συνδέονται με κάθε απρόβλεπτη φυσική καταστροφή οδηγούν στην μαζική εσωτερίκευση μιας πανδημίας φόβου με αποτέλεσμα αυτά τα υψηλά ποσοστά σε σχέση με τη διάθεση για κοινωνική αποστασιοποίηση. 

  • Γιατί απαντούν οι πολίτες με αυτόν τον τρόπο; Ποια είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα  και οι σκέψεις που καθορίζουν αυτή τη στάση; 

Όπως δείχνει η έρευνα, τα συναισθήματα της ανησυχίας, της ανασφάλειας και του φόβου είναι κυρίαρχα και υπερτερούν συντριπτικά της ελπίδας και της αισιοδοξίας. Η μεγιστοποίηση του φόβου ο οποίος προέρχεται από μια πραγματική απειλή συνδέεται άρρηκτα με την αναπαράσταση αυτής της απειλής μέσα μας, στον καθένα ξεχωριστά. Μέσα από τις αφηγήσεις ασθενών μου παρατηρώ μια διαρκή ταλάντωση μεταξύ ενός εσωτερικού καταδιώκτη, ενός αρχετυπικού φόβου ότι η ύπαρξή του θα αφανιστεί από αυτόν τον αόρατο εχθρό, και μια θέση μάχης απέναντι σε έναν εξωτερικό καταδιώκτη, τον ιό. Ο τρόπος που τα ΜΜΕ μεταδίδουν τον κίνδυνο διασποράς και νόσησης αγγίζει ένα κατώφλι πέραν του οποίου η ψυχική ζωή αρχίζει να γίνεται δυσλειτουργική. Έχει μεγάλη σημασία πώς από μια φάση ακραίας ετοιμότητας και εγρήγορσης μπορούμε να περάσουμε, μέσα από την ελαστικοποίηση των μέτρων, προς μια ενδυνάμωση της ατομικής ευθύνης χωρίς ποινολόγια και καταναγκασμούς. 

  • Γιατί οι πολίτες δείχνουν να θυσιάζουν την απόλαυση της κοινωνικής συναναστροφής τόσο μακροπρόθεσμα;

Ο τρόπος που η κοινωνία μας αντιδρά σ αυτή την πανδημία είναι αντιπροσωπευτικός της σχέσης της με την έννοια του ρίσκου/κινδύνου. Οι πολίτες ξέρουν από την επιστημονική αυθεντία και αποδέχονται ότι υπάρχουν ρίσκα που δεν μπορούμε να πάρουμε και είναι πρωτίστως αυτά που αφορούν την υγεία και τη ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ρίσκο: Να θέλουμε να προστατευθούμε από όλους τους πιθανούς κινδύνους – κάτι αδύνατο. 

Αν το ζητούμενο είναι να προβλέψουμε τα πάντα σχετικά με την υγεία μας, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια συνολική απορρύθμιση του συστήματος των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Σε σχέση με τον κορονοϊό, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η θνησιμότητα όσο η απίστευτη μεταδοτικότητα. Δεν έχει νόημα η σύγκριση με τα θύματα των τροχαίων ή μιας εποχικής γρίπης αλλά να λάβουμε υπόψιν τα αποτελέσματα μιας γεωμετρικής προόδου των κρουσμάτων. 

Αν δεν είχαν παρθεί έγκαιρα περιοριστικά μέτρα, οι επιπτώσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας, στις ευπαθείς ομάδες, στα ηλικιωμένα άτομα, θα ήταν μη προβλέψιμες όπως και οι οικονομικές παρενέργειες από ένα παρατεταμένο lockdown. Το πρόβλημα είναι ότι η αντιμετώπιση του υγειονομικού  κινδύνου μπορεί να φέρει οικονομική κατάρρευση. Με δεδομένες αυτές τις αντιφάσεις, η θυσία της απόλαυσης της κοινωνικής συναναστροφής ακόμη και μακροπρόθεσμα, είναι προτιμότερη από τη διαχείριση της αβεβαιότητας μέσα στην αβεβαιότητα (την οποία σηματοδοτεί η νόσηση σε συνδυασμό με την οικονομική αγωνία). 

  • Πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτή η καχυποψία και με ποιον τρόπο τη φύση των διαπροσωπικών μας σχέσεων, αλλά και τη σχέση του καθενός με αυτό που αποκαλούμε κοινωνικό σύνολο;

Φοβάμαι την εγκατάσταση μιας γενικευμένης καχυποψίας η οποία τροφοδοτείται από τον εσωτερικευμένο φόβο και την αβεβαιότητα. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του αυθορμητισμού και της αυθεντικότητας των διαπροσωπικών σχέσεων. Εάν παγιδευτούμε στις στατιστικές διακρίσεις (πχ συναναστροφή με Κινέζους ή Ιταλούς) μπορεί να διολισθήσουμε σε συμπεριφορές κοινωνικού ρατσισμού και διακρίσεων. 

  • Πόσο εύκολο είναι να γίνουμε περισσότερο χειραγωγήσιμοι από τις εξουσίες και να απεμπολήσουμε δικαιώματα; 

Ο περιορισμός ενός μεγάλου αριθμού δικαιωμάτων και ελευθεριών, θα πρέπει να αποτελέσει μια εξαιρετική συνθήκη με όσο το δυνατόν μικρότερη χρονική διάρκεια. Αυτή η εξαίρεση, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή, πρέπει να συνδέεται με την προστασία της ζωής των πολιτών και μόνο με αυτή. Οι παρεκκλίσεις τύπου Όρμπαν, θα πρέπει να καταδικαστούν εμπράκτως από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, στην αναζήτηση της βέλτιστης ισορροπίας μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειες.  Τα αυταρχικά καθεστώτα πάντα χρησιμοποιούν το φόβο για να χειραγωγήσουν τις μάζες και να παραβιάσουν τα ατομικά δικαιώματα μέσα από τη χρήση νέων τεχνολογιών. 

  • Μπορεί να προκύψει ο,τιδήποτε καλό από όλο αυτό που μας συμβαίνει; 

Έχει ήδη προκύψει: Πρώτον, η συνειδητοποίηση της διάψευσης της παντοδυναμίας του μετανεωτερικού ανθρώπου, μπορεί να οδηγήσει σε αναστοχασμό και επανανοηματοδότηση της ζωής μας. Δεύτερον, η συνειδητοποίηση της καταστροφής που μπορεί να φέρει στις κοινωνίες η οικολογική καταστροφή και η μεγιστοποίηση του κέρδους με κάθε μέσο ίσως να μας οδηγήσει σε περιορισμό του βιασμού της φύσης προς όφελος των αγορών. Τρίτον, η ανάδειξη της σημασίας της δημόσιας υγείας και ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους δίνει επιχειρήματα και κίνητρο στην Αριστερά για να επανασχεδιάσει – συγκροτημένα και όχι συνθηματολογικά – την πολιτική της ατζέντα ώστε να διευρύνει την επιρροή και την αξιοπιστία της. 

* Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, ψυχίατρος – ψυχαναλυτής

Πηγή: tvxs.gr

Picture of Claudio Laks Eizirik

Claudio Laks Eizirik: Κακός αλλά δημοκρατικός ο νέος κορωνοϊός (ATHENS VOICE)

Πηγή: ATHENS VOICE

Ο πρώην πρόεδρος της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης Claudio Laks Eizirik μίλησε στην ATHENS VOICE και περιγράφει τις αλλαγές που έφερε στη ζώη μας ο κορωνοϊός.

O Clαudio Laks Eizirik είναι ψυχαναλυτής στο Πόρτο Αλέγκρε στη Βραζιλία και πρώην πρόεδρος της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ενωσης (ΙΡΑ). Είχαμε κάνει μια συζήτηση για την ψυχανάλυση στον σύγχρονο κόσμο μέχρι που ξέσπασε η πανδημία και αναγκαστικά ξεκινήσαμε τη συζήτηση από την αρχή.

Ψυχαναλυτικά πώς θα περιγράφατε την αλλαγή που έφερε στη ζωή μας η πανδημία;
Η πανδημία Covid 19 είναι ένα τραύμα στο ναρκισσισμό και την αλαζονεία της ανθρωπότητας. Πιστεύαμε στη διαρκή πρόοδο της επιστήμης και στην απόλυτη ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε πολλών ειδών προκλήσεις. Αλλά κάποτε ο Φρόιντ μας είχε διδάξει ότι η φύση και το μεγαλείο της μπορεί να μας μικρύνει και να μας φέρει στο πραγματικό μας μέγεθος: Είμαστε ευάλωτα και απροστάτευτα πλάσματα που σπαταλάμε το χρόνο μας κυρίως σε διαμάχες και μάχες για εξουσία, χρήμα, δόξα, φήμη, όπως επίσης για την καταστροφή του κοινού μας σπιτιού, του πλανήτη μας, της Γης, των φυσικών της πόρων και της άγριας ζωής.

Αυτός ο τρομερός ιός είναι δημοκρατικός μέσα στο κακό που προκαλεί. Δεν ξεχωρίζει τα θύματά του ανάλογα με το φύλο, τη θρησκεία, την ηλικία, τον πλούτο ή τη φτώχεια, δεν ακολουθεί τις διχοτομήσεις με τις οποίες μας αρέσει να κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους.

Από τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη είμαστε μάρτυρες του καλύτερου και του χειρότερου στην ανθρώπινη φύση: από τη μια αλληλεγγύη, γενναιοδωρία, προσφορά, αφοσίωση στο λειτούργημά τους από τους επαγγελματίες του συστήματος υγείας. Από την άλλη ψέματα, απληστία, ανικανότητα ηγεσίας και συντονισμού των προσπαθειών, αγώνας για εξουσία. Αυτή η δεύτερη ομάδα αποτυχίας και πολύ συχνά εγκληματικής αμέλειας είναι η κοινή παράδοση εθνικών ηγεσιών σε πολλά μέρη του κόσμου, στις λεγόμενες δημοκρατίες ή σε δικτατορικά καθεστώτα, όπως για παράδειγμα η Κίνα.

Αφορά την ψυχανάλυση ο ιός;
Η ψυχανάλυση δείχνει αξιοσημείωτη αντίδραση στην πανδημία. Πρώτα-πρώτα ο βασικός της θεσμός, η Διεθνής Ψυχαναλυτική Ενωση (ΙΡΑ), προσφέρει ανοιχτές συζητήσεις και διαδικτυακά σεμινάρια, σε σχέση με τις βασικές συνέπειες της πανδημίας στον ψυχισμό αλλά επίσης για την πρακτική βοήθεια στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Έπειτα, σχεδόν σε όλες τις χώρες όπου υπάρχουν ενώσεις ψυχαναλυτών δραστηριοποιούνται ομάδες για να προσφέρουν συναισθηματική στήριξη στην κοινωνία και στους εργαζόμενους στο χώρο της ψυχικής υγείας.

Σε όλες τις χώρες, οι αναλυτές δεν σταματούν να βλέπουν τους ασθενείς τους, με συνεδρίες online, και με διαφορετικούς τρόπους για τη συνέχιση της θεραπείας. Σε όλες τις χώρες και τις περιοχές οι αναλυτές ακολουθούν προσεκτικά τις οδηγίες του ΠΟΥ παρά τις ισχυρές προσπάθειες να υποβαθμιστεί η ανάγκη της κοινωνικής απόστασης από  παράγοντες σε πολλούς τομείς της οικονομίας και μερικές δυσλειτουργικές κυβερνήσεις. 

Θα μάθουμε κάτι, όταν ο εφιάλτης τελειώσει, σχετικά με την ποιότητα της ζωής, τις υπηρεσίες υγείας και ενός καλύτερου τρόπου συνύπαρξης με τον εαυτό μας, με τους άλλους και με τη φύση; Ειλικρινά ελπίζω ότι η απάντηση θα είναι θετική ακολουθώντας τη συμβουλή του Φρόιντ να μη χάνουμε ποτέ την έλλογη αισιοδοξία. 

Γιατί είναι η ψυχανάλυση σημαντική στο σύγχρονο κόσμο;
Η ψυχανάλυση είναι πολύ σημαντική στο μοντέρνο κόσμο, επειδή μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πιο βαθιά γιατί και με ποιο τρόπο δουλεύει ο ανθρώπινος νους τόσο σε υγιείς όσο και σε παθολογικές καταστάσεις. Έτσι, η ψυχανάλυση προσφέρει μια συγκεκριμένη αντιμετώπιση των ψυχικών δυσκολιών, που τόσο η κλινική εμπειρία για περισσότερο από 100 χρόνια όσο και προσεκτικές σύγχρονες μελέτες δείχνουν πως έχει εκπληκτικά και δομικά αποτελέσματα στους ασθενείς μας. Όμως, η ψυχανάλυση είναι επίσης και ένα πολύτιμο εργαλείο για την κατανόηση των ομάδων και της μαζικής ψυχολογίας, έτσι είναι πολύ χρήσιμο να έχουμε μία ψυχολογική οπτική για το σύγχρονο κόσμο που ζούμε όπως και για τις προηγούμενες πολύπλοκες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις.

Γιατί είναι σημαντική η Διεθνής Ψυχαναλυτική Εταιρεία (IPA);
Η Διεθνής Ψυχαναλυτική Εταιρεία είναι η πιο σημαντική διεθνής ψυχαναλυτική εταιρεία, με περίπου 13.000 μέλη και 5.000 διδάσκοντες αναλυτές σε 56 χώρες σε όλες τις ηπείρους, επειδή ο κύριος στόχος μας είναι να προωθήσουμε και να παρακολουθούμε το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και πρακτικής των ψυχαναλυτών και να πιστοποιούμε αναλυτές που εργάζονται ακολουθώντας υψηλά δεοντολογικά κριτήρια. Η Δ.Ψ.Ε. διοργανώνει διεθνή συνέδρια κάθε δύο χρόνια, πολλές δραστηριότητες, εκδόσεις, ένα πολύ ενεργό website και δημιουργεί ένα αναπτυσσόμενο πρόγραμμα, γνωστό ως ψυχανάλυση στην κοινότητα.

Πώς μπορεί η ψυχανάλυση να συνεισφέρει στην κατανόηση της βίας στη μετα-νεωτερική κοινωνία;
Η βία δεν είναι κάτι καινούργιο στις μέρες μας. Στην πραγματικότητα, από την αρχαία εποχή, όταν για παράδειγμα παρατηρούμε την ελληνική ιστορία και την μυθολογία, τη Βίβλο, ή το Κοράνι, η βασική σύγκρουση μεταξύ ενορμήσεων ζωής και θανάτου στο ασυνείδητο μας και στην εξωτερική πραγματικότητα είναι πάντα παρούσα. Ίσως στην μεταμοντέρνα κοινωνία γινόμαστε μάρτυρες μιας αυξανόμενης κυριαρχίας της εικόνας επί των ιδεών, της δράσης επί των σκέψεων, και μια μανιώδη αναζήτηση γρήγορης ευχαρίστησης, απαντήσεων και βελτίωσης. Όταν επέρχεται η ματαίωση, τότε η βία μπορεί να ξεσπάσει. Η παγκοσμιοποίηση, η πιθανότητα να έχει κανείς απαντήσεις και φαινομενική ευχαρίστηση σε πραγματικό χρόνο μπορούν επίσης να παρακινήσουν τη βία. Οι οικονομικές δυσκολίες, όπως επίσης και υπερβολικός – χωρίς όρια – πλούτος, μπορούν επίσης να παρακινήσουν τη βία. Η ατιμωρησία των διεφθαρμένων ή δικτατορικών ηγετών ή των πολιτικών μπορεί επίσης να αφυπνίσει ένα συναίσθημα πως όλα είναι πιθανά. Η απουσία μίας δημοκρατικής δομής και νόμων που θα εφαρμόζονται για όλους μπορεί επίσης να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Αυτές είναι κάποιες υποθέσεις να σκεφτεί κανείς σχετικά με αυτό το πολύπλοκο θέμα.

Πώς μπορεί η ψυχανάλυση να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τη σύγχρονη άνοδο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας; Πώς την αγγίζει το προσφυγικό ζήτημα;
Το βασικό φαινόμενο είναι η προβολή, που σημαίνει ότι κάποιοι ή πολλοί άνθρωποι προβάλλουν τα δικά τους βαθύτερα αρνητικά συναισθήματα, όπως ο θυμός, ο φθόνος, η ζήλεια, σε άλλους ανθρώπους, οι οποίοι φαίνονται επικίνδυνοι, βρώμικοι, εχθροί, και έτσι πρέπει να κρατηθούν έξω από τη γη, την πόλη ή τη γειτονιά. Το απαρτχάιντ, το ολοκαύτωμα και κάθε είδους ξενοφοβία αποτελούν παραδείγματα. Όπως πολύ ξεκάθαρα έχουν δείξει η Hanna Arendt και ο σπουδαίος αναλυτής André Green αυτές οι εκφράσεις της ανθρώπινης κακίας βασίζονται στην απανθρωποποίηση (dehumanize) του άλλου, του διαφορετικού. Οι Ναζί και άλλοι όμοιοι φανατικοί θεωρούσαν τους Εβραίους, τους μαύρους, τους Ρομά, τους ομοφυλόφιλους μη ανθρώπινα πλάσματα. Κάποιοι άνθρωποι βλέπουν και τους σύγχρονους πρόσφυγες με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν επίσης και οικονομικοί παράγοντες. Ο Φρόιντ έδειξε, στο κείμενο του για το Ανοίκειο, ότι το διαφορετικό, το παράξενο, οτιδήποτε φοβόμαστε, είναι στην πραγματικότητα κάτι που μας ήταν γνώριμο στο παρελθόν, το οποίο είχε απωθηθεί ή ξεχαστεί και τώρα πια μας τρομάζει σαν να ήταν κάτι νέο και τρομακτικό. Αυτό που φοβόμαστε, στην πραγματικότητα, είναι οι δικές μας φαντασιώσεις, οι ευχές, επιθετικές και σεξουαλικές, τις οποίες αποδίδουμε σε άλλους ξένους ανθρώπους. Αυτός είναι ένας λόγος, που η ψυχανάλυση μας διδάσκει πόσο σημαντικό είναι να ακούς τον άλλον.

Πρόσφατα έχετε γράψει ένα βιβλίο σχετικά με τη σχέση ανάμεσα στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση. Ως επαγγελματίας και στα δύο αυτά πεδία, πώς εξηγείτε την αντίσταση που δείχνει η σύγχρονη ψυχιατρική, η οποία εστιάζει στην ερευνητικά-τεκμηριωμένη (evidence-based) φαρμακευτική αγωγή και στο βιοϊατρικό μοντέλο, εναντίον της διεύρυνσής της μέσα από την ψυχαναλυτική οπτική;
Εξαρτάται από τη χώρα ή από την περιοχή, αλλά στην πραγματικότητα πολλοί ψυχίατροι, κατά μία έννοια, εξιδανικεύοντας τον νου, κατά κάποιο τρόπο έχασαν το μυαλό τους, αν μου επιτρέπεται να το πω αυτό. Πολλοί ασθενείς, ακόμα κι εκείνοι με τις πιο σοβαρές ψυχικές διαταραχές, χρειάζονται κάποιου είδους ψυχοθεραπεία, ακόμα και ψυχανάλυση, σε κάποιες περιπτώσεις. Η εμπειρικά αποδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή ήταν ένα μεγάλο επίτευγμα, αλλά από την περίοδο του Ιπποκράτη γνωρίζουμε ότι η φαρμακευτική αγωγή ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα είναι μία ακριβής επιστήμη. Παρεμπιπτόντως, ακόμα και οι μεγαλύτεροι επιστήμονες, και έχω κάποιους στο μυαλό, που γνωρίζω καλά, είναι πολύ προσεκτικοί στα συμπεράσματά τους. Έτσι, στο βιβλίο μας, προτείνουμε μια κριτική αξιολόγηση και των δύο τομέων, και αναστόχαζόμαστε τόσο πάνω στα επιτεύγματα μας όσο και στους περιορισμούς. Αυτό που χρειάζονται και ζητούν οι ασθενείς μας είναι να εργαζόμαστε με έναν όσο το δυνατόν συνθετικό και συνεργατικό τρόπο.

Σε μία περίοδο, όπου οι ανισότητες και η κοινωνική αδικία είναι βασικοί παράγοντες της κοινωνικής πραγματικότητας, είναι η ψυχανάλυση μια υπηρεσία που απευθύνεται στην ελίτ, σε εκείνους που έχουν την άνεση να την πληρώσουν;
Αυτή είναι μία άδικη θεώρηση της πραγματικότητας της εργασίας μας. Σε όλο τον κόσμο, οι ψυχαναλυτικές εταιρείες έχουν ψυχανάλυση χαμηλού κόστους, που επιτρέπουν σε ανθρώπους που δεν μπορούν να πληρώσουν το σύνηθες αντίτιμο, να κάνουν ανάλυση. Αλλά επίσης δεν είναι αλήθεια ότι οι αναλυτές βλέπουν ανθρώπους που προέρχονται από μια οικονομική ή κοινωνική ελίτ. Βλέπουμε πολλούς διαφορετικούς ασθενείς, κάθε είδους επαγγέλματος και από διάφορες κοινωνικές τάξεις, και δεν είναι καθόλου σπάνιο να μειώνουμε ή να προσαρμόζουμε τις τιμές. Υπάρχει επίσης, μία νέα τάση ανάμεσα στους ψυχαναλυτές, να εργάζονται έξω από την ιδιωτική πρακτική, διδάσκοντας, εποπτεύοντας την εργασία νεότερων συναδέλφων οι οποίοι έχουν ασθενείς σε ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, δουλεύοντας σε σχολεία για παιδιά και εφήβους, ακούγοντας αναλυτικά ανθρώπους που υπέφεραν από τραυματικά γεγονότα, όπως οι πρόσφυγες και όσοι είναι θύματα φυσικών καταστροφών, και πολλά άλλα. Κοντολογίς, η ψυχανάλυση είναι ενεργή και παράγει έργο στην κοινότητα τόσο με την εργασία μας όσο και με όλα αυτά τα σενάρια, που ανέφερα ανάμεσα σε τόσα άλλα.

Εικόνα ιατρών με ειδικές στολές σε ΜΕΘ

“Η ανατομία του εγκλήματος στη Λομβαρδία”, του Στέλιου Στυλιανίδη (tvxs.gr)

Bασισμένο σε ντοκουμέντα και εμπιστευτικές  συζητήσεις με κορυφαίους Ιταλούς καθηγητές, το κείμενο του ψυχίατρου-ψυχαναλυτή κ. Στυλιανίδη, καθηγητή κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο, αναλύει τον καταστροφικό ρόλο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών απορύθμισης  του συστήματος δημόσιας υγείας, σε όφελος των ιδιωτικών συμφερόντων. Το αποτέλεσμα ήταν η  εκατόμβη των θυμάτων, σε μία από τις πλούσιες περιοχές της Ευρώπης.

Η Λέγκα του Βορρά με τις συμμαχικές της δυνάμεις της ακροδεξιάς και της κεντροδεξιάς έχει την ευθύνη της διακυβέρνησης στην περιφέρεια της Λομβαρδίας από τον Φεβρουάριο του 2013. Το 2018 κατέκτησε την πλειοψηφία της τοπικής διακυβέρνησης με ποσοστό 49,75% (Λέγκα του Βορρά και σύμμαχοι) με το Δημοκρατικό Κόμμα να φτάνει σε ποσοστό 19,28% και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στο 17,8%.

Σύμφωνα με το ιταλικό Σύνταγμα οι τοπικές κυβερνήσεις των περιφερειών (regione) έχουν την ευθύνη της συνολικής διακυβέρνησης της περιφέρειας, επομένως και του τομέα δημόσιας υγείας.

Η Λομβαρδία έχει πληθυσμό περίπου όσο η Ελλάδα: Με στοιχεία 31/12/2018 10.060.574 κάτοικοι ζουν σε μια από τις πλουσιότερες περιοχές της Ευρώπης. Επομένως, τα επιδημιολογικά δεδομένα και στοιχεία της λειτουργίας του δημόσιου συστήματος υγείας μπορεί να είναι συγκρίσιμα, υπό προϋποθέσεις, με αυτά που ισχύουν στη δική μας χώρα.

Σχηματικά θα αναφερθούμε στις όψεις της διαχείρισης της κρίσης του Covid-19 στην περισσότερο πληγείσα περιοχή της Ευρώπης. 

1.   Το κόστος της πανδημίας με έναν δυσανάλογο τρόπο επιβάρυνε τα ηλικιωμένα άτομα. Συγκεκριμένα, στο 22% του πληθυσμού που υπερβαίνει τα 65 χρόνια ανήκει το 56% του συνολικού αριθμού των κρουσμάτων, ενώ μεταξύ των νεκρών το 87% είναι άνω των 70 ετών και μόνο το 2% είναι κάτω των 65 ετών. Πολλά από αυτά τα ηλικιωμένα άτομα δεν είναι ευάλωτα μόνο γιατί είχαν υποκείμενες χρόνιες νόσους, αλλά επίσης γιατί ζουν μόνα τους σε συνθήκες κοινωνικά απαράδεκτες, χωρίς βοήθεια στο σπίτι και πρωτοβάθμια φροντίδα ή σε οίκους ευγηρίας.

Απέναντι στις ανάγκες αυτής της μερίδας του πληθυσμού το δημόσιο σύστημα υγείας στην περιφέρεια της Λομβαρδίας, κατακερματισμένο, επικεντρωμένο μόνο στις εξειδικευμένες επεμβάσεις, εξαιρετικά φτωχό σε κοινοτικούς πόρους υγείας, μη συνδεδεμένο με τις κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων και κοινοτήτων, κατάφερε να απαντήσει μόνο σε συνθήκες επείγουσες, επιλέγοντας λόγω του πληθωρισμού των αιτημάτων στις μονάδες εντατικής θεραπείας, ανάλογα με το προσδόκιμο επιβίωσης του κάθε ασθενούς.

2.   Το βάρος της επείγουσας ιατρικής βοήθειας στην αρχική φάση έπεσε  στο δημόσιο νοσοκομειακό δίκτυο. Το ιδιωτικό νοσοκομειακό δίκτυο, παρά την τεράστια ανάπτυξή του κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Λέγκα, και παρά την απορρόφηση σημαντικών πόρων της περιφέρειας μέσα από συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, κλήθηκε από την τοπική κυβέρνηση να συμβάλει με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς συντονισμό και συγκεκριμένο ρόλο.

Όλα αυτά τα χρόνια διακυβέρνησης της Λέγκα, ακόμη και αν θεωρητικά ο ιδιωτικός τομέας συντονιζόταν από τις διοικήσεις των δημόσιων νοσοκομείων στο πλαίσιο ενός δήθεν συνεχούς συστήματος ενδο/εξωνοσοκομειακής φροντίδας, οι ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας δομήθηκαν με τρόπο αυτόνομο, εξυπηρετώντας εκείνες τις υγειονομικές ανάγκες του πληθυσμού από τις οποίες μπορούσαν να αποκομίσουν το μεγαλύτερο κέρδος και φυσικά όχι σε σχέση με τις επιδημιολογικά τεκμηριωμένες ανάγκες δημόσιας υγείας της περιφέρειας. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι οι ιδιωτικές κλίνες για μεταδοτικές νόσους (λοιμώξεις) αντιπροσωπεύουν μόνο το 6% του συνόλου των ιδιωτικών κλινών και οι κλίνες των πνευμονολογικών ασθενειών μόνο το 7% σε σύγκριση με το 74% των κλινών για επείγουσες επεμβάσεις και θέσεων φυσικής αποκατάστασης.

Είναι σαφές ότι αυτό το 74% αντιπροσωπεύει τον πλέον προσοδοφόρο τομέα των υπηρεσιών υγείας, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. Κατά συνέπεια, τη στιγμή της υγειονομικής κρίσης, και παρά τις όψιμες εκκλήσεις του προέδρου της τοπικής κυβέρνησης, η συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα δεν καθοριζόταν από μια θεσμική συνθήκη, αλλά από την ανύπαρκτη καλή του θέληση.

3.   Το προσωπικό των δημόσιων νοσοκομείων, στην πρώτη γραμμή της μάχης, πλήρωσε ένα τεράστιο προσωπικό κόστος (νεκροί, κρούσματα, βαριά νοσούντες) και ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο τη μείωση κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας των νοσοκομειακών κλινών σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές περιφέρειες, συγκρίσιμες με τη Λομβαρδία.

Όσον αφορά τις κλίνες ΜΕΘ, ο ανεπαρκής αριθμός των 850 κλινών αποδείχθηκε ήδη ανεπαρκής εδώ και δύο χρόνια, τη στιγμή της κορύφωσης της εποχικής γρίπης, η οποία ανέδειξε τα σοβαρά κενά της επείγουσας περίθαλψης. Η μείωση των κλινών ΜΕΘ, την οποία αποφάσισε η Λέγκα, αυτονόητα συνοδεύτηκε από μείωση προσωπικού, τεχνολογικών μέσων και πόρων υποδομής, απαραίτητων για να λειτουργήσει αποτελεσματικά ο δημόσιος τομέας των ΜΕΘ.

4.   Εάν άλλο αναδυόμενο πρόβλημα ήταν αυτό των προγραμματισμένων χειρουργικών επεμβάσεων, λόγω της επείγουσας μείωσης των διαθέσιμων χειρουργικών κλινών οι οποίες διατέθηκαν στα νοσοκομεία αναφοράς για τον Covid-19. Σε αυτή την κρίσιμη κατάσταση, όταν η τοπική κυβέρνηση έκανε έκκληση για την συμβολή του ιδιωτικού τομέα υγείας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα επείγοντα χειρουργικά περιστατικά (κυρίως ογκολογικά), αυτός προγραμμάτισε τις επεμβάσεις σε συνάρτηση με εκείνες τις παθολογίες που ήταν περισσότερο συμφέρουσες σε επίπεδο κέρδους. Αυτός ο “προγραμματισμός” έγινε με τρόπο εντελώς αδιαφανή, χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη λογοδοσία στις θεσμικές υπηρεσίες διοίκησης υγείας της περιφέρειας.

5.   Ο τομέας της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΠΦΥ) δεν μπόρεσε να έχει αποφασιστική συμβολή, σαν ένα ισχυρό φίλτρο ροής των περιστατικών προς τα νοσοκομεία. Και σ αυτόν τον τομέα αναδείχτηκε με εμφατικό τρόπο η απομόνωση από το σύστημα των γιατρών γενικής ιατρικής, η έλλειψη μέσων, η μη σύνδεση με τις νοσοκομειακές δομές και τα εξωτερικά ιατρεία τους στην επιλογή των περιστατικών, η δραματική έλλειψη μέσων προστασίας των λειτουργών της ΠΦΥ στην υποδοχή των περιστατικών.

Επίσης, τα ελλείμματα συνέργειας και συνεργασίας που είχαν ήδη επισημανθεί στο παρελθόν από υγειονομικούς μεταξύ τοπικής αυτοδιοίκησης, φροντίδας στο σπίτι, κέντρων πρόληψης και διασύνδεσης κοινωνικών υπηρεσιών και υπηρεσιών υγείας έγιναν αντιληπτά μεταξύ άλλων και με το πογκρόμ στους οίκους ευγηρίας, όπου προσεβλήθη το 20% των ηλικιωμένων.

6.   Το έλλειμμα συνεργασίας μεταξύ των δήμων/κοινοτήτων και των υπηρεσιών ΠΦΥ προκειμένου να δημιουργηθεί ένα δίκτυο φροντίδας για τα περιστατικά που δεν ήταν σε οξεία φάση, όπως επίσης η μείωση της διασποράς του ιού από τους ασυμπτώματικούς φορείς, δεν στάθηκε δυνατή, λόγω των κενών στην οργάνωση των υπηρεσιών.

7.   Η επείγουσα πρόσληψη προσωπικού προκειμένου να καλυφθούν τα κενά ανατέθηκε στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς τον καθορισμό κριτήριων πρόσληψης όπως αυτά έχουν θεσπιστεί από τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας.

8.   Τα κενά και οι αβεβαιότητες που προέκυψαν στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης από τις περιφέρειες, ιδιαίτερα όμως της Λομβαρδίας, ο φτωχός συντονισμός, η ελλειμματικότητα στην εφαρμογή επιχειρησιακών μοντέλων παρέμβασης, ανέδειξαν με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η αποκέντρωση χωρίς κανόνες, αρχές και όρια δεν είναι μόνο πηγή ανισοτήτων αλλά και σοβαρής αναποτελεσματικότητας.

Για όλους αυτούς τους λόγους η συλλογικότητα “Μιλάνο 2030”, στην οποία συμμετέχουν προσωπικότητες όπως ο καθηγητής Αντζελο Μπαρμπάτο  και  αποτελείται από ένα δίκτυο σωματείων, συλλόγων, κομμάτων και πολιτικών κινήσεων της Αριστεράς, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, επέλεξαν να συμπράξουν σε μια πολιτική πρωτοβουλία η οποία δεν έχει ιστορικό προηγούμενο: Να ζητήσουν επίσημα από την κεντρική κυβέρνηση την άμεση αφαίρεση αρμοδιοτήτων στη δημόσια υγεία από την τοπική κυβέρνηση της Λομβαρδίας και την ανάθεση σε έναν επίτροπο (Commissario ad acta) της ευθύνης της πολιτικής διαχείρισης. Αυτή η πρωτοβουλία που έχει σαν στόχο την αντιμετώπιση της φοβερής κρίσης και την προστασία της δημόσιας υγείας βασίζεται στην εφαρμογή του άρθρου 32 του ιταλικού συντάγματος.

9.   Από την Λομβαρδία δεν έχουμε μόνο να διδαχτούμε τη σημασία των έγκαιρων περιοριστικών μέτρων πρόληψης, όπως ευρέως λέγεται, αλλά και κάτι ακόμη που δεν λέγεται: Ότι η ισχύς και η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος δημόσιας υγείας είναι ένα ζήτημα βαθιά ιδεολογικό, πολιτικό, αξιακό και, τελικά, ηθικό. Η νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία των συμπράξεων ιδιωτικού-δημόσιου, χωρίς πλαίσιο, αρχές και κανόνες, μπορεί να αποβεί καταστροφική για τη δημόσια υγεία. Συνέβη στην πλούσια Λομβαρδία. 

Πηγή: tvxs.gr

Στ. Στυλιανίδης στο iEidiseis: Οι συνέπειες στην ψυχική υγεία θα αξιολογηθούν σε ορίζοντα τριετίας

του Βασίλη Σκουρή

«Οι συνθήκες απομόνωσης μπορεί να ευνοούν την ενδοοικογενειακή βία και ενδέχεται να υπάρξει περαιτέρω αύξηση της επιθετικότητας εφόσον αυστηροποιηθούν τα μέτρα περιορισμού», προειδοποιεί ο καθηγητής του Παντείου Στέλιος Στυλιανίδης. Η ρηξικέλευθη πρόταση να προστεθεί εκπρόσωπος των νοσοκομειακών ιατρών στην καθημερινή ενημέρωση με τον Σωτ. Τσιόδρα.

Σαφή προειδοποίηση για τις επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει τυχόν αυστηροποίηση των μέτρων περιορισμού απευθύνει με συνέντευξή του στο iEidiseis ο Στέλιος Στυλιανίδης.

«Οι συνθήκες απομόνωσης μπορεί να ευνοούν την ενδοοικογενειακή βία και ενδέχεται να υπάρξει περαιτέρω αύξηση της επιθετικότητας εφόσον αυστηροποιηθούν τα μέτρα περιορισμού», επισημαίνει ο καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και εκ των κορυφαίων ψυχιάτρων-ψυχαναλυτών, ομαδικός αναλυτής, ενώ απευθύνει και μια ρηξικέλευθη πρόταση για την ενίσχυση της ενημέρωσης του Σωτήρη Τσιόδρα.

Ο Στέλιος Στυλιανίδης τονίζει μεταξύ άλλων στο iEidiseis:

ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΕΥΑΛΛΩΤΟΙ: «Ας μην ξεχνάμε ότι ο κορονοϊός μπορεί να προσβάλει αδιάκριτα όλες τις κοινωνικές τάξεις αλλά οι επιπτώσεις ψυχικής υγείας δεν είναι ίδιες για όλους. Τα ηλικιωμένα και τα μοναχικά άτομα, οι ευπαθείς ομάδες, οι άστεγοι, οι εξαρτημένοι, οι ασθενείς με χρόνια νοσήματα, έχουν χαμηλότερο επίπεδο ψυχικής ανθεκτικότητας και επομένως μπορούν να παρουσιάσουν πιο εύκολα ψυχιατρικά προβλήματα».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΟΤΙΜΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ, ΤΟ ΚΟΛΥΜΠΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΔΙΚΙΑ ΤΩΝ ΤΕΣΤ: «κάθε μέτρο απαγόρευσης για να εσωτερικευθεί και να ενεργοποιήσει την προσωπική ευθύνη κάθε πολίτη θα πρέπει να νοηματοδοτηθεί και να τεκμηριωθεί επαρκώς προκειμένου να θωρακιστεί συλλογικά η προστασία της δημόσιας υγείας. Οι πολίτες πρέπει να πειστούν ότι τα μέτρα έχουν νόημα, έχουν καθολική και ισότιμη εφαρμογή και δεν υπάρχουν διακρίσεις. Για παράδειγμα, η γενική απαγόρευση του κολυμπιού ήταν ένα παράλογο μέτρο και γι αυτό διορθώθηκε μερικώς μετά την κατακραυγή. Είναι άδικο να κάνει διαγνωστικό τεστ στον ιδιωτικό τομέα όποιος έχει την οικονομική δυνατότητα (με κόστος από 160 έως 300 ευρώ) και οι υπόλοιποι να καλούνται να μείνουν σπίτι όταν τα σύμπτώματά τους δεν είναι πολύ σοβαρά και για μια αβέβαιη περίοδο».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΑΣΙΑΚΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ: «Υπάρχει σαφής επιστημονική τεκμηρίωση ότι η ανεργία, η οικονομική δυσπραγία, η επισφάλεια και ιδιαίτερα τα χρέη επιδρούν αρνητικά στην ψυχική υγεία και ιδιαίτερα στην παρατηρούμενη αύξηση της κατάθλιψης. Πρέπει να αναλογιστούμε ότι σε συνθήκες κρίσης και για όσους εργάζονται, υπάρχει αύξηση της ανασφάλειας και της πίεσης, ενώ πολλοί χάνουν την κοινωνική τους θέση και την ταυτότητά τους με την απώλεια της εργασίας τους. Το καινοφανές σε αυτό που ζούμε είναι ότι η μια κρίση διαδέχεται την άλλη: Από τα χρόνια του μνημονίου καταλήγουμε στην καραντίνα με προβλέψεις για βαθύτατη ύφεση χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα ανάκαμψης. Αυτό δημιουργεί μια τεράστια επισφάλεια για το σχέδιο ζωής καθενός και ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων».

ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ: «Η παρούσα κρίση θέτει επιτακτικά το συνολικό πρόβλημα της αναδιοργάνωσης, επανασχεδιασμού και ισχυρής χρηματοδότησης του συστήματος δημόσιας υγείας στη χώρα μας. Το τρομακτικό έλλειμμα σε κλίνες ΜΕΘ, σε εξειδικευμένο προσωπικό, σε εργαστηριακές εξετάσεις αποτελεί σοβαρή απειλή για την ανθεκτικότητα του δημόσιου συστήματος υγείας. Το αντιπαράδειγμα της Λομβαρδίας, με τις συστηματικές περικοπές σε πόρους και προσωπικό του δημόσιου συστήματος υγείας, την κατάρρευση εκεί της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και τις “επιλεκτικές” συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, πρέπει να μας διδάξει πολλά για την επόμενη μέρα. Είναι σημαντικό να μην φύγουμε από την κουλτούρα του επείγοντος και να επανασχεδιάσουμε το ΕΣΥ με σύγχρονους όρους μάνατζμεντ, αποδοτικότητας και, επιτέλους, αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών στις αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού ιδιαίτερα σε συνθήκες μελλοντικής ύφεσης(…) Η επιβράβευση των “ηρώων με τις άσπρες και τις πράσινες μπλούζες” δεν μπορεί να είναι ευκαιριακή αλλά προϋποθέτει γενναία χρηματοδότηση της δημόσιας υγείας και των αμοιβών των λειτουργών της».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ: «Οι συνέπειες στην ψυχική υγεία θα αξιολογηθούν και κλινικά και ερευνητικά, όχι βραχρυπρόθεσμα, αλλά σε ορίζοντα από ένα έως τρία χρόνια. Μετά την πρώτη αντίδραση υψηλού stress, η οποία οδήγησε σε συμπεριφορές αλληλεγγύης, ηρωισμού για τους λειτουργούς υγείας και σε κάποιες περιπτώσεις κοινοτικής συνοχής και υπευθυνοποίησης, είναι πιθανό να παρατηρήσουμε μεσοπρόθεσμα αισθήματα απογοήτευσης, επεξεργασίας πένθους, ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πριν, επανεργοποίηση παλιών τραυματικών συμβάντων και αναμνήσεων που συνδέονται με την πανδημία».

ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΟΜΑΔΕΣ «ΕΠΙΖΩΝΤΩΝ» ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ: «Σχηματικά θα λέγαμε ότι υπάρχουν τρεις τύποι “επιζώντων” στο πεδίο:

  • Μια πλειοψηφία ατόμων που κατάφεραν να υπερβούν το συλλογικό αυτό τραύμα με θετικές αντιδράσεις και ενίσχυση της ανθεκτικότητάς τους.
  • Μια άλλη κατηγορία ατόμων η οποία παρουσίασε ήπιες αντιδράσεις δυσφορίας (γνωστικές, συναισθηματικές, βιολογικές, κοινωνικές).
  • Μια τρίτη, μικρότερη, κοινωνική ομάδα η οποία μπορεί να παρουσιάσει σοβαρές βλάβες μέχρι ανικανότητα (πχ κατάθλιψη, απάθεια, αυτοκτονικότητα, απελπισία, σύγχυση, μειωμένη γνωστική ικανότητα, διαταραχή μετατραυματικού στρες, μόνιμους ψυχαναγκασμούς για τον περιορισμό πιθανής μόλυνσης, παρορμητικότητα, “αυτοθεραπεία” με αλκοόλ, ουσίες, κατάχρηση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων, ακόμη και σοβαρές ψυχοσωματικές αντιδράσεις).

Η δεύτερη και ιδιαίτερα η τρίτη ομάδα πρέπει να τύχει αναγνώρισης, αξιολόγησης και παρακολούθησης αυτών των ψυχολογικών διαταραχών. Η δε τρίτη ομάδα, πέρα από τη συστηματική αξιολόγηση, θα πρέπει να τύχει και εξειδικευμένης ψυχοκοινωνικής στήριξης».

ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ: «Πέρα από τις δράσεις για την ψυχοκοινωνική στήριξη των ατόμων με διαγνωσμένα προβλήματα ψυχικής υγείας, των ηλικιωμένα, των ατόμων με αναπηρίες και χρόνιες ασθένειες, τα οποία καθίστανται ιδιαίτερα ευάλωτα σε μια τέτοια συγκυρία, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον προσφυγικό πληθυσμό. Μιλάμε για ευπαθείς ομάδες οι οποίες έχασαν απότομα την πρόσβαση σε βασικά αγαθά όπως τρόφιμα, φαρμακευτική αγωγή, πληροφόρηση. Είναι γνωστό ότι οι προσφυγικοί καταυλισμοί τύπου Μόριας αποτελούν εκτός των άλλων και υγειονομικές ωρολογιακές βόμβες».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΗ ΤΣΙΟΔΡΑ: «Θα πρέπει στην καθημερινή ενημέρωση να παίρνουν μέρος εκπρόσωποι των νοσοκομειακών γιατρών για να αναδεικνύουν τα προβλήματα των νοσοκομείων και το υπουργείο Υγείας να υποχρεώνεται να δώσει άμεσα απαντήσεις. Επίσης, θα πρέπει να συμπεριληφθεί στην ενημέρωση η αντιμετώπιση των προβλημάτων στους προσφυγικούς καταυλισμούς, η διαδικασία προμήθειας διαγνωστικών τεστ σε ευρύτατη κλίμακα σύμφωνα με την οδηγία του ΠΟΥ και, τέλος, η προβολή ιστορικών ανάκαμψης ανθρώπων που προσβλήθηκαν από τον Covid-19 και ανάρρωσαν».

stylianidis12

Αναλυτικά η συνέντευξη του Στέλιου Στυλιανίδη έχει ως εξής:

Τελικά κ. Στυλιανίδη τι θα αφήσει πίσω της η κρίση του κορονοϊού στην ψυχική υγεία;

Η κρίση αυτή αποτελεί ένα συλλογικό ψυχικό τραύμα, η επεξεργασία του οποίου θα είναι διαφορετική σε ατομικό, κοινωνικό και πλανητικό επίπεδο. Με την έναρξη της πανδημίας, περάσαμε από τη φάση της αρχικής διάψευσης-άρνησης, ελαχιστοποίησης της επικινδυνότητας της επιδημίας στην απόλυτη επαγρύπνηση, η οποία σηματοδοτήθηκε με αυστηρά μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας. Αυτή η παγκόσμια επαγρύπνηση άγγιξε ορισμένες φορές τα όρια του συλλογικού φόβου, του ακραίου πανικού και στιγματισμού συμπολιτών μας, ακόμη και αποκλεισμό λειτουργών υγείας και από τους οικείους τους επειδή βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή.

Οι συνέπειες στην ψυχική υγεία θα αξιολογηθούν και κλινικά και ερευνητικά, όχι βραχρυπρόθεσμα, αλλά σε ορίζοντα από ένα έως τρία χρόνια. Μετά την πρώτη αντίδραση υψηλού stress, η οποία οδήγησε σε συμπεριφορές αλληλεγγύης, ηρωισμού για τους λειτουργούς υγείας και σε κάποιες περιπτώσεις κοινοτικής συνοχής και υπευθυνοποίησης, είναι πιθανό να παρατηρήσουμε μεσοπρόθεσμα αισθήματα απογοήτευσης, επεξεργασίας πένθους, ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πριν, επανεργοποίηση παλιών τραυματικών συμβάντων και αναμνήσεων που συνδέονται με την πανδημία.

Σχηματικά θα λέγαμε ότι υπάρχουν τρεις τύποι «επιζώντων» στο πεδίο:

– Μια πλειοψηφία ατόμων που κατάφεραν να υπερβούν το συλλογικό αυτό τραύμα με θετικές αντιδράσεις και ενίσχυση της ανθεκτικότητάς τους.

– Μια άλλη κατηγορία ατόμων η οποία παρουσίασε ήπιες αντιδράσεις δυσφορίας (γνωστικές, συναισθηματικές, βιολογικές, κοινωνικές).

– Μια τρίτη, μικρότερη, κοινωνική ομάδα η οποία μπορεί να παρουσιάσει σοβαρές βλάβες μέχρι ανικανότητα (πχ κατάθλιψη, απάθεια, αυτοκτονικότητα, απελπισία, σύγχυση, μειωμένη γνωστική ικανότητα, διαταραχή μετατραυματικού στρες, μόνιμους ψυχαναγκασμούς για τον περιορισμό πιθανής μόλυνσης, παρορμητικότητα, “αυτοθεραπεία” με αλκοόλ, ουσίες, κατάχρηση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων, ακόμη και σοβαρές ψυχοσωματικές αντιδράσεις).

Η δεύτερη και ιδιαίτερα η τρίτη ομάδα πρέπει να τύχει αναγνώρισης, αξιολόγησης και παρακολούθησης αυτών των ψυχολογικών διαταραχών. Η δε τρίτη ομάδα, πέρα από τη συστηματική αξιολόγηση, θα πρέπει να τύχει και εξειδικευμένης ψυχοκοινωνικής στήριξης.

Το ερώτημα είναι αν το υπάρχον δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας είναι επαρκές να αντιμετωπίσει στοιχειωδώς μία ροή νέων αιτημάτων και περιστατικών τα οποία θα αναδυθούν μετά την παρέλευση της πανδημίας λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υπάρχουσες υπηρεσίες είναι ανεπαρκείς, ασυντόνιστες, με προβλήματα χρηματοδότησης και επαγγελματικής εξουθένωσης των επαγγελματιών ψυχικής υγείας.

Αν τα μέτρα περιορισμού καταστούν αυστηρότερα, τι νέα προβλήματα εκτιμάται πως θα αναδειχτούν;

Ο κόσμος έρχεται αντιμέτωπος με μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Οι συνθήκες απομόνωσης μπορεί να ευνοούν την ενδοοικογενειακή βία και ενδέχεται να υπάρξει περαιτέρω αύξηση της επιθετικότητας εφόσον αυστηροποιηθούν τα μέτρα περιορισμού.
Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι ο κορονοϊός μπορεί να προσβάλει αδιάκριτα όλες τις κοινωνικές τάξεις αλλά οι επιπτώσεις ψυχικής υγείας δεν είναι ίδιες για όλους. Τα ηλικιωμένα και τα μοναχικά άτομα, οι ευπαθείς ομάδες, οι άστεγοι, οι εξαρτημένοι, οι ασθενείς με χρόνια νοσήματα, έχουν χαμηλότερο επίπεδο ψυχικής ανθεκτικότητας και επομένως μπορούν να παρουσιάσουν πιο εύκολα ψυχιατρικά προβλήματα.

Ωστόσο, κάθε μέτρο απαγόρευσης για να εσωτερικευθεί και να ενεργοποιήσει την προσωπική ευθύνη κάθε πολίτη θα πρέπει να νοηματοδοτηθεί και να τεκμηριωθεί επαρκώς προκειμένου να θωρακιστεί συλλογικά η προστασία της δημόσιας υγείας.
Οι πολίτες πρέπει να πειστούν ότι τα μέτρα έχουν νόημα, έχουν καθολική και ισότιμη εφαρμογή και δεν υπάρχουν διακρίσεις.

Για παράδειγμα, η γενική απαγόρευση του κολυμπιού ήταν ένα παράλογο μέτρο και γι αυτό διορθώθηκε μερικώς μετά την κατακραυγή.

Είναι άδικο να κάνει διαγνωστικό τεστ στον ιδιωτικό τομέα όποιος έχει την οικονομική δυνατότητα (με κόστος από 160 έως 300 ευρώ) και οι υπόλοιποι να καλούνται να μείνουν σπίτι όταν τα συμπτώματά τους δεν είναι πολύ σοβαρά και για μια αβέβαιη περίοδο.

Η εργασιακή αβεβαιότητα, με τις πρωτοφανείς διαστάσεις που λαμβάνει μετά το πρώτο κιόλας διάστημα εκδήλωσης της κρίσης, σε τι βαθμό επιδρά στην ψυχική υγεία;

Υπάρχει σαφής επιστημονική τεκμηρίωση ότι η ανεργία, η οικονομική δυσπραγία, η επισφάλεια και ιδιαίτερα τα χρέη επιδρούν αρνητικά στην ψυχική υγεία και ιδιαίτερα στην παρατηρούμενη αύξηση της κατάθλιψης. Πρέπει να αναλογιστούμε ότι σε συνθήκες κρίσης και για όσους εργάζονται, υπάρχει αύξηση της ανασφάλειας και της πίεσης, ενώ πολλοί χάνουν την κοινωνική τους θέση και την ταυτότητά τους με την απώλεια της εργασίας τους.

Το καινοφανές σε αυτό που ζούμε είναι ότι η μια κρίση διαδέχεται την άλλη: Από τα χρόνια του μνημονίου καταλήγουμε στην καραντίνα με προβλέψεις για βαθύτατη ύφεση χωρίς σαφές χρονδιάγραμμα ανάκαμψης. Αυτό δημιουργεί μια τεράστια επισφάλεια για το σχέδιο ζωής καθενός και ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων.

Η πολιτεία τι μέτρα πρέπει να λάβει για την ψυχική υγεία εν μέσω κρίσης και κυρίως για το διάστημα μετά από αυτή;

Πέρα από τις δράσεις για την ψυχοκοινωνική στήριξη των ατόμων με διαγνωσμένα προβλήματα ψυχικής υγείας, των ηλικιωμένα, των ατόμων με αναπηρίες και χρόνιες ασθένειες, τα οποία καθίστανται ιδιαίτερα ευάλωτα σε μια τέτοια συγκυρία, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον προσφυγικό πληθυσμό. Μιλάμε για ευπαθείς ομάδες οι οποίες έχασαν απότομα την πρόσβαση σε βασικά αγαθά όπως τρόφιμα, φαρμακευτική αγωγή, πληροφόρηση. Είναι γνωστό ότι οι προσφυγικοί καταυλισμοί τύπου Μόριας αποτελούν εκτός των άλλων και υγειονομικές ωρολογιακές βόμβες.

Συνολικότερα για την υγεία, το στοίχημα της επόμενης μέρας ποιο κατά τη γνώμη σας είναι;

Η παρούσα κρίση θέτει επιτακτικά το συνολικό πρόβλημα της αναδιοργάνωσης, επανασχεδιασμού και ισχυρής χρηματοδότησης του συστήματος δημόσιας υγείας στη χώρα μας. Το τρομακτικό έλλειμμα σε κλίνες ΜΕΘ, σε εξειδικευμένο προσωπικό, σε εργαστηριακές εξετάσεις αποτελεί σοβαρή απειλή για την ανθεκτικότητα του δημόσιου συστήματος υγείας. Το αντιπαράδειγμα της Λομβαρδίας, με τις συστηματικές περικοπές σε πόρους και προσωπικό του δημόσιου συστήματος υγείας, την κατάρρευση εκεί της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και τις “επιλεκτικές” συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, πρέπει να μας διδάξει πολλά για την επόμενη μέρα.

Είναι σημαντικό να φύγουμε από την κουλτούρα του επείγοντος και να επανασχεδιάσουμε το ΕΣΥ με σύγχρονους όρους μάνατζμεντ, αποδοτικότητας και, επιτέλους, αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών στις αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού ιδιαίτερα σε συνθήκες μελλοντικής ύφεσης.

Στο πλαίσιο της διαχείρισης της πανδημίας έγκυροι διεθνείς οργανισμοί ψυχικής υγείας προτείνουν για την ενίσχυση των ατομικών και συλλογικών παραγόντων ανθετικότητας τη στρατηγική της “wholeofsocietyapproach” , δηλαδή τη συνολική προσέγγιση της κοινωνίας προκειμένου να γίνουν αποτελεσματικότερα τα μέτρα δημόσιας υγείας.

Ελπίζω ότι με την εμπειρία διαχείρισης της πανδημίας έγινε κατανοητό σε όλους ότι δεν μπορούμε να δαπανάμε για εξοπλιστικά περισσότερα απ ό,τι για τα δημόσια νοσοκομεία. Η επιβράβευση των “ηρώων με τις άσπρες και τις πράσινες μπλούζες” δεν μπορεί να είναι ευκαιριακή αλλά προϋποθέτει γενναία χρηματοδότηση της δημόσιας υγείας και των αμοιβών των λειτουργών της.

Την ενημέρωση που γίνεται από τους κ. Τσιόδρα και Χαρδαλιά πώς την κρίνετε;

Είναι πολύ σημαντικό που έχει αναλάβει ένας ειδικός, ο καθηγητής κ. Τσιόδρας, την ευθύνη της ενημέρωσης. Είναι επίσης σημαντικό ότι ο συγκεκριμένος ειδικός είναι ήρεμος, έχει ευαισθησία, προσφέρει επιστημονικά τεκμηριωμένη ενημέρωση, βρίσκεται σε διαρκή σύνδεση με ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού και εκτελεί τα καθήκοντά του με νηφαλιότητα και αξιοπιστία.

Ωστόσο, θα πρέπει στην καθημερινή ενημέρωση να παίρνουν μέρος εκπρόσωποι των νοσοκομειακών γιατρών για να αναδεικνύουν τα προβλήματα των νοσοκομείων και το υπουργείο Υγείας να υποχρεώνεται να δώσει άμεσα απαντήσεις. Επίσης, θα πρέπει να συμπεριληφθεί στην ενημέρωση η αντιμετώπιση των προβλημάτων στους προσφυγικούς καταυλισμούς, η διαδικασία προμήθειας διαγνωστικών τεστ σε ευρύτατη κλίμακα σύμφωνα με την οδηγία του ΠΟΥ και, τέλος, η προβολή ιστορικών ανάκαμψης ανθρώπων που προσβλήθηκαν από τον Covid-19 και ανάρρωσαν.

Η τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης 10306

Από το Σάββατο 4 Απριλίου 2020 τέθηκε σε λειτουργία η τηλεφωνική γραμμή ψυχοκοινωνικής υποστήριξης 10306 από το Υπουργείο Υγείας με την συνεργασία του Πανεπιστημίου της Αθήνας (Α’ Πανεπιστημιακή Κλινική Αιγινίτειου Νοσοκομείου), του Χαμόγελου του Παιδιού και της Ομοσπονδίας Φορέων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και Ψυχικής Υγείας ΑΡΓΩ.

Η γραμμή παρέχει δωρεάν πληροφόρηση, ψυχοκοινωνική υποστήριξη και δυνατότητα παραπομπής σε ειδικές υπηρεσίες την περίοδο της πανδημίας του Covid19.

Η υποστήριξη παρέχεται 24 ώρες το 24ωρο δωρεάν προς όλους τους πολίτες, ενήλικες αλλά και παιδιά και εφήβους, σε άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένους, γονείς και επαγγελματίες υγείας.

Στελεχώνεται από 150 ψυχολόγους, 20 ψυχιάτρους, 30 κοινωνικούς λειτουργούς.

Πηγή: ieidisis.gr

Πλατεία Ομονοίας

“Δοκιμασία μέσα στη δοκιμασία από τον ιό της ανισότητας”, του Στέλιου Στυλιανίδη (ΤΟ ΒΗΜΑ)

* Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής 29/03/2020.

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ: Ο ΙΟΣ ΤΗΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑΣ

Το ιστορικό σοκ της πανδημίας του COVID_19 αναδεικνύει με θορυβώδη τρόπο -μεταξύ των άλλων- τις συνήθεις όψεις ακραίων κοινωνικών ανισοτήτων, κοινωνικής απομόνωσης και αποκλεισμού. Η μετάβαση των Αθηναίων στα εξοχικά τους, νησιωτικά και ηπειρωτικά, σε πρώτο επίπεδο μπορεί να μεταφράζεται σε μια προσωρινή ανακωχή με τον αόρατο εχθρό, αλλά μας θυμίζει -εάν έχουμε στοιχειώδη ενσυναίσθηση- όλους εκείνους που στοιβάζονται ασφυκτικά στα μικρά διαμερίσματα, τους μοναχικούς, τους άστεγους, τους πρόσφυγες, τους μετανάστες,  όλους όσους έχουν μια εξαιρετικά δύσκολη πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας και ψυχικής υγείας.

Η τεκμηριωμένη διεθνής έρευνα δείχνει από την εποχή της οικονομικής κρίσης ότι η ανθεκτικότητα των ατόμων επηρεάζεται καθοριστικά από το χαμηλό κοινωνικό και οικονομικό κεφάλαιο: Η διαπροσωπική εμπιστοσύνη (οριζόντιο κοινωνικό κεφάλαιο) και η εμπιστοσύνη στους πολιτειακούς θεσμούς (κάθετο κοινωνικό κεφάλαιο), στο συγκεκριμένο κάθε φορά ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο, συνδέονται με το χαμηλό εισόδημα, την οικονομική δυσπραγία, τα χρέη, την ανεργία, την επισφάλεια, το έλλειμμα ελπίδας απέναντι στην αβεβαιότητα και τη ρευστότητα του μέλλοντος.

Με αυτά τα επιστημονικά δεδομένα, ίσως ήρθε η στιγμή να σκεφτούμε ξανά τη σοβαρή επένδυση σε πόρους στα δημόσια συστήματα υγείας και κοινωνικής φροντίδας που, όπως βλέπουμε και στην εν εξελίξει υγειονομική κρίση, αδυνατούν να “αυτορυθμιστούν” από τους νόμους της αγοράς.

Το τρομακτικό έλλειμμα κλινών στις ΜΕΘ, σε εξειδικευμένο προσωπικό, σε εξοπλισμό, σε αντιδραστήρια αποτελεί μια απειλή για την ανθεκτικότητα του δημόσιου συστήματος υγείας, την οποία καλούμαστε να διαχειριστούμε πάλι με τη διαδικασία του επείγοντος.

Ιατρικά είμαστε ίσοι απέναντι στον ιό, αλλά μερικοί είναι πιο ίσοι.

Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΙΓΜΑΤΟΣ

Είναι φυσικό όλοι να βιώνουμε μια πραγματικότητα πλημμυρισμένη από πληροφορίες, αξιόπιστες ή ψευδείς, θεωρίες συνωμοσίας, άλογες συμπεριφορές και αντιδράσεις, πανικό, άγχος και επιθετικότητα. Είναι άλλο η πραγματική απειλή και άλλο η αναπαράστασή της μέσα μας: Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ελαχιστοποιήσουμε τα αναγκαία μέτρα για τον περιορισμό της διασποράς του κινδύνου, αλλά να είμαστε σε μια ψυχική ετοιμότητα ώστε να μη φοβόμαστε περισσότερο τη φαντασία μας.

Νομίζω ότι ο φόβος είναι το άλλο μισό του θάρρους. Πρέπει να τον δεχτούμε. Το κουράγιο δεν αντιπροσωπεύεται από τον άνθρωπο που δεν έχει φόβο αλλά από εκείνον που αναγνωρίζει τον φόβο και θέλει να τον αντιμετωπίσει. «Το θάρρος είναι φτιαγμένο από φόβο» έλεγε η Οριάνα Φαλάτσι.

Είμαστε σε μια διαρκή αλληλεπίδραση του ιδιωτικού μας χώρου με τον δημόσιο χώρο και τα κοινωνικά δίκτυα: Μέσα από αφηγήσεις ασθενών μου παρατηρώ μία ταλάντωση μεταξύ μίας καταθλιπτικής θέσης ενός εσωτερικού καταδιώκτη (εγώ φταίω που φοβάμαι, εγώ αισθάνομαι αδύναμος να προστατεύσω τους δικούς μου και να προστατευθώ) και στη θέση μάχης απέναντι σε έναν εξωτερικό καταδιώκτη, τον ιό. Ο,τι δεν έχουμε επεξεργαστεί ψυχικά με σχετική επάρκεια έρχεται στην επιφάνεια και μας οδηγεί συχνά να υιοθετούμε ανέξοδα μια στιγματίζουσα συμπεριφορά απέναντι στους συμπολίτες μας που αρρώστησαν ή διαγνώστηκαν ως φορείς.

Θυμώνουμε, γινόμαστε επιθετικοί, μπαίνουμε σε μια κατάσταση πανικού λόγω της ασφυξίας που προκαλεί ο υποχρεωτικός εγκλεισμός, η δοκιμασία των στενών μας σχέσεων, το αφόρητο της αβεβαιότητας και το άγνωστο της χρονικής διάρκειας της απειλής.

Οι ατομικές και συλλογικές φαντασιώσεις βρίσκονται σε μια συνθήκη απρόβλεπτου σφιχταγγαλιάσματος. Μεταξύ πανικού και αδιαφορίας, καταστροφικότητας και σκεπτικισμού.

Εάν απέναντι στο άγχος θανάτου και αφανισμού υιοθετήσουμε θεωρίες συνωμοσίας ή παρανοειδείς αντιδράσεις τότε κινδυνεύουμε να διολισθήσουμε σε μια μαζική ψυχική μόλυνση προσπαθώντας ασυνείδητα μέσα από αποδιοπομπαίους τράγους να ξορκίσουμε το κακό.

Όπως μου είπε πρόσφατα ένας ασθενής μου, “σαν να έχουμε μπει όλοι σε ένα ψυχιατρείο και να μην ξέρουμε αν και πότε θα φύγουμε”.

Η ΔΙΑΨΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑΣ

Ο μετανεωτερικός άνθρωπος έχει μάθει να κινείται με τη βεβαιότητα της ανάπτυξης, της προόδου, του ελέγχου, του σχεδιασμού, της ορθολογικής πρόβλεψης του μέλλοντος. Η πανδημία κινητοποιεί μια σειρά από διαφορετικούς μηχανισμούς άμυνας (διχοτόμηση, διανοητικοποίηση, άρνηση, εκδραμάτιση, καταστολή των συναισθημάτων) προκειμένιυ να ενισχύεσει την ασυνείδητη ανάγκη μιας διάψευσης αυτής της καταλυτικής αβεβαιότητας και του “ακίνητου” χρόνου. Κάθε μηχανισμός άμυνας προσφέρει μια προσωρινή λύση και ψυχική ανακούφιση η οποία προσπαθεί να κρύψει το άγχος της απειλής, το άγχος θανάτου, την υπαρξιακή αβεβαιότητα.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτή τη θορυβώδη αντίφαση μεταξύ της ιδέας της διαρκούς προόδου, της ναρκισσιστικής παντοδυναμίας μας, της χωρίς ρωγμές εικόνας μας και την απομόνωση των κοινωνικών μας επαφών, την αλλαγή των συνηθειών μας την οικονομική ύφεση τον λιμνάζοντα χρόνο της καθημερινότητάς μας, η οποία μέχρι τώρα δεν μας προσέφερε ούτε ελάχιστο χρόνο και ψυχικό χώρο αναστοχασμού.

Πέρα από τις πρακτικές συμβουλές διαχείρισης των ψυχικών προβλημάτων που προέρχονται από αυτή την ασυνήθιστη κατάσταση, είναι σημαντικό να έρθουμε ουσιαστικά σε επαφή με το βίωμα της προσωπικής ευθύνης, να αναλάβουμε πλήρως την ανθρώπινη ιδιότητά μας ως αντίδοτο απέναντι στο φόβο και την αδιαφορία. Ίσως είναι η στιγμή να ανακαλύψουμε αχαρτογράφητους σε εμάς μέχρι σήμερα ψυχικούς και φυσικούς πόρους, να χαρούμε από τις στιγμές ενσυναίσθησης και ύφανσης ψυχικών δεσμών με τους άλλους.

Η συναισθηματική μας εμπειρία και νοημοσύνη μπορεί να φανεί ίσως πιο χρήσιμη αυτές τις μέρες από την παθητική παρακολούθηση της επιδημιολογικής καμπύλης της διασποράς του ιού.

Βρισκόμαστε σε ένα θεμελιακό παράδοξο κοινωνικής απόστασης και ουσιώδους ανάγκης για ψυχική εγγύτητα.

“Ο,τι μετράει δεν σημαίνει πως μετριέται και ό,τι μετριέται δεν σημαίνει πως μετράει” (Α. Αϊνστάιν, 1963).

Ο Στέλιος Στυλιανίδης στο Libre: “Το σοκ του κοροναϊού: Από την φαντασίωση της παντοδυναμίας στην επιδημία του φόβου”

«Το σοκ που προκαλείται από τον Covid-19 επιφέρει, εκτός των άλλων συνεπειών, μια επιδημία του φόβου και, αντίστροφα, της άρνησης του πραγματικού κινδύνου», εξηγεί ο καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής-ομαδικός αναλυτής,Στέλιος Στυλιανίδης, τονίζοντας παράλληλα ότι «εν μέσω πανδημίας πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η κοινωνική απόσταση και η αποφυγή των κοινωνικών επαφών είναι μέτρα αναπόφευκτα και αναγκαία για τη δημόσια υγεία και αποτελούν κομμάτι της ατομικής ευθύνης και αυτοπειθαρχίας. Ωστόσο, η κοινωνική αυτή απόσταση δεν σημαίνει ούτε μοναξιά ούτε παθητικότητα».


Ο Στέλιος Στυλιανίδης επισημαίνει, ακόμα ότι «αυτή η αναγκαστική συνθήκη αναδεικνύει -πολλές φορές με δραματικό τρόπο- τα ελλείμματα ουσιαστικών κοινωνικών και ψυχικών δεσμών, τη σαθρότητα σχέσεων, το “δήθεν” των κοινωνικών δικτύων που στη δύσκολη περίοδο μοιάζουν ανήμπορα να προσφέρουν κάτι αυθεντικό και ουσιώδες για την αποφυγή της κατακρήμνισης του άλλου στη μαύρη τρύπα της απελπισίας και της κατάθλιψης».

Συνέντευξη στον Χρόνη Διαμαντόπουλο

Τις τελευταίες εβδομάδες λόγω του κορωνοϊού βιώνουμε πρωτόγνωρες καταστάσεις. Σταδιακά λαμβάνονται μέτρα από τις κυβερνήσεις στην Ευρώπη για να προστατευθούμε. Και σε αυτές τις συνθήκες βλέπουμε εκείνους που έχουν την αυταπάτη ότι δεν θα τους συμβεί τίποτα και κάποιους άλλους που από υπερβολική αγωνία πιστεύουν ότι θα προσβληθούν από την ασθένεια του κορωνοϊού και θα αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσκολίες. Πώς μπορούμε να ισορροπήσουμε σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση;

Το σοκ που προκαλείται από τον Covid-19 επιφέρει, εκτός των άλλων συνεπειών, μια επιδημία του φόβου και, αντίστροφα, της άρνησης του πραγματικού κινδύνου.
Η επιθετικότητα στη διασπορά του κορωνοϊού θέτει τον άνθρωπο της νεωτερικότητας σε μια a priori αντιφατική θέση: Από τη μία πλευρά εξακολουθεί να υπάρχει η φαντασίωση της παντοδυναμίας κι ενός σκληρά ναρκισσιστικού εαυτού, με την έννοια ότι μπορεί να προβλέψει, να ελέγξει και να τιθασεύσει ορθολογικά κάθε κίνδυνο.

Από την άλλη, ο άνθρωπος δοκιμάζεται από μια επώδυνη διάψευση της παντοδυναμίας του μέσα από την κατάρρευση της ιδέας μίας συνεχούς προόδου και ανάπτυξης, μιας εικόνας χωρίς ρωγμές.

Αν κάτι ενδιαφέρον θέτει στο προσκήνιο η πανδημία αυτή είναι η αναγκαιότητα επένδυσης της σκέψης και της κατανόησης όχι μόνο των βαθύτερων αιτίων του κακού, δηλαδή την οικολογική καταστροφή και τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και του συστήματος δημόσιας υγείας, αλλά επίσης την ανάγκη επένδυσης του εσωτερικού μας κόσμου, την προτεραιότητα που πρέπει να δώσουμε στο χτίσιμο και τη διατήρηση κοινωνικών και ψυχικών δεσμών οι οποίοι περιθωριοποιούνται ή συσκοτίζονται μέσα στην ατέρμονη ρευστότητα της καθημερινότητας.
Ο φόβος του θανάτου και το αίσθημα μοναξιάς ως κοινό βίωμα του σύγχρονου ανθρώπου μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ουσιαστική ενηλικίωση.

Μάθαμε πια ότι δεν υπάρχουν βεβαιότητες και ότι η μόνη σταθερά είναι η διαπραγμάτευση με την εσωτερική μας ευθραυστότητα και ανθεκτικότητα που συνυπάρχουν μέσα μας σε μια διαρκή ένταση.

Ο καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής Στ.Στυλιανίδης στο Libre: «Η πανδημία ως δυνατότητα επανανοηματοδότησης της ύπαρξής μας»

Με αφορμή τον κορωνοϊό ήρθε στην επιφάνεια το ζήτημα – ανάλογα με την οπτική – της συλλογικής και της ατομικής ευθύνης. Ποια υπερτερεί, μεταξύ των δύο; Και τι σημαίνει σε αυτή τη συγκυρία «ευθύνη»;

Η ατομική ευθύνη δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη θεσμική λειτουργία αλλά αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου να συγκροτηθεί και να ενδυναμωθεί μια συνειδητότητα που οδηγεί στη συλλογική ευθύνη. Οι αντιδράσεις χωρών που αποτέλεσαν θετικό παράδειγμα ανάσχεσης της επιθετικότητας της πανδημίας, όπως η νότια Κορέα και η Ταϊβάν, δείχνουν ότι η συμπληρωματικότητα της ατομικής και της συλλογικής ευθύνης είναι καταλυτική.
Οι αρχές δημόσιας υγείας πρέπει να δίνουν έμφαση στο ότι η αυτοαπομόνωση αποτελεί αλτρουιστική επιλογή, δηλαδή έμπρακτη απόδειξη ενδιαφέροντος για τους άλλους και όχι μόνο αυτοπροστασία.
Ωστόσο, θα πρέπει να μας απασχολήσει και σαν άτομα και σαν κοινωνίες η πιθανή μελλοντική χρησιμοποίηση μηχανισμών ελέγχου της ζωής του καθένα στο όνομα της πρόληψης που θα μπορούσε να διολισθήσει σε παραβίαση των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης κάθε πολίτη. Το δίπολο “ασφάλεια και ελευθερία” στο πλαίσιο μιας σύγχρονης δημοκρατίας πρέπει να γίνει εκ νέου αντικείμενο επεξεργασίας μέσα από τη δημιουργία νέος νέου κοινωνικού συμβολαίου.

Τελικά τα μέτρα που μας επιβάλλονται όπως είναι, η απομόνωση στο σπίτι, η αποφυγή των κοινωνικών επαφών μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στη ψυχική υγεία ενός ανθρώπου; Και κυρίως σε ανθρώπους που ζουν μόνοι τους για οποιονδήποτε λόγο.

Οι επιστημονικές έρευνες έχουν δείξει εδώ και καιρό ότι η κοινωνική απομόνωση και η μοναξιά, συχνά αλλά όχι πάντα, μπορούν να επιδράσουν αρνητικά και στη σωματική και στην ψυχική υγεία ενός ανθρώπου, δηλαδή στο σύνολο της ψυχοσωματικής του ισορροπίας.

Ξέραμε από πριν ότι οι άνθρωποι που νιώθουν αποκομμένοι είναι πιθανότερο να κρυολογήσουν, να εμφανίσουν καρδιοπάθεια, μειωμένες νοητικές και γνωστικές λειτουργίες, κατάθλιψη και τελικά μικρότερο προσδόκιμο ζωής.

Μια πρόσφατη μελέτη στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό “The Lancet” η οποία αξιολογεί τα ως τώρα δεδομένα απ όλες τις σχετικές έρευνες βρήκε ότι η καραντίνα και η απομόνωση διαρκείας μπορεί να οδηγήσουν σε άγχος, κατάθλιψη, μετατραυματικό στρες, επιθετικότητα και θυμό, αλλά επίσης σε κόπωση, πτώση του ηθικού και ευρύτερα κοινωνική απόσυρση.


Εν μέσω πανδημίας πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η κοινωνική απόσταση και η αποφυγή των κοινωνικών επαφών είναι μέτρα αναπόφευκτα και αναγκαία για τη δημόσια υγεία και αποτελούν κομμάτι της ατομικής ευθύνης και αυτοπειθαρχίας. Ωστόσο, η κοινωνική αυτή απόσταση δεν σημαίνει ούτε μοναξιά ούτε παθητικότητα. Αυτή η αναγκαστική συνθήκη αναδεικνύει -πολλές φορές με δραματικό τρόπο- τα ελλείμματα ουσιαστικών κοινωνικών και ψυχικών δεσμών, τη σαθρότητα σχέσεων, το “δήθεν” των κοινωνικών δικτύων που στη δύσκολη περίοδο μοιάζουν ανήμπορα να προσφέρουν κάτι αυθεντικό και ουσιώδες για την αποφυγή της κατακρήμνισης του άλλου στη μαύρη τρύπα της απελπισίας και της κατάθλιψης. Το παρελθόν είναι ουσιαστικά παρόν και καθορίζει το μέλλον. Γι αυτό και η συγκυρία μπορεί να αποτελέσει αφορμή για αναστοχασμό και επανανοηματοδότηση της ζωής του καθενός.

-Η τεχνολογία συχνά έχει κατηγορηθεί ότι φέρνει μοναξιά. Τώρα, εν μέσω της πρόκλησης , είναι η ώρα να φανεί πόσο χρήσιμη είναι; Είναι στο χέρι των περισσότερων ανθρώπων να αξιοποιήσουν την τεχνολογία για να σπάσουν την απομόνωση;

Δεν υπάρχει καλή και κακή τεχνολογία, υπάρχει καλή και κακή χρήση της. Το διαδίκτυο προσφέρει σημαντικές δυνατότητες επικοινωνίας ειδικά σε μέρες όπως αυτές και είναι στο χέρι όλων μας να αξιοποιήσουμε, χωρίς υπερβολή και ακρότητα, αυτές τις δυνατότητες για να σπάσουμε την απομόνωση και να αισθανθούμε ότι ζούμε και όχι απλά επιβιώνουμε.

Πως κρίνετε τα έως τώρα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας και τους χειρισμούς διαχείρισης αυτής της κρίσης από τον κρατικό μηχανισμό και από τις αρχές δημόσιας υγείας;

Είναι ανακουφιστικό ότι πάρθηκαν έγκαιρα μέτρα πρόληψης και έχει διαμορφωθεί ένα αίσθημα συλλογικής εμπιστοσύνης απέναντι στην πολιτεία και τους θεσμούς.

Αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα πολύτιμο κοινωνικό κεφάλαιο το οποίο δεν πρέπει να σπαταληθεί με όρους μικροκομματικούς ή πελατειακούς προς όφελος της ποιότητας των δημοκρατικών θεσμών στη χώρα μας.

Ωστόσο, η σημερινή απειλή αναδεικνύει τα τεράστια κενά που προϋπήρχαν στο σύστημα δημόσιας υγείας, από προσωπικό μέχρι υποδομές και από κλίνες ΜΕΘ μέχρι την ανυπαρξία μιας σύγχρονης πολιτικής ατζέντας για την ανάκαμψη των υπηρεσιών του ΕΣΥ.

Τα ελλείμματα αυτά μαζί με το ήδη δυσλειτουργικό δίκτυο της κοινωνικής πρόνοιας και των κατακερματισμένων αντίστοιχων υπηρεσιών της τοπικής αυτοδιοίκησης θέτουν επιτακτικά την ανάγκη επανασχεδιασμού μιας στρατηγικής πρόληψης, προαγωγής και αγωγής υγείας στο γενικό πληθυσμό, επανασυγκρότησης της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας η οποία σε κάθε αποτελεσματικό σύστημα αποτελεί τον ισχυρό ηθμό ώστε να μην καταλήγουν περιστατικά χωρίς σοβαρές ενδείξεις στα ήδη επιβαρυμένα νοσοκομεία αλλά και να μην εγκλωβίζονται σπίτι τους άνθρωποι που θα έπρεπε να έχουν ολοκληρωμένη φροντίδα δεδομένου ότι είναι σχεδόν ανύπαρκτες οι υπηρεσίες κατ οίκον παρέμβασης και υγειονομικής φροντίδας.

Εργάζεστε εδώ και πολλά χρόνια για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα μας. Σε ποιο σημείο βρίσκονται σήμερα οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας, στην Ελλάδα;

Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση είναι η συλλογική προσπάθεια πολιτείας, ψυχιάτρων, επαγγελματιών ψυχικής υγείας, κοινωνίας των πολιτών και θεσμών για την οριστική αντιμετώπιση των αναγκών ψυχικής υγείας του ανθρώπου (αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών, πρόληψη, προαγωγή, ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και κοινωνική ενσωμάτωση).
Οταν ξεκινήσαμε πριν από 35 χρόνια την προσπάθεια για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, ο στόχος μας ήταν να υπάρχει ένα πλήρες δίκτυο υπηρεσιών στην κοινότητα το οποίο να διασφαλίζει σε επίπεδο υγειονομικής περιφέρειας τη λειτουργική επάρκεια ως προς τις ανάγκες της ψυχικής υγείας του τοπικού πληθυσμού.
Οι βασικές αρχές ανάπτυξης αυτού του κοινοτικού δικτύου θα έπρεπε να περιλαμβάνουν: Α) Κατάργηση των υφιστάμενων ψυχιατρικών νοσοκομείων και μετασχηματισμό τους σε δίκτυα υπηρεσιών κοινοτικής ψυχιατρικής. Β) Τομεοποίηση και αποκέντρωση. Γ) Εξατομικευμένη και ολιστική προσέγγιση. Δ) Σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα μέσα από την δραματική μείωση των αναγκαστικών νοσηλειών. Ε) Διασφάλιση του συνεχούς της φροντίδας.
Εκτός από νησίδες ψυχιατρικής μεταρρύθμισης που υπάρχουν στη χώρα κανένας από αυτούς τους στόχους δεν έχει υλοποιηθεί: Για παράδειγμα, το ποσοστό των αναγκαστικών νοσηλειών είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ, ο κατακερματισμός, η έλλειψη συντονισμού, η υποχρηματοδότηση και η ασυνέχεια στη φροντίδα επικρατούν, όπως επίσης η επαγγελματική εξουθένωση των λειτουργών ψυχικής υγείας σε ένα σύστημα γερασμένο χωρίς οραματικό λόγο και συγκροτημένη ιδεολογία αλλαγής.

Πηγή: libre.gr